Μετράμε πόσο τοξική είναι η ατμόσφαιρα μετά τη φωτιά;
μετράμε-πόσο-τοξική-είναι-η-ατμόσφαιρ-564333817
Φωτογραφία: InTime

Μετράμε πόσο τοξική είναι η ατμόσφαιρα μετά τη φωτιά;

Η «Κ» συνομίλησε με υπουργεία, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και επιστήμονες για το ζήτημα των μετρήσεων και της περιβαλλοντικής παρακολούθησης μετά από μια πυρκαγιά ή ένα συμβάν όπως η οσμή στην Αττική, της οποίας μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε την προέλευση

Φωτογραφία: InTime
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δύο φωτιές, σε δύο βιομηχανικές περιοχές σε Θεσσαλονίκη και Αττική εκδηλώθηκαν σε λιγότερο από μία εβδομάδα. Οι μαύροι καπνοί που υψώθηκαν πάνω από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας έφεραν στο προσκήνιο το ερώτημα τι αναπνέουν οι πολίτες σε τέτοιες περιπτώσεις. 

Η «Κ» μίλησε με υπουργεία, φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και επιστήμονες για να δει ποια η διαδικασία που ακολουθείται, παίρνοντας ως παράδειγμα την πυρκαγιά στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης που είχε επεκταθεί σε ένα εργοστάσιο ανακύκλωσης, καίγοντας πλαστικά απορρίμματα και ένα εργοστάσιο επεξεργασίας λαδιού. Κάτοικοι ανέφεραν πως η μυρωδιά ανά διαστήματα γινόταν αποπνικτική.

Περίπου στις 2.30 τα ξημερώματα στην περιοχή της Θεσσαλονίκης ήχησε το 112 που προειδοποιούσε τους κατοίκους να παραμείνουν σε εσωτερικούς χώρους καθώς και να κλείσουν πόρτες και παράθυρα. Απευθυνθήκαμε στο υπουργείο Πολιτικής Προστασίας για να δούμε αν είχε περισσότερα στοιχεία για την ατμοσφαιρική ρύπανση. Το Γραφείο Τύπου μάς απάντησε πως υπεύθυνοι για αυτό είναι η Περιφέρεια και το υπουργείο Περιβάλλοντος, ενώ πρόσθεσε πως πλην εξαιρέσεων το υπουργείο στέλνει ειδοποίηση 112 έπειτα από υπόδειξη κάποιου φορέα, συνήθως της τοπικής αυτοδιοίκησης, που υποδεικνύει και τι θα αναγράφεται στις οδηγίες. 

Στο δίκτυο, οι τέσσερις από τους εννέα σταθμούς δεν λειτουργούν. Οι κάτοικοι που ήθελαν να ελέγξουν τις τιμές μπόρεσαν να τις δουν μόνο τη Δευτέρα.

Η Περιφέρεια επιβεβαίωσε την πληροφορία. «Αποφασίσαμε να σταλεί ειδοποίηση γιατί είδαμε από τους σταθμούς μέτρησης αύξηση αιωρούμενων σωματιδίων μετά τις 12.30 το βράδυ. Εστάλησαν συνολικά τρία μηνύματα 112, από τις 2.30 μέχρι τις 4.00 το πρωί», σημείωσε στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Γιουτίκας, αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης. 

Η Περιφέρεια εντόπισε την αύξηση των σωματιδίων από το δίκτυο των σταθμών μέτρησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που διαθέτει. Στο δίκτυο αυτό, οι τέσσερις από τους εννέα σταθμούς δεν λειτουργούν. Οι κάτοικοι που ήθελαν να ελέγξουν τι τιμές μπόρεσαν να τις δουν μόνο τη Δευτέρα καθώς η σελίδα της Περιφέρειας που έχει δημιουργηθεί για τον σκοπό αυτό δεν ανανεώνεται το Σαββατοκύριακο.

