Ενας άνδρας πάει στον ψυχίατρο υποφέροντας από βαριά κατάθλιψη. Ο γιατρός τον εξετάζει και του λέει: «Η κατάστασή σας είναι δύσκολη. Στην πόλη μας παίζει παράσταση ένας διάσημος Ιταλός κωμικός, ο Φιμπονάτσι. Πηγαίνετε να τον δείτε, είναι τόσο αστείος που σίγουρα θα σας κάνει να γελάσετε και θα σας αλλάξει τη διάθεση». Τότε ο ασθενής τον κοιτάζει θλιμμένος και του απαντά: «Γιατρέ, εγώ είμαι αυτός ο κωμικός».
«Eχουμε την τάση να αφαιρούμε την ανθρώπινη διάσταση στους ανθρώπους που έχουν θεραπευτικό ή θεσμικό ρόλο», λέει ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Πρόδρομος Ταράσης.
Το ανέκδοτο κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια στους κόλπους των θεραπευτών. Το θυμήθηκε ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Πρόδρομος Ταράσης στην κουβέντα μας για τον σάλο που προκάλεσε η είδηση της αυτοκτονίας του Βίκτορ Γιάλομ. O γιος του διάσημου υπαρξιακού ψυχιάτρου Ιρβιν Γιάλομ, ψυχοθεραπευτής και ο ίδιος και δημιουργός της διάσημης εκπαιδευτικής πλατφόρμας Psychotherapy.net, έδωσε τέλος στη ζωή του έπειτα από μια περίοδο σοβαρής ψυχικής επιδείνωσης. Η είδηση προκάλεσε έντονη συγκίνηση αλλά και ένα «υπαρξιακό σοκ» μέσα στην κοινότητα της ψυχικής υγείας, ενώ στα κοινωνικά δίκτυα φούντωσε η συζήτηση γύρω από την αξία και αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας.
«Eχουμε την τάση να αφαιρούμε την ανθρώπινη διάσταση στους ανθρώπους που έχουν θεραπευτικό ή θεσμικό ρόλο», λέει ο Πρόδρομος Ταράσης. «Δυσκολευόμαστε να δεχθούμε, για παράδειγμα, έναν καθηγητή πανεπιστημίου να έχει ερωτική απογοήτευση, έναν γιατρό να αρρωσταίνει, έναν θεραπευτή να έχει κατάθλιψη. Δεν τους το επιτρέπουμε». Ομως, ο θεραπευτής δεν έχει ανοσία στον πόνο. «Εχει γνώση και εμπειρία, αλλά όχι ανοσία στον πόνο. Αν κάποιος αναζητεί τον απόλυτο σωτήρα, ζητεί κάτι που ο άνθρωπος δεν μπορεί να προσφέρει. Ο θεραπευτής συνοδεύει, δεν σώζει. Θεραπεύει, όχι γιατί είναι πάνω από τους άλλους, αλλά επειδή είναι μέσα στην ίδια υπαρξιακή συνθήκη. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι μια συνάντηση του τέλειου με τον αδύναμο, αλλά δύο ανθρώπων που προσπαθούν να συνοδεύσουν ο ένας τον άλλο στην ανακούφιση».
Ναι, ένας θεραπευτής μπορεί να πάθει κατάθλιψη, λέει η παιδοψυχολόγος και επιστημονικά υπεύθυνη του ΔΙΚΕΨΥ (Διεπιστημονική και Ερευνητική Ψυχοκοινωνική Υποστήριξη Παιδιών και Ενηλίκων) Ασπα Πασπάλη. «Μπορεί να βιώσει σοβαρή ψυχική κρίση. Μπορεί να λυγίσει. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι κακός επαγγελματίας. Σημαίνει ότι είναι άνθρωπος. Το κρίσιμο δεν είναι αν ο θεραπευτής έχει ευαλωτότητα, όλοι έχουμε. Το κρίσιμο είναι αν έχει επίγνωση αυτής της ευαλωτότητας, αν τη δουλεύει, αν ζητάει βοήθεια, αν εποπτεύεται, αν μπορεί να αναγνωρίσει πότε χρειάζεται να προστατεύσει τον εαυτό του και τους θεραπευομένους του».
Η πληγή
Γνωστή είναι, άλλωστε, η θεωρία του Καρλ Γιουνγκ για τον «πληγωμένο θεραπευτή», που περιγράφει την ιδέα ότι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά τους άλλους βασιζόμενοι στις δικές τους προσωπικές πληγές, στα τραύματα και στις δυσκολίες. «Πολλοί άνθρωποι που επιλέγουν επαγγέλματα φροντίδας έχουν γνωρίσει, με κάποιον τρόπο, τον πόνο, την απώλεια, την αγωνία ή τη μοναξιά», λέει η κ. Πασπάλη. «Αυτό δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Οταν έχει αναγνωριστεί και επεξεργαστεί, μπορεί να γίνει πηγή ενσυναίσθησης, ευαισθησίας και ταπεινότητας. Ενας θεραπευτής που έχει συναντήσει τη δική του ευαλωτότητα μπορεί συχνά να αντέξει καλύτερα την ευαλωτότητα του άλλου». Φυσικά η πληγή μπορεί να γίνει θεραπευτική μόνο όταν έχει δουλευτεί. «Διαφορετικά, μπορεί να γίνει επικίνδυνη: να οδηγήσει σε υπερταύτιση, σε σύγχυση ορίων, σε ανάγκη επιβεβαίωσης μέσα από τον θεραπευόμενο ή σε μια ασυνείδητη προσπάθεια του θεραπευτή να θεραπεύσει τον άλλον για να θεραπευτεί ο ίδιος. Εκεί η προσωπική ευαλωτότητα δεν λειτουργεί ως γέφυρα, αλλά ως εμπλοκή».
