70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα
70-χρόνια-μετά-εξετάσεις-dna-για-ανθρακωρύ-564336481
Στην καταστροφή στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier, στο Μαρσινέλ του Βελγίου, στις 8 Αυγούστου 1956, έχασαν τη ζωή τους 262 άνθρωποι από 12 εθνικότητες, μεταξύ των οποίων και έξι Ελληνες.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα

Επτά δεκαετίες μετά την τραγωδία στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier, στο Βέλγιο, οι εξετάσεις DNA συνεχίζονται για την ταυτοποίηση των τελευταίων ανώνυμων θυμάτων. Ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Ελληνας Νικόλαος Κατσίκης, η σορός του οποίου δεν έχει ακόμη ταυτοποιηθεί

Στην καταστροφή στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier, στο Μαρσινέλ του Βελγίου, στις 8 Αυγούστου 1956, έχασαν τη ζωή τους 262 άνθρωποι από 12 εθνικότητες, μεταξύ των οποίων και έξι Ελληνες.
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΣΤΙΣ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1956, η πρωινή βάρδια είχε ήδη κατέβει στις στοές του ανθρακωρυχείου Bois du Cazier, στο Μαρσινέλ του Βελγίου. Κάτω από τη γη βρίσκονταν 274 άνδρες: εργάτες από διαφορετικές χώρες, άνθρωποι που είχαν φτάσει εκεί αναζητώντας δουλειά, σε μια Ευρώπη που μετά τον πόλεμο προσπαθούσε να ξαναβρεί τον βηματισμό της μέσα από τα εργοστάσια, τα ορυχεία και τη βαριά βιομηχανία. Λίγο μετά τις οκτώ το πρωί, ένα βαγονέτο που δεν είχε τοποθετηθεί σωστά στον ανελκυστήρα προσέκρουσε σε μεταλλικές δοκούς, έκοψε αγωγούς λαδιού και ηλεκτρικά καλώδια, και η φωτιά απλώθηκε γρήγορα προς τα βάθη του ορυχείου. Μέσα στις πρώτες ώρες της καταστροφής μόνο 13 άνδρες κατάφεραν και βγήκαν ζωντανοί στην επιφάνεια και ο ένας από αυτούς πέθανε λίγες ώρες αργότερα. Την ίδια στιγμή, ο καπνός και το μονοξείδιο του άνθρακα έκαναν την έξοδο αδύνατη για όσους είχαν παγιδευτεί κάτω από τη γη. Για 15 ημέρες, τα σωστικά συνεργεία επιχειρούσαν ξανά και ξανά στις στοές. Στην επιφάνεια, έξω από τις πύλες του ανθρακωρυχείου, οι οικογένειες περίμεναν.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-1
Διασώστες με συσκευές οξυγόνου στο Μαρσινέλ, μία ημέρα μετά την καταστροφή στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier, 9 Αυγούστου 1956. [Φωτογραφία: Wim van Rossem / Anefo / Nationaal Archief, CC0]

Η αγωνία παρατεινόταν μέρα με τη μέρα, μαζί με την ελπίδα ότι, κάπου στα βάθη του Bois du Cazier, μπορεί να υπήρχαν ακόμη ζωντανοί. Ωσπου, στις 23 Αυγούστου, τα σωστικά συνεργεία κατάφεραν να φτάσουν στα 1.035 μέτρα. Από εκεί, από το βάθος του ορυχείου, ανέβηκε στην επιφάνεια ένας Ιταλός της ομάδας διάσωσης.

Η φράση που ξεστόμισε συνοψίζει την τραγωδία: «Tutti cadaveri», δηλαδή «όλοι νεκροί».