Τι ουσίες αναπνέουμε;

Το Εθνικό Αστεροσκοπείο εντόπισε αύξηση μικροσωματιδίων από σχετικά νωρίς το βράδυ. Με ανακοίνωσή του σημείωσε ότι «καταγράφηκε παροδική επιβάρυνση της ποιότητας του αέρα στο κεντρικό και το ανατολικό τμήμα της πόλης, με τις ωριαίες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων PM2.5 να ξεπερνούν τα 60 μg m-3 στις θέσεις μέτρησης των περιοχών Νεάπολης και Ευζώνων, κατά το διάστημα από τις 22.00 του Σαββάτου έως τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής». Από το πρωί της Κυριακής, τα επίπεδα σε όλη την περιοχή της Θεσσαλονίκης έχουν επανέλθει σε φυσιολογικά για την εποχή επίπεδα.

Ο Δημήτρης Μπαλής, καθηγητής του Τμήματος Φυσικής και διευθυντής στο Εργαστήριο Φυσικής της Ατμόσφαιρας του ΑΠΘ αντίστοιχα ανέφερε πως σε κάποιες περιοχές ανάλογα με το πώς φυσούσε ο αέρας καταγράφηκαν παροδικά διπλάσιες έως και τριπλάσιες τιμές μικροσωματιδίων. Ηταν τοξικό το νέφος; «Οτι ήταν τοξικό το ξέρουμε. Αυτές τις ουσίες είναι επικίνδυνο να τις αναπνέουμε ακόμα και σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Και μόνο από την υπάρχουσα βιβλιογραφία γνωρίζουμε περίπου ποια συστατικά εκλύονται στην ατμόσφαιρα», ανέφερε. 

Η σύσταση δεν μπορεί να μετρηθεί από τους συμβατικούς σταθμούς που διατηρεί η Περιφέρεια. Αυτό απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό, ο οποίος ωστόσο υπάρχει στην Ελλάδα.

«Το ερώτημα δεν είναι αν είναι τοξικό το νέφος, αλλά ποια η χημική του σύσταση. Αυτή θα μας δείξει πόσο τοξικό ήταν», υπογραμμίζει ο Κωνσταντίνος Συνολάκης, καθηγητής Πολιτικών Μηχανικών στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καρολίνας (USC) και πρόεδρος της Ειδικής Επιστημονικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής στην Ελλάδα. Η σύσταση αυτή δεν μπορεί να μετρηθεί από τους συμβατικούς σταθμούς που διατηρεί η Περιφέρεια. Αυτό απαιτεί εξειδικευμένο εξοπλισμό, ο οποίος υπάρχει στην Ελλάδα. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έχουν περιέλθει σε γνώση της «Κ», δεν έγινε επίσημα από κρατικό φορέα κάποια δειγματοληψία ώστε να αναλυθεί η σύσταση του τοξικού νέφους.

Συλλογή δεδομένων

Ερωτηθείς αν αυτή είναι μια γνώση που πρέπει να έχουμε, ο κ. Συνολάκης απάντησε καταφατικά λέγοντας πως η σκόνη από καμένα πολυμερή δεν είναι μια συνηθισμένη σκόνη. Δίχως να κινδυνολογεί, αναφέρει πως η γνώση είναι σημαντική ακόμα και για να καθησυχάσει τους πολίτες, επισημαίνοντας ότι δεν κάνουμε μετρήσεις μόνο όταν φοβόμαστε το χειρότερο. Θέλοντας να δείξει μάλιστα τη διαφορά κουλτούρας, χωρίς να συγκρίνει προφανώς σε μέγεθος τα δύο περιστατικά, ανέφερε πως στις φωτιές στο Λος Αντζελες, όπου βρισκόταν και ο ίδιος τις ημέρες εκείνες, οι Αρχές ακολουθούσαν ένα οργανωμένο πρόγραμμα δειγματοληψιών αέρα και χώματος. Οι μετρήσεις συνεχίστηκαν για έναν χρόνο και τα αποτελέσματα των ποιοτικών μετρήσεων κοινοποιήθηκαν στους κατοίκους. 