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η εξιδανίκευση του θεραπευτή ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί στον ίδιο η αίσθηση ότι δεν «δικαιούται» να καταρρεύσει. «Οσο περισσότερο τον βλέπουν οι άλλοι “δυνατό”», λέει η ίδια, «τόσο δυσκολότερο μπορεί να γίνει για εκείνον να πει “δεν είμαι καλά”». «Η δουλειά μας», σημειώνει με τη σειρά του ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής Γιώργος Γιαννούσης, «εύκολα καλλιεργεί την ψευδαίσθηση ότι οφείλουμε να είμαστε πάντοτε διαθέσιμοι, πάντοτε υποστηρικτικοί, πάντοτε ψυχικά επαρκείς και ίσως για κάποιους να κινούνται διαρκώς στη δημόσια σφαίρα». Κι όμως, ο θεραπευτής δεν καλείται να αποτελεί υπόδειγμα ψυχικής αρμονίας. «Δεν είναι ένα νέο είδος γκουρού. Η ουσιαστική του ευθύνη είναι να συνεχίζει να εργάζεται με τον εαυτό του, να αναγνωρίζει έγκαιρα τα όριά του, να ζητάει βοήθεια όταν τη χρειάζεται και να μην επιτρέπει στην επαγγελματική του ταυτότητα να καταπιεί την ανθρώπινη υπόστασή του».
Το γεγονός ότι ο ψυχοθεραπευτής ζει καθημερινά μέσα στις αφηγήσεις των άλλων αποτελεί και προνόμιο αλλά και «ανεπαίσθητο πειρασμό», όπως υποστηρίζει ο κ. Γιαννούσης. «Γιατί πολλές φορές είναι ευκολότερο να εξερευνά κανείς τις πληγές των άλλων παρά τις δικές του». Αυτό, όμως, φέρνει στην επιφάνεια ένα διαφορετικό υπαρξιακό ερώτημα, για το οποίο μιλάμε πολύ λιγότερο. «Φανταστείτε έναν ηλικιωμένο ψυχοθεραπευτή που πάσχει από άνοια. Η μνήμη του έχει αρχίσει να σβήνει, αναγνωρίζει ακόμη ορισμένους θεραπευομένους του, αλλά όχι τη σύζυγό του ή τα παιδιά του. Η εικόνα αυτή είναι σπαρακτική, αλλά και βαθιά συμβολική. Μας υπενθυμίζει έναν υπαρξιακό κίνδυνο του επαγγέλματός μας, δηλαδή να γνωρίσουμε τόσο βαθιά τους εσωτερικούς κόσμους των άλλων, ώστε κάποια στιγμή να αμελήσουμε τον δικό μας. Οταν ο ξένος γίνεται οικείος και ο οικείος μετατρέπεται σε ξένο, κάτι έχει διαταραχθεί στην ισορροπία της ζωής».
Απομάγευση, όχι απαξίωση
Σύμφωνα με τον κ. Ταράση, πάντως, κομβικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι στις σύγχρονες κοινωνίες ο πόνος «οφείλει» να είναι διαχειρίσιμος, οι κρίσεις προβλέψιμες και οι ειδικοί αντιστοίχως «οφείλουν» να κρατούν τα πάντα υπό έλεγχο. Αυτό ενέχει παγίδες και για τις δύο πλευρές. Οπως αναφέρει η κ. Πασπάλη, «όταν κάποιος συνεχίζει να υποφέρει αρχίζουμε να ψάχνουμε ποιος απέτυχε, ο ίδιος, ο θεραπευτής, η θεραπεία. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν βαθιά, χρόνια, περίπλοκα. Υπάρχουν καταστάσεις όπου η θεραπεία βοηθάει, αλλά δεν εξαφανίζει τον πόνο». Ισως, λοιπόν, τέτοιες τραγωδίες, όπως η περίπτωση του Γιάλομ, δεν πρέπει να μας οδηγούν στην απαξίωση της ψυχοθεραπείας, «αλλά στην απομάγευσή της».
Υστερα από τρεις δεκαετίες ψυχοθεραπευτικής εργασίας, αυτό που ο κ. Γιαννούσης έχει μάθει είναι ότι η θεραπεία δεν αλλάζει μόνο τον θεραπευόμενο, αλλάζει και τον θεραπευτή. «Μέσα από τις ζωές τους συναντούμε πλευρές του δικού μας εαυτού, που ίσως δεν θα γνωρίζαμε ποτέ μόνοι μας. Αν αυτή η συνάντηση συμβεί με ταπεινότητα, τότε, βοηθώντας τους άλλους να μεγαλώσουν, μεγαλώνουμε κι εμείς. Είναι ίσως η μεγαλύτερη ομορφιά του επαγγέλματος, αλλά ταυτόχρονα και η δυσκολότερη δοκιμασία του».