Ο τελικός απολογισμός: 262 θύματα, από 12 εθνικότητες. Ανάμεσά τους και έξι Ελληνες.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-2
Μαζική κηδεία στις 20 Αυγούστου 1956, με τις νεκρικές πομπές στην Place des Haies, στο Μαρσινέλ. [Φωτογραφία: Bois du Cazier Documentation Centre]

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΟ ΤΗΣ ΚΩ 

Δύο από αυτούς ήταν αδέλφια από την Κέφαλο της Κω: ο Κωνσταντίνος και ο Μανώλης Χατζηγεωργίου. Ο ένας είχε δουλέψει ως σφουγγαράς στην Κάλυμνο, όπου γνώρισε και τη γυναίκα του. Ο άλλος δούλευε στα καπνοχώραφα της Κεφάλου. Εφυγαν μαζί για το Βέλγιο, αφήνοντας πίσω γυναίκες και παιδιά. Το σχέδιο ήταν απλό και γνώριμο σε χιλιάδες οικογένειες της μεταπολεμικής Ελλάδας: να πάνε πρώτοι οι άνδρες, να βρουν δουλειά, να σταθούν στα πόδια τους και ύστερα να φέρουν κοντά τους τους δικούς τους ανθρώπους. «Στην Ελλάδα ήταν πολύ δύσκολο να βρεθεί δουλειά εκείνη την εποχή», λέει στην «Κ» η Φατίμα Μπαντρί, σύζυγος του Γεωργίου Χατζηγεωργίου, γιου του Κωνσταντίνου. Για λίγο, το σχέδιο των δύο αδελφών φάνηκε να πετυχαίνει. Περίπου δύο χρόνια μετά την αναχώρησή τους, οι γυναίκες και τα παιδιά τους πήγαν στο Βέλγιο. Ζούσαν κοντά στο ορυχείο όταν έγινε η καταστροφή.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-3
Ο Κωνσταντίνος αριστερά, δεξιά ο Μανώλης και στο κέντρο ο πατέρας τους, Γεώργιος. Τα δύο αδέλφια ήταν μέσα στα θύματα του Bois du Cazier. [Φωτογραφία: Οικογένεια Χατζηγεωργίου]

«Ενημερώθηκαν για την τραγωδία και ειδοποίησαν και την υπόλοιπη οικογένεια στην Ελλάδα», αφηγείται η Φατίμα Μπαντρί, που, αν και έχασε τον σύζυγό της πριν από 10 χρόνια, συγκινείται μέχρι και σήμερα από την οικογενειακή του ιστορία. Ακόμη όμως και μετά τον θάνατο των δύο αδελφών, η ιστορία της οικογένειας έμεινε μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο χώρες. Ο Κωνσταντίνος τάφηκε στο Βέλγιο, επειδή η γυναίκα και τα παιδιά του παρέμειναν εκεί. Ο Μανώλης τάφηκε στην Ελλάδα, καθώς η δική του γυναίκα επέστρεψε με τα παιδιά τους πίσω.

Ηθελε και η Ειρήνη, η κόρη μας, να γνωρίζει την ιστορία του παππού της. Κάθε χρόνο στις 8 Αυγούστου το Bois du Cazier διοργανώνει τελετή μνήμης για τους 262 νεκρούς και πολλές φορές συμμετείχαμε οικογενειακώς

«Ο Γεώργιος ήταν μόλις έξι ετών όταν σκοτώθηκε ο πατέρας του στο Bois du Cazier και δεν σταμάτησε ποτέ να μιλάει για τις κουβέντες που πρόλαβαν να κάνουν και τα παιχνίδια που έπαιξε μαζί του», αφηγείται η Φατίμα, που όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, περνάει το καλοκαίρι στην Κέφαλο, μαζί με την κόρη της. «Ηθελε και η Ειρήνη, η κόρη μας, να γνωρίζει την ιστορία του παππού της. Κάθε χρόνο στις 8 Αυγούστου το Bois du Cazier διοργανώνει τελετή μνήμης για τους 262 νεκρούς και πολλές φορές συμμετείχαμε οικογενειακώς».