Η επιστημονική ομάδα APCG προσπαθεί μέσα από τη συλλογή δεδομένων να δημιουργήσει κάποιους δείκτες που θα μπορούν να εκτιμήσουν το επίπεδο τοξικότητας σε κάθε φωτιά.

Κάποια δείγματα έφτασαν και μέχρι τα εργαστήρια της Ομάδας Ατμοσφαιρικής Φυσικής και Χημείας (APCG) του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών για ανάλυση. Με δική της πρωτοβουλία, η APCG κάνει μετρήσεις της ποιότητας του αέρα στην Αθήνα όταν υπάρχει φωτιά, ώστε να μελετήσει τη σύσταση των μικροσωματιδίων μέσω φίλτρων που διαθέτει. «Φροντίζουμε σε όλες τις φωτιές να ξέρουμε την έκθεση στον πληθυσμό, γιατί όσο πιο πολλά δεδομένα έχουμε τόσο καλύτερα», δήλωσε ο Νίκος Μιχαλόπουλος, διευθυντής έρευνας της APCG. Οπως περιέγραψε, η επιστημονική ομάδα προσπαθεί μέσα από τη συλλογή δεδομένων να δημιουργήσει κάποιους δείκτες που θα μπορούν να εκτιμήσουν το επίπεδο τοξικότητας σε κάθε φωτιά. «Στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης, η έκθεση ήταν βραδινές ώρες και μικρής διάρκειας, και δεν φάνηκε να επηρεάζει άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχει ενα πρωτόκολλο ώστε να γίνονται στοχευμένες ενέργειες για να μην αφήνονται κενά στην ενημέρωση».  

Αέρας, χώμα, νερό

Η Ελια Ψυλλάκη, καθηγήτρια στη Σχολή Χημικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πολυτεχνείου Κρήτης, η οποία πέρυσι τιμήθηκε με το βραβείο Robert Kellner Lecture Award, πρόσθεσε και ακόμα μια παράμετρο στο πρόβλημα. «Πρέπει να κοιτάμε όλο το σύστημα: αέρα, χώρα, νερό», τόνισε, προσθέτοντας πώς πρέπει να βλέπουμε την «περιβαλλοντική τύχη» των ρύπων: «Να ξέρουμε πού θα μετακινηθούν, αν θα διασπαστούν. Το γεγονός ότι φύσηξε και έφυγαν οι ρύποι δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν. Θα πρέπει να παρακολουθούνται το χώμα, η βλάστηση και τα ποσοστά επιβάρυνσης σε αυτά». Ανάλογα με τα αποτελέσματα των μετρήσεων, πρόσθεσε, μπορούν να υπάρχουν και αντίστοιχες οδηγίες, όπως το πώς να καθαρίσεις το σπίτι σου μετά από μια φωτιά ή σε κάποιες περιπτώσεις που η επιβάρυνση είναι πολύ μεγάλη να δοθεί οδηγία να σταματήσει η καλλιέργεια για κάποιο διάστημα.

Το γεγονός ότι φύσηξε και έφυγαν οι ρύποι δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν. Θα πρέπει να παρακολουθούνται το χώμα, η βλάστηση και τα ποσοστά επιβάρυνσης σε αυτά.

«Δεν πρέπει να κινδυνολογούμε αλλά τέτοιες μετρήσεις μάς βοηθούν να αξιολογούμε την κατάσταση. Ρύπανση υπάρχει παντού γύρω μας. Η γνώση είναι όπλο. Στον γιατρό δεν πάμε μόνο όταν είμαστε άρρωστοι, πάμε και για να κάνουμε τα καθιερωμένα τσεκάπ», τόνισε. Η ίδια επισήμανε πως και το δικό της εργαστήριο στην Κρήτη ανέλυσε χώμα από το Λος Αντζελες, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους, διευκρινίζοντας πως αυτές οι πρακτικές στο εξωτερικό είναι δεδομένες. 

Το όριο των pm2.5

Απευθυνθήκαμε στο υπουργείο Περιβάλλοντος. Ο γενικός γραμματέας Φυσικού Περιβάλλοντος και Υδάτων, Πέτρος Βαρελίδης, ανέφερε πως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης δεν ξεπεράστηκαν τα όρια των μικροσωματιδίων (pm2.5) ώστε να υπάρξουν συγκεκριμένες συστάσεις προς τον πληθυσμό ή τις επιχειρήσεις, όπως εξειδικεύει ο νόμος, ή να προβεί το υπουργείο σε περαιτέρω ενέργειες. «Αν δεν ξεπεραστεί το όριο των pm2.5 είναι εξαιρετικά απίθανο να υπάρχουν υπερβάσεις αλλού. Οπως πάει ο καπνός ψηλά, πάνε και οι άλλες ουσίες ψηλά». Ερωτηθείς τι προβλέπεται αν ξεπεραστεί το όριο αυτό σε επίπεδο μετρήσεων, πλην των συστάσεων στον πληθυσμό, ο κ. Βαρελίδης απάντησε πως «αν πράγματι γέμιζε όλη η Θεσσαλονίκη με καπνό -ένα διάστημα έχει συμβεί στην Αττική αυτό εξαιτίας δασικής πυρκαγιάς-, μπορεί η Περιφέρεια ή το υπουργείο, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι ζήτημα που πρέπει να παρέμβει το υπουργείο, να φωνάξει κάποιο πιστοποιημένο εργαστήριο και να κάνει μετρήσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης». 

Στην Ελλάδα δεν έχουμε κουλτούρα διαχρονικής μέτρησης περιβαλλοντικών παραμέτρων. Κάθε πυρκαγιά έχει τη δική της σκόνη. Αν υπάρχουν μετρήσεις, εκπαιδεύεται και το σύστημα Πολιτικής Προστασίας για να εκδίδει τις αντίστοιχες οδηγίες. Κατακτήσαμε το 112. Είναι πολύ καλή αρχή, αλλά πρέπει το εργαλείο αυτό να εξελιχθεί.

Οι ερευνητικοί φορείς με τους οποίους μιλήσαμε ανέφεραν πως οι μετρήσεις, ειδικά όταν πρόκειται για σύσταση μικροσωματιδίων όπου χρειάζεται ειδικός εξοπλισμός, μπορούν να γίνονται μόνο σε ένα οργανωμένο πλαίσιο συνεργασίας με το κράτος, καθώς είναι αδύνατον να είναι πάντα σε ετοιμότητα το επιστημονικό προσωπικό και να υπάρχει πάντα η δυνατότητα μεταφοράς του εξοπλισμού.

Αναπάντητη η οσμή στην Αττική

Η έλλειψη τέτοιων δομημένων συνεργασιών και πρωτοκόλλου φάνηκε, κατά τον κ. Μιχαλόπουλο, και στο ζήτημα της οσμής που κατέκλυσε την Αθήνα τη 19η Μαΐου και της οποίας ακόμα δεν γνωρίζουμε την αιτία. «Εφόσον δεν πήραμε δείγμα εκείνη τη στιγμή, όλα είναι υποθέσεις. Κάναμε μια υπόθεση που έχει κάποια βάση αλλά δεν παύει να είναι υπόθεση», τόνισε ο κ. Μιχαλόπουλος.

Ο καθηγητής διευκρίνισε πως παρότι είναι μια δύσκολη μέτρηση, η ελληνική επιστημονική κοινότητα διαθέτει την τεχνογνωσία και αν υπήρχε πρωτόκολλο συνεργασίας με κάποιον ερευνητικό φορέα, αυτός θα έκανε το παν για να πάρει δείγματα εγκαίρως και να τα αναλύσει. «Αν υπήρχε πρωτόκολλο, εμείς και τώρα θα μπορούσαμε με φορητό εξοπλισμό να είμαστε στον Ασπρόπυργο όπου εκδηλώθηκε η φωτιά και να παίρνουμε δείγματα από κάποιες τοξικές ουσίες και να κάνουμε χαρτογράφηση των μικροσωματιδίων», ανέφερε χαρακτηριστικά. 

Κατά τον κ. Συνολάκη, στην περίπτωση της οσμής χάθηκε το κρίσιμο παράθυρο των πρώτων ωρών για δειγματοληψία, κάτι που δείχνει πως δεν υπήρχε επιχειρησιακή ετοιμότητα για ένα τέτοιο περιστατικό, αλλά ούτε και η πρωτοβουλία από κάποιον φορέα για να κάνει μέτρηση. 

Αν υπήρχε πρωτόκολλο, εμείς και τώρα θα μπορούσαμε με φορητό εξοπλισμό να είμαστε στον Ασπρόπυργο όπου εκδηλώθηκε η φωτιά και να παίρνουμε δείγματα από κάποιες τοξικές ουσίες και να κάνουμε χαρτογράφηση των μικροσωματιδίων.

Ο κ. Βαρελίδης απορρίπτει την κριτική λέγοντας πως το υπουργείο έκανε μετρήσεις. «Στείλαμε αμέσως το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και έκανε φασματοσκοπική ανάλυση. […] Οι αναλύσεις αυτές είναι σύνθετες και δεν είναι εύκολο να γίνει ταυτοποίηση μετά της πηγής που ενδεχομένως υπάρχει. Και ειδικά η οσμή είναι ένα από τα πιο δύσκολα θέματα που υπάρχουν παγκοσμίως. Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρεις την οσμή».

Αναφορικά με τη συνεργασία με επιστημονικούς φορείς, ο γενικός γραμματέας δήλωσε ότι στο παρελθόν υπήρχαν συμφωνίες-πλαίσιο με κάποια ερευνητικά κέντρα, τα οποία καλούνταν όταν υπήρχαν τέτοια περιστατικά για να κάνουν αναλύσεις. «Στην περίπτωση με την οσμή, το κάναμε ad hoc: πήραμε το πανεπιστήμιο επί τόπου για να κάνει τις αναλύσεις. Το πρόβλημα είναι ότι στην πράξη έχει αποδειχθεί ότι λόγω της μεγάλης ποικιλομορφίας των συμβάντων είναι πρακτικά εξαιρετικά απίθανο να μπορέσει κανείς μέσα από τέτοια τυποποιημένα πρωτόκολλα συνεργασίας να βγάλει άκρη. […] Αυτό που φαντάζεται ο πολίτης ότι μπορεί να γίνει τεχνολογικά και επιστημονικά, η απάντηση είναι ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει».

Κουλτούρα διαχρονικής μέτρησης 

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της πυρκαγιάς, κατά τον κ. Βαρελίδη, πρέπει να υπάρχει αίσθηση της αναλογικότητας για το τι κάνουμε. «Για να υπάρχει στοχευμένη και ουσιαστική μέτρηση, αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει διάρκεια, έτσι ώστε να μπορέσεις να δεις τι είναι αυτό που καίγεται και να πας στοχευμένα να μετρήσεις μια συγκεκριμένη ουσία». Παρέθεσε το παράδειγμα της πυρκαγιάς στο δάσος της Δαδιάς, λέγοντας ότι σε εκείνη την περίπτωση έχει νόημα να μετρήσεις την επιβάρυνση των υπόγειων υδάτων, γιατί γνωρίζεις στοχευμένα τι να μετρήσεις. 

«Στην Ελλάδα δεν έχουμε κουλτούρα διαχρονικής μέτρησης περιβαλλοντικών παραμέτρων. Κάθε πυρκαγιά έχει τη δική της σκόνη. Αν υπάρχουν μετρήσεις, εκπαιδεύεται και το σύστημα Πολιτικής Προστασίας για να εκδίδει τις αντίστοιχες οδηγίες. Κατακτήσαμε το 112. Είναι πολύ καλή αρχή, αλλά πρέπει το εργαλείο αυτό να εξελιχθεί», κατέληξε ο κ. Συνολάκης. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT