Για ένα «τυφλό» σημείο του συστήματος διαχείρισης περιστατικών όπως αυτό που προκάλεσε την έντονη δυσοσμία, που έγινε αισθητή το μεσημέρι της Τρίτης σε πολλές περιοχές της Αττικής, μιλούν αυτοδιοικητικοί και επιστήμονες, καθώς παρά τη μεγάλη κινητοποίηση όλων των αρμόδιων υπηρεσιών δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί τι προκάλεσε το συμβάν.
Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από τη στιγμή που οι κάτοικοι της πρωτεύουσας άρχισαν να μυρίζουν τη δυσάρεστη οσμή αποκλείστηκαν ενδεχόμενα όπως η διαρροή φυσικού αερίου από το δίκτυο, τις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας ή τα πλοία που το μεταφέρουν. Οι εταιρείες πετρελαίου δεν ανέφεραν πρόβλημα στα διυλιστήρια και η ΕΥΔΑΠ σημείωσε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις πως το πρόβλημα προέκυψε από το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων στην Ψυττάλεια. Τέλος, τα σκάφη του Λιμενικού ερεύνησαν τις θάλασσες της Αττικής αλλά δεν εντόπισαν κάποια πηγή ρύπανσης.
Ολοι κινήθηκαν ανεξάρτητα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, αλλά η πηγή του προβλήματος δεν εντοπίστηκε, όπως δεν είχε εντοπιστεί και πέρυσι τον Μάιο όταν συνέβη ένα αντίστοιχο περιστατικό. Αυτή η έλλειψη γνώσης -που συν τοις άλλοις καλλιεργεί και το έδαφος για την ανάπτυξη διάφορων θεωριών συνωμοσίας- είναι που προκαλεί προβληματισμό.
Κατακερματισμός
Για λίγες ώρες το μεσημέρι της Τρίτης, η ανησυχία για τα αίτια της οσμής οδήγησε δήμους των νοτίων προαστίων στην απόφαση να εκκενώνουν τις υπηρεσίες τους φοβούμενοι διαρροή φυσικού αερίου και να δώσουν εντολή στα σχολεία να κρίνουν αν πρέπει οι μαθητές να αποχωρήσουν. Την ίδια στιγμή η Πολιτική Προστασία έδινε εντολή για την ανάπτυξη οχημάτων της Πυροσβεστικής για τη διενέργεια ελέγχου σε σημεία όπου υπήρχαν αναφορές για έντονη οσμή, ενώ και οι επιθεωρητές Περιβάλλοντος ενημερώθηκαν για να διερευνήσουν τα αίτια του φαινομένου.
Αυτό που φάνηκε ότι έλειψε, και που επισημαίνεται ως κενό του συστήματος, ήταν μια κεντρική αρμόδια αρχή που θα αναλάμβανε από την αρχή τη διαχείριση του περιστατικού, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και την ευθύνη να εξηγήσει συνολικά στους πολίτες τι συνέβη.
Κάθε υπηρεσία που ενεπλάκη ανακοίνωνε ξεχωριστά τα αποτελέσματα της έρευνάς της, τα οποία ήταν σε όλες τις περιπτώσεις πανομοιότυπα: δεν εντοπίστηκε κάτι που να εξηγεί την οσμή. Αυτό που φάνηκε ότι έλειψε, και που επισημαίνεται ως κενό του συστήματος, ήταν μια κεντρική αρμόδια αρχή που θα αναλάμβανε από την αρχή τη διαχείριση του περιστατικού, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και την ευθύνη να εξηγήσει συνολικά στους πολίτες τι συνέβη.
Μη θεσμοθετημένος ρύπος
Ο διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Νίκος Μιχαλόπουλος, λέει στην «Κ» ότι όταν πρόκειται για οσμές είναι δύσκολο να μετρηθούν και να αναλυθούν άμεσα. «Δεν πρόκειται για θεσμοθετημένο ρύπο. Θεωρείται όχληση και δεν υπάρχουν όρια για να πούμε ότι από ένα επίπεδο και πάνω θα σημάνει συναγερμός. Επίσης, στις οσμές υπάρχουν εκατοντάδες ενώσεις, ενώ δεν υπάρχει πάντα ο εξοπλισμός για να γίνει άμεση ανάλυση», σημειώνει και προσθέτει ότι «η δική μου υπόθεση είναι πως δεν πρόκειται για φυσικό αέριο και ότι δεν ήταν ένα φαινόμενο που έχει να κάνει με τη θάλασσα».
Η έλλειψη της γνώσης είναι που προκαλεί την αδυναμία κινητοποίησης του κατάλληλου μηχανισμού.
«Σε μια περίπτωση όπως αυτή, φαίνονται οι αδυναμίες του συστήματος», λέει από πλευράς του ο δήμαρχος Αλίμου, Ανδρέας Κονδύλης. «Η ιδιαιτερότητα ήταν ότι δεν είχαμε ποτέ ενημέρωση για το τι αντιμετωπίζουμε. Θεωρώ ότι είναι αστοχία να μην μπορούν να εντοπιστούν τα αίτια της οσμής, διότι η έλλειψη αυτής της γνώσης είναι που προκαλεί την αδυναμία κινητοποίησης του κατάλληλου μηχανισμού. Αυτό που συνέβη, χθες, δεν ήταν, για παράδειγμα, ένας σεισμός όπου όλοι γνωρίζουν τις αρμοδιότητές τους και πώς πρέπει να κινηθούν. Εστω και τώρα, θα πρέπει να μάθουμε τι συνέβη για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σωστά σε μελλοντικά περιστατικά», προσθέτει.
Ενα πρωτόκολλο που θα οδηγεί σε απαντήσεις
Ο πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και καθηγητής Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΑΠΘ, Δημοσθένης Σαρηγιάννης, λέει στην «Κ» ότι αυτό το περιστατικό «είναι μια ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα μικρό πρωτόκολλο ώστε να μπορούν οι επιστήμονες που έχουν τα εργαλεία να κινητοποιούνται άμεσα, να συντονίζονται και να δίνουν τις απαντήσεις». Ο καθηγητής τονίζει ότι εφόσον αποκλείονται κάποιες βασικές πιθανότητες για την πηγή της οσμής είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν τα αίτιά της. Η δική του εκτίμηση είναι ότι προήλθε είτε από τη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, όπου γίνονται εργασίες σε πλοία, είτε από καθαρισμό δεξαμενόπλοιου που είναι αγκυροβολημένο στα ανοιχτά της Αίγινας.
Οπως επισημαίνει, η πηγή της οσμής και στο αντίστοιχο περσινό φαινόμενο προήλθε από την ίδια περιοχή, κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει μια εποχικότητα. «Κάνοντας την ανάλυση και από τις μετεωρολογικές συνθήκες και στα δύο περιστατικά είδαμε το φαινόμενο να συγκλίνει στα ίδια σημεία και τις δύο χρονιές. Αυτό δείχνει ότι υπάρχει μια περιοδικότητα στην πηγή», λέει και προσθέτει ότι το φετινό φαινόμενο ήταν πιο έντονο από το αντίστοιχο περσινό.