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-4
Δημοσίευμα της «Καθημερινής», στις 12 Αυγούστου 1956.

ΟΝΟΜΑ ΧΩΡΙΣ ΣΩΜΑ

Αν για την οικογένεια Χατζηγεωργίου η τραγωδία απέκτησε από νωρίς τόπο ταφής, τελετές μνήμης και μια ιστορία που πέρασε από γενιά σε γενιά, για έναν άλλο Ελληνα η εκκρεμότητα παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα. Ο Νικόλαος Κατσίκης, γεννημένος το 1925 στον Βαρνάβα Αττικής, είναι ένας από τους έξι που σκοτώθηκαν στο Bois du Cazier. Σχεδόν εβδομήντα χρόνια μετά, παραμένει ανάμεσα στους αταυτοποίητους νεκρούς της καταστροφής.

Οι 6 Ελληνες νεκροί του Bois du Cazier

  • Νικόλαος Κατσίκης
  • Παναγιώτης Τσιαζής

  • Δημήτριος Καμπύλης

  • Λυμπέρης Φανταπούλος

  • Κωνσταντίνος Χατζηγεωργίου

  • Εμμανουήλ Χατζηγεωργίου

Σύμφωνα με στοιχεία που έθεσε στη διάθεση της «Κ» το Κέντρο Τεκμηρίωσης του Bois du Cazier, ο Νικόλας Κατσίκης έφτασε από την Ελλάδα και άρχισε να εργάζεται στο ανθρακωρυχείο στις 19 Αυγούστου 1955, την ίδια ημέρα με έναν ακόμη Ελληνα, επίσης θύμα της καταστροφής, τον Δημήτρη Καμπύλη. Στην αρχή έμεναν στον ξενώνα εργατών του ορυχείου. Ο Κατσίκης εργαζόταν ως «bouteur», εργάτης δηλαδή που φτυάριζε και μετακινούσε το κάρβουνο. Την ημέρα της καταστροφής ο Νικόλαος Κατσίκης ήταν από εκείνους που είχαν κατέβει στο βαθύτερο επίπεδο του ορυχείου, στα 1.035 μέτρα κάτω από την επιφάνεια.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-5
Ο Νικόλαος Κατσίκης, από τον Βαρνάβα Αττικής. Εβδομήντα χρόνια μετά, παραμένει ένας από τους νεκρούς του Μαρσινέλ που δεν έχουν ακόμη ταυτοποιηθεί. [Φωτογραφία: Συλλογή Le Bois du Cazier, Μαρσινέλ]
70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-6
Ο Δημήτρης Καμπύλης, συνάδελφος και συγκάτοικος του Νικόλα Κατσίκη. [Φωτογραφία: Συλλογή Le Bois du Cazier, Μαρσινέλ]

Ο αδελφός του, Γιώργος, ζούσε κι εκείνος στο Βέλγιο, στο Μοράζ, σε άλλη ανθρακωρυχική περιοχή της χώρας. Στις 28 Αυγούστου 1956 πήγε να παραλάβει τα προσωπικά αντικείμενα του Νικόλαου Κατσίκη. Εκείνη την εποχή, πολύ πριν από τις εξετάσεις DNA, η ταυτοποίηση των θυμάτων περνούσε μέσα από τέτοια εύθραυστα ίχνη: προσωπικά αντικείμενα, καταλόγους προσωπικού, μαρτυρίες συγγενών, ανθρώπους που γνώριζαν τους εργάτες του ορυχείου. Στην περίπτωση του Κατσίκη, όμως, το νήμα κόπηκε.

Ο Νικόλαος Κατσίκης έμεινε ανάμεσα στους αταυτοποίητους νεκρούς του Μαρσινέλ, θαμμένος στο τιμητικό τμήμα του κοιμητηρίου.

Οι σοροί των ανθρακωρύχων από το επίπεδο των 1.035 μέτρων, εκεί όπου εργαζόταν, ανασύρθηκαν αργότερα, από τις 31 Αυγούστου έως τις 17 Σεπτεμβρίου. Κανένα από τα στοιχεία που υπήρχαν τότε δεν στάθηκε αρκετό για να συνδέσει με βεβαιότητα μία από αυτές τις σορούς με το όνομά του. «Ο Νικόλαος Κατσίκης έμεινε ανάμεσα στους αταυτοποίητους νεκρούς του Μαρσινέλ, θαμμένος στο τιμητικό τμήμα του κοιμητηρίου. Εχουν γίνει εξετάσεις DNA προκειμένου να ταυτοποιήσουμε τη σορό του, μετά τον εντοπισμό μιας τρίτης ανιψιάς του. Ελπίζουμε να έχουμε αποτελέσματα στις αρχές Αυγούστου», δήλωσε στην «Κ» το Κέντρο Τεκμηρίωσης του Bois du Cazier.

ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ DNA, 70 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-7
Ορθόδοξοι ιερείς, μεταξύ των οποίων και ο αρχιμανδρίτης Τιμιάδης, παρόντες στις τελετές για τους Ελληνες που σκοτώθηκαν στο ανθρακωρυχείο. Εφημερίδα Le Rappel, 18 και 20 August 1956. [Συλλογή Le Bois du Cazier, Μαρσινέλ]

ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ

Ανάμεσα στους νεκρούς του Μαρσινέλ υπήρχαν και 14 άνθρωποι που θάφτηκαν χωρίς όνομα. Η προσπάθεια να ταυτοποιηθούν ξεκίνησε από τον Μικέλε Τσικόρα, γιο του Φραντσέσκο Τσικόρα, ενός Ιταλού ανθρακωρύχου που έφυγε για το Βέλγιο το 1948. Οπως πολλοί άνδρες της εποχής, μετανάστευσε μόνος, καθώς δεν ήταν οικονομικά δυνατό να εγκατασταθεί εξαρχής μαζί του η οικογένειά του. Εργάστηκε επί οκτώ χρόνια στο ανθρακωρυχείο Bois du Cazier, όπου σκοτώθηκε σε ηλικία 48 ετών. Για χρόνια, η οικογένεια του Φραντσέσκο Τσικόρα πίστευε ότι η σορός του δεν είχε ανασυρθεί ποτέ από τα βάθη του ορυχείου.

«Δεν μας δόθηκε ποτέ σώμα», λέει στην «Κ» ο Μικέλε. «Δεν είχαμε λείψανα, δεν είχαμε έναν τάφο για να ολοκληρώσουμε το πένθος μας». Ο ίδιος επισκεπτόταν συχνά το Bois du Cazier και έβλεπε τους τάφους με την επιγραφή «Inconnu» –άγνωστος, αταυτοποίητος– χωρίς να γνωρίζει ότι ο πατέρας του ενδέχεται να βρίσκεται ανάμεσά τους. Γύρω στο 2010, όπως αφηγείται στην «Κ», πληροφορήθηκε ότι όλες οι σοροί είχαν ανασυρθεί από το ορυχείο και πως ο πατέρας του θα μπορούσε να βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς τους ανώνυμους νεκρούς. «Τότε άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως άξιζε να προσπαθήσουμε να τους ταυτοποιήσουμε», λέει.

Δεν είχαμε λείψανα, δεν είχαμε έναν τάφο για να ολοκληρώσουμε το πένθος μας.

Το 2018 έμαθε ότι οι οικογένειες είχαν δικαίωμα να ζητήσουν εκταφή και εξετάσεις DNA. «Από εκεί ξεκίνησαν όλα», αφηγείται. Εναν χρόνο αργότερα, το 2019, έγραψε στον Ιταλό υπουργό Εξωτερικών ζητώντας επίσημη στήριξη από την ιταλική κυβέρνηση. Η πρωτοβουλία πήρε τότε θεσμική μορφή, με τη συμμετοχή των ιταλικών διπλωματικών αρχών, της διεύθυνσης του Bois du Cazier, νομικών, επιστημονικών φορέων, ειδικών και αστυνομικών αρχών. Την ίδια χρονιά, στην τελετή μνήμης για την τραγωδία, ο Μικέλε μίλησε δημόσια, ζητώντας από τις ιταλικές και βελγικές αρχές να στηρίξουν την προσπάθεια. Η εκταφή έγινε τον Οκτώβριο του 2021. Ο ίδιος ήταν παρών κατά την εκταφή και την προετοιμασία των λειψάνων για τη λήψη DNA. Τα πρώτα αποτελέσματα ήρθαν το 2022, ενώ τον Μάιο του 2026, σχεδόν 70 χρόνια μετά την καταστροφή, ανακοινώθηκαν δύο νέες ταυτοποιήσεις. Συνολικά, έξι από τους δεκατέσσερις ανώνυμους νεκρούς έχουν πλέον ανακτήσει την ταυτότητά τους. Ο πατέρας του Μικέλε, ωστόσο, δεν ήταν ανάμεσά τους.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-8
Ο Μικέλε με τον πατέρα του, Φραντσέσκο Τσικόρα, και με μια ξαδέλφη του. Στο φόντο διακρίνεται η μητέρα του. [Φωτογραφία: Αρχείο Μικέλε Τσικόρα]

«Είμαι πολύ περήφανος που ανέλαβα την πρωτοβουλία να ταυτοποιηθούν οι 14 ανθρακωρύχοι που είχαν ταφεί ανώνυμα στο κοιμητήριο του Μαρσινέλ, ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Κατσίκης», λέει. «Δυστυχώς, η σορός του πατέρα μου δεν ταυτοποιήθηκε και είμαι πολύ απογοητευμένος. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των εξετάσεων DNA ήταν θετικά, καθώς επέτρεψαν σε έξι ανθρακωρύχους να ανακτήσουν την ταυτότητα και την αξιοπρέπειά τους». Για τον Μικέλε το γεγονός ότι ο δικός του πατέρας δεν ταυτοποιήθηκε δεν ακυρώνει την αξία της προσπάθειας. «Είμαι πολύ χαρούμενος που οι οικογένειές τους μπορούν επιτέλους να αποτίουν φόρο τιμής σε τάφους με όνομα και φωτογραφία», λέει. «Ακόμη και ένα αποτέλεσμα θα ήταν θετικό. Τα έξι είναι πολλά. Και υπάρχει ακόμη ελπίδα για περισσότερα». Από τους 262 νεκρούς του Bois du Cazier, οι 136 ήταν Ιταλοί.

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-9
Μαζική κηδεία ανθρακωρύχων στο Μαρσινέλ. [Φωτογραφία: Bois du Cazier Documentation Centre]

Ο Μικέλε περιγράφει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο χιλιάδες ξένοι εργάτες βρέθηκαν στις βελγικές στοές μετά τον πόλεμο. Το Βέλγιο χρειαζόταν εργατικά χέρια για τα ανθρακωρυχεία του, και στην Ιταλία, όπου η ανεργία ήταν μεγάλη, η μετανάστευση προς τα βελγικά ορυχεία οργανώθηκε μέσα από συμφωνία των δύο κρατών. «Η Ιταλία ήταν γεμάτη αφίσες που υπόσχονταν καλούς μισθούς, πληρωμένες άδειες, αξιοπρεπή στέγη και δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν συχνά πολύ διαφορετική». Οι πρώτοι εργάτες στεγάζονταν σε παραπήγματα ή πρώην στρατώνες, σε δύσκολες συνθήκες, πολλές φορές χωρίς τρεχούμενο νερό.

Η ζωή στα ορυχεία, όπως την περιγράφει, άφηνε στους εργάτες δύο ενδεχόμενα: τον θάνατο σε κάποιο δυστύχημα ή τη σιλίκωση, την ασθένεια των πνευμόνων, που έμεινε γνωστή ως η αρρώστια των ανθρακωρύχων.

Κάτω από τη γη, οι συνθήκες ήταν ακόμη σκληρότερες. Οι ανθρακωρύχοι μπορούσαν να κατεβαίνουν σε βάθος έως και χιλίων μέτρων, σε θερμοκρασίες που έφταναν τους 40 βαθμούς, μέσα σε θόρυβο, σκόνη και εξαντλητικές βάρδιες. «Οσο περισσότερο κάρβουνο παρήγαγαν, τόσο περισσότερο πληρώνονταν», λέει ο Μικέλε. Η ζωή στα ορυχεία, όπως την περιγράφει, άφηνε στους εργάτες δύο ενδεχόμενα: τον θάνατο σε κάποιο δυστύχημα ή τη σιλίκωση, την ασθένεια των πνευμόνων, που έμεινε γνωστή ως η αρρώστια των ανθρακωρύχων.

ΣΤΑ 1.200 ΜΕΤΡΑ ΒΑΘΟΣ

Αυτή την πραγματικότητα γνώρισαν και οι Ελληνες που έφευγαν από χωριά και νησιά της μεταπολεμικής Ελλάδας για να κατέβουν στις στοές του Βελγίου. Αλλοι δεν γύρισαν ποτέ. Αλλοι γύρισαν με τη μνήμη της καθόδου χαραγμένη στο σώμα και το μυαλό τους. Ενας από αυτούς, ο Ζώης Παππάς, γεννήθηκε το 1930 στο Ραχούλι Παραμυθιάς και έφτασε στο Βέλγιο το 1956, σε ηλικία 26 ετών. Αργότερα τον ακολούθησαν ακόμη τρεις από το χωριό του, εκτός όμως από τον ίδιο κανείς τους δεν βρίσκεται πια στη ζωή. «Το Βέλγιο ήταν δύσκολη υπόθεση. Οσοι πηγαίναμε εκεί το κάναμε για οικονομικούς λόγους. Εργάστηκα σε ένα ανθρακωρυχείο κοντά στο Μονς και έμεινα στο Βέλγιο τέσσερα χρόνια και επτά μήνες. Εφτασα να κατεβαίνω στα 1.200 μέτρα βάθος».

Οταν κατεβαίνεις σε τέτοιο βάθος, νιώθεις τα σωθικά σου να ανεβαίνουν επάνω. Μέσα σε έναν χρόνο είχα κάνει 320 μεροκάματα. Νεκρούς έβλεπα κάθε 10 με 15 μέρες.

Ο ίδιος θυμάται ότι υπήρξαν πολλοί που όταν έφτασαν και είδαν τη δουλειά δεν άντεξαν και τα παράτησαν. Μια σκηνή όμως που δεν πρόκειται να ξεχάσει είναι όταν είδε έναν συνάδελφο νεκρό μπροστά στα μάτια του. «Τον είχε πάρει σβάρνα η αλυσίδα που ανέβαζε το κάρβουνο. Στην αρχή δεν κατάλαβα ότι είχε σκοτωθεί, του μίλησα, τον ρώτησα πού πάει με την αλυσίδα; Ιταλός ήταν, τον ήξερα, αλλά δεν θυμάμαι το όνομά του. Ποτέ δεν ήξερες αν θα τα καταφέρεις να ανέβεις πάνω», διηγείται στην «Κ». Το δυστύχημα του Σαρλερουά το θυμάται όχι μόνο σαν μια είδηση που είχε απλωθεί στα ορυχεία της περιοχής, αλλά και για έναν άλλο λόγο: «Μου είπαν να πάω να βοηθήσω για να βγάλουμε τους νεκρούς που έχουμε μέσα. Δεν πήγα. Φοβήθηκα».

70 χρόνια μετά, εξετάσεις DNA για ανθρακωρύχους χωρίς όνομα-10
Η άδεια εργασίας του Ζώη Παππά στο Βέλγιο. Ο ίδιος εργάστηκε επί τέσσερα χρόνια και επτά μήνες σε ανθρακωρυχείο κοντά στο Μονς. [Φωτογραφία: Αρχείο Ζώη Παππά]

«ΛΕΣ ΚΑΙ ΕΙΧΑΜΕ ΠΑΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ»

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1961, ο Ευστράτιος Γιαγτζίδης θα ακολουθούσε τον ίδιο δρόμο. Γεννημένος το 1932 στην Καρωτή του Εβρου, είχε μεγαλώσει σε παιδόπολη στο Μαρούσι και το ’52 γύρισε στο χωριό του. Εναν χρόνο μετά παντρεύτηκε. «Με τη γυναίκα μου δουλεύαμε στα χωράφια. Το ’61 αποκτήσαμε το δεύτερο παιδί μας και πλέον τα λιγοστά χρήματα που βγάζαμε δεν φτάνουν. Αποφάσισα να πάω στο Βέλγιο, όπως είχε κάνει και ο αδελφός μου». Ο Ε. Γιαγτζίδης περιγράφει το ταξίδι του ως μια οργανωμένη εργατική μετανάστευση: «Πρώτα πήγαμε στον Πειραιά όπου περάσαμε από γιατρούς. Από εκεί με το καράβι στο Πρίντεζι, μετά στο Μιλάνο και τελικά στη Λιέγη. Εκεί γινόταν η διαλογή μας από τους επιστάτες και τους εργοστασιάρχες ανθρακωρυχείων, σαν να ήμασταν σε σκλαβοπάζαρο. Μας πήραν εφτά μαζί από το χωριό και μας έβαλαν στον ίδιο θάλαμο».

Αργότερα, ένας γιατρός θα του έλεγε ότι βλέπει ένα μικρό στίγμα στους πνεύμονες. «Αυτό είναι του ανθρακωρυχείου το παράσημο», του απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο.

Η υποτυπώδης εκπαίδευσή τους κράτησε για μια – δυο μέρες, κατά τις οποίες τους τοποθέτησαν σε κεντρικές αρτηρίες του ανθρακωρυχείου και αμέσως μετά τους έστειλαν σε βάθος 800 μέτρων. «Οταν κατεβαίνεις σε τέτοιο βάθος, νιώσεις τα σωθικά σου να ανεβαίνουν επάνω. Μέσα σε έναν χρόνο είχα κάνει 320 μεροκάματα. Νεκρούς έβλεπα κάθε 10 με 15 ημέρες. Κάθε φορά που κατεβαίναμε λέγαμε θα βγούμε ή δεν θα βγούμε; Από αυτούς που δεν βγήκαν θυμάμαι πιο έντονα έναν φίλο, τον Λευτέρη από τη Ρόδο. Οσοι βγαίναμε ήμασταν μαύροι, λες και είχαμε πάει στον πόλεμο. Και όσο για τα χρήματα, δεν ήταν και κάτι σπουδαίο. Ενα μεροκάματο 250 δραχμών, αυτό ήταν». Τα χρήματα τα έστελνε στην Ελλάδα, όπου η γυναίκα του τον περίμενε με μια κόρη νεογέννητη και έναν γιο έξι-επτά ετών. Οταν, ύστερα από δύο χρόνια κατάφερε και έφυγε από τα ανθρακωρυχεία και πήγε στη Γερμανία, η γυναίκα του ανακουφίστηκε. Αργότερα, ένας γιατρός θα του έλεγε ότι βλέπει ένα μικρό στίγμα στους πνεύμονες. «Αυτό είναι του ανθρακωρυχείου το παράσημο», του απάντησε με ένα πικρό χαμόγελο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT