Η Ευρώπη δεν θα αξιοποιήσει τα περιθώρια επιτάχυνσης της οικονομικής ανάπτυξης, αν δεν βρει τρόπους να εισάγει λιγότερη ενέργεια. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους του ESM, η χρήση εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων παραμένει υπερβολικά υψηλή στη Ζώνη του Ευρώ, αντιπροσωπεύοντας –κατά μέσον όρο– περισσότερο από το 70% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας.
Η άμεση έκθεση της ευρωπαϊκής οικονομίας στους ενεργειακούς πόρους που διακινούνται μέσω των Στενών του Ορμούζ –στην πραγματικότητα– είναι περιορισμένη, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 10% των εισαγωγών πετρελαίου και περίπου στο 5% των εισαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ωστόσο η κρίση που εκδηλώθηκε με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν αποτελεί μία ακόμη υπενθύμιση στην Ευρώπη για την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της.
«Για τις οικονομίες της Zώνης του Eυρώ, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αποτελούν ένα ανανεωμένο σοκ στους όρους του εμπορίου. Αν και οι τιμές της ενέργειας –ιδίως του φυσικού αερίου– δεν έχουν ακόμη φτάσει στα επίπεδα που σημειώθηκαν το 2022, η εμπειρία του παρελθόντος είναι ακόμα νωπή στη μνήμη μας. Με δεδομένη την ιδιαίτερα υψηλή εξάρτηση μέσω των εισαγωγών από το εξωτερικό, η αύξηση των τιμών της ενέργειας θα οδηγήσει σε υψηλότερο πληθωρισμό και θα μεταφέρει εισόδημα από πολίτες της Ευρωζώνης στο εξωτερικό – στις χώρες εξαγωγής ενέργειας», τονίζει σε κείμενο εργασίας ο Chief Economist του ESM, Ρολφ Στράουχ.
«Το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην κατανάλωση της Ευρωζώνης είχε διαμορφωθεί –κατά μέσον όρο– στο 25% το 2022. Ο στόχος είναι να ανέλθει σε τουλάχιστον 42% το 2030. Οι προσπάθειες πρέπει να συνεχιστούν. Τα απαλλαγμένα από ανθρακούχες εκπομπές –και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα– ενεργειακά συστήματα θα μειώσουν το κόστος ενέργειας μακροπρόθεσμα και θα καταστήσουν την Ευρώπη πιο ανθεκτική σε μελλοντικές γεωπολιτικές κρίσεις», επιμένουν οι οικονομολόγοι του ESM, οι οποίοι επικαλούνται τις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα: «Ο στόχος των μόνιμων φορολογικών μέτρων και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο θα πρέπει να είναι η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, όπως και η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός των ενεργειακών υποδομών και των διασυνοριακών διασυνδέσεων».
Η κρίση που εκδηλώθηκε με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράν αποτελεί μία ακόμη υπενθύμιση στην Ευρώπη για την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της.
Ο ESM επαναφέρει στο προσκήνιο την ατζέντα του ενεργειακού μετασχηματισμού, σε μια συγκυρία που επιβεβαιώνει ότι η εξάρτηση μέσω εισαγωγών από χώρες με αυξημένο πολιτικό κίνδυνο επηρεάζει αρνητικά τον δείκτη ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού των κρατών-μελών της Ευρωζώνης, παρά την πρόοδο που έχουν σημειώσει σε όρους διαφοροποίησης του ενεργειακού μείγματος.
Το σοκ που εκδηλώθηκε στο πρώτο στάδιο της κρίσης στην Ουκρανία ώθησε την Ευρώπη να προσαρμοστεί ενισχύοντας την ανθεκτικότητά της, γεγονός που εξαργυρώνει σε έναν βαθμό στην τρέχουσα διατάραξη της εφοδιαστικής αλυσίδας με όχημα τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή.
«Η εξάρτηση της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια έχει μειωθεί δραματικά και οι προμηθευτές φυσικού αερίου και πετρελαίου είναι σήμερα πολύ διαφοροποιημένοι. Εκτός από την καταστροφή κρίσιμων υποδομών –όπως τα διυλιστήρια και οι μονάδες φυσικού αερίου– οι οποίες χρειάζονται πολύ χρόνο για να ανακατασκευαστούν, οι τιμολογιακές κρίσεις και οι γεωπολιτικοί κραδασμοί, όπως η τρέχουσα σύγκρουση, είναι λιγότερο πιθανό να διαταράξουν ολόκληρο το σύστημα για μεγάλο χρονικό διάστημα», σύμφωνα με τον ESM. Σημειωτέον, από το 2022, η δυναμικότητα επαναεριοποίησης LNG της Ε.Ε. έχει αυξηθεί κατά 32%. Η δυναμικότητα αιολικής και ηλιακής ενέργειας έχει επίσης αυξηθεί κατά 58% από το 2021, και το 2024 οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας παρήγαγαν για πρώτη φορά περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από το φυσικό αέριο.
«Οταν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελούν τον οριακό πόρο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Επιπλέον, αρκετές διασφαλίσεις σε επίπεδο ευρωπαϊκής αγοράς είναι πλέον δομικά ενσωματωμένες για να μετριάζουν την ακραία αστάθεια των τιμών. Η Ε.Ε. έχει προχωρήσει σε έναν αναμορφωμένο σχεδιασμό της αγοράς στον οποίο η κοινή αγορά φυσικού αερίου, οι συντονισμένες δεσμεύσεις αποθήκευσης –προχειμερινός στόχος πλήρωσης της αποθήκευσης φυσικού αερίου στο 90% της δυναμικότητας– και οι μηχανισμοί διόρθωσης των τιμών αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά. Ο ενισχυμένος διασυνοριακός συντονισμός και οι κωδικοποιημένες ρυθμίσεις αλληλεγγύης περιορίζουν επίσης τον κίνδυνο κατακερματισμού της αγοράς κατά τη διάρκεια διαταραχών του εφοδιασμού. Αυτά τα μέτρα και η περαιτέρω πρόοδος προς την απαλλαγή από τον άνθρακα παραμένουν απαραίτητα, καθώς η εξάρτηση της Ευρώπης από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει υψηλή παρά τις προαναφερθείσες βελτιώσεις», επισημαίνουν οι οικονομολόγοι του ευρωπαϊκού θεσμού.
Ωστόσο, για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες –βλ. χημικά, βασικά μέταλλα– δεν έχει επουλωθεί πλήρως η πληγή του 2022. Παραμένουν ιδιαίτερα εκτεθειμένες στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας και πολλές εξακολουθούν να προσαρμόζουν τα επιχειρηματικά μοντέλα και τις διαδικασίες παραγωγής. Οι τιμές της βιομηχανικής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη είναι 2-3 φορές υψηλότερες από ό,τι στις ΗΠΑ ή την Κίνα.

