ΠΩΣ ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΤΑΙ ο Καραγάτσης στα ιταλικά, ο Βαλτινός στα ρουμανικά ή ο Κοσμάς Πολίτης στα βουλγαρικά; Και τι σημαίνει να δουλεύεις πάνω σε ένα ελληνικό λογοτεχνικό κείμενο για ένα κοινό που δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα, την ιστορία και τις πολιτισμικές της αναφορές;
Από την 1η έως τις 15 Ιουνίου, τέσσερις μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας θα βρεθούν στη Βίτσα, στην «Επέκεινα Χώρα», μια ανακαινισμένη ιδιοκτησία του 19ου αιώνα κοντά στο φαράγγι του Βίκου. Είναι η πρώτη περίοδος του προγράμματος φιλοξενίας μεταφραστών του GreekLit, που οργανώνει το Ελληνικό Ιδρυμα Βιβλίου και Πολιτισμού. Το πρόγραμμα στηρίζει μεταφράσεις ελληνικών έργων στο εξωτερικό, καλύπτοντας έως και το 75% του μεταφραστικού κόστους. Οπως σχολιάζει ένας από τους συμμετέχοντες, ο βραβευμένος μεταφραστής Χέρο Χόκβερντα, αυτή η στήριξη είναι κρίσιμη ακριβώς επειδή τα ελληνικά δεν ανήκουν στις γλώσσες που κυκλοφορούν εύκολα στη διεθνή εκδοτική αγορά. «Τι να κάνουμε, έτσι είναι», λέει στην «Κ». «Αν όμως επιδοτηθεί το μεταφραστικό κόστος, ο εκδότης δεν έχει αυτό το πρόβλημα. Βρίσκεται το βιβλίο με τους ίδιους όρους όπως με ένα ολλανδικό βιβλίο. Αυτός είναι ο σκοπός».
ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΗ «ΦΟΝΙΣΣΑ»
Ο ίδιος, ως γιος προτεστάντη ιερέα, μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η Βίβλος διαβαζόταν σε διαφορετικές μεταφράσεις και ο λόγος είχε «την πρώτη θέση». Τα ελληνικά μπήκαν πρώτα στη ζωή του ως αρχαία γλώσσα, όμως το πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, το καλοκαίρι του 1968, άνοιξε τον δρόμο και προς τα νέα ελληνικά. Η μητέρα του του είχε χαρίσει τότε ένα βιβλίο για το Αιγαίο. «Το βιβλίο είχε στο τέλος ένα σαρανταπεντάρι με τέσσερα ελληνικά τραγούδια. Θυμάμαι ακόμα πόση εντύπωση μου είχε κάνει το “Χάρτινο το φεγγαράκι”, που το έπαιξα χιλιάδες φορές», σχολιάζει. Στην Αθήνα αγόρασε και μια μέθοδο νεοελληνικών για ολλανδόφωνους και από εκεί, όπως σημειώνει, πήρε την απόφαση να ασχοληθεί με τα νεοελληνικά παράλληλα με τις κλασικές σπουδές. Ακολούθησαν σπουδές Κλασικής, Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, διδασκαλία Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στα Πανεπιστήμια του Χρόνινγκεν και του Αμστερνταμ και μια παράλληλη μεταφραστική διαδρομή που ξεκίνησε με το «Διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή. Οπως όμως σχολιάζει, το βιβλίο με τη μεγαλύτερη απήχηση που έχει μεταφράσει είναι «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή. «Εφτασε μάλιστα και σε επανέκδοση, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στις μεταφράσεις», λέει.

Το 2024, του απονεμήθηκε το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης Ελληνικού Λογοτεχνικού Εργου σε Ξένη Γλώσσα για τη μετάφραση στα ολλανδικά του έργου του Ανδρέα Εμπειρίκου “Τα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων”. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ta Grammata, έναν μικρό αλλά συστηματικό ολλανδικό εκδοτικό οίκο που ειδικεύεται στην ελληνική γραμματεία: από την αρχαιότητα και το Βυζάντιο έως τη νεοελληνική ποίηση και πεζογραφία. Από το 1989 ο Χόκβερντα επιμελείται τη σειρά της ελληνικής ποίησης, όπως και της ελληνικής πεζογραφίας, με περίπου 60 τίτλους.
Δεν με δυσκολεύουν λέξεις όπως το ψωμί, γιατί έχουμε κι εμείς ψωμί. Στις λέξεις που περιγράφουν συναισθήματα δυσκολεύομαι.
«Σκοπός μας είναι να πλησιάσουμε όλο το αναγνωστικό κοινό της Ολλανδίας», λέει ο κύριος Χόκβερντα. «Βέβαια, αυτό είναι πολύ δύσκολο, γιατί κάθε χρόνο κυκλοφορούν χιλιάδες καινούργια βιβλία. Στην Ολλανδία, όταν κάποιος αναφέρεται στην ελληνική λογοτεχνία έχει συνήθως στο μυαλό του τον Καζαντζάκη, και ιδίως τον “Ζορμπά”, ή τον Καβάφη». Ο ίδιος μόλις ολοκλήρωσε ένα μεγάλο εγχείρημα: δύο τόμους, περίπου 800 σελίδες συνολικά, με νέα ολλανδική μετάφραση των 154 ποιημάτων και ένα εκτενές βιβλίο με πεζά, σχόλια και κείμενα γύρω από τον Καβάφη. Η δουλειά αυτή, όπως λέει, κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια. Στη Βίτσα, όμως, ο κύριος Χόκβερντα επιστρέφει στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. «Μετέφρασα τη “Φόνισσα” τη δεκαετία του 1990, πριν από 35 χρόνια, και από τότε αγάπησα όλο το έργο του», λέει. «Είχα σκοπό να κάνω κάποια στιγμή μια επιλογή από τα διηγήματά του. Τώρα που είμαι στη σύνταξη έχω την ελευθερία και την άνεση να κάνω αυτό που θέλω. Εχει μια ποιητικότητα ο Παπαδιαμάντης, και στη γλώσσα αλλά και στη δομή των διηγημάτων. Νομίζω πως αυτή η προσωπική και ποιητική πλευρά του μπορεί να μιλήσει στον Ολλανδό αναγνώστη».

Η βασική δυσκολία για τον κύριο Χόκβερντα είναι η γλώσσα, όχι τόσο ως προς την κατανόησή της όσο ως προς την απόδοσή της στα ολλανδικά. «Ο Παπαδιαμάντης δεν μεταφράζεται έτσι όπως είναι. Δεν έχουμε ούτε τέτοιο γλωσσικό εύρος ούτε τέτοια ποικιλία», λέει ο έμπειρος μεταφραστής. Γι’ αυτό δεν επιχειρεί να μιμηθεί μηχανικά την παλαιότητα του πρωτοτύπου, αλλά επιλέγει σύγχρονα ολλανδικά, κρατώντας ορισμένα στοιχεία από παλαιότερες μορφές τους. «Δεν με δυσκολεύουν λέξεις όπως το ψωμί, γιατί έχουμε κι εμείς ψωμί. Στις λέξεις που περιγράφουν συναισθήματα δυσκολεύομαι. Βέβαια και εμείς έχουμε συναισθήματα, όμως, τα ελληνικά και τα ολλανδικά δεν συμπίπτουν με ακρίβεια». Οι γλώσσες, όπως το περιγράφει, μοιάζουν με τα ράστερ στη φωτογραφία: δεν πέφτουν ποτέ ακριβώς η μία πάνω στην άλλη. Ενα αντίστοιχο παράδειγμα που τον δυσκολεύει είναι η λέξη «πονηρός». «Από τη μία έχει αρνητική χροιά. Από την άλλη, κάποιος που δεν είναι πονηρός μπορεί να είναι αγαθός, αφελής. Και αυτό πάλι δεν είναι πάντα καλό. Είναι πάντα μια λέξη που με δυσκολεύει στο πώς να την αποδώσω».
22.409 ΣΕΛΙΔΕΣ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του προγράμματος GreekLit, από το 2021 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί 86 τίτλοι, 22.409 μεταφρασμένες σελίδες και περίπου 86.000 αντίτυπα. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παραγωγής είναι λογοτεχνικό: σχεδόν επτά στους δέκα τίτλους που έχουν υποστηριχθεί, 69,5%, ανήκουν στη λογοτεχνία. Ακολουθούν η ποίηση με 14,6%, το θέατρο με 7,3% και η παιδική λογοτεχνία με 6,1%, ενώ μικρότερα ποσοστά αφορούν την αυτοβιογραφία και την ιστορία. Οι γλωσσικές διαδρομές δείχνουν και την έκταση του εγχειρήματος, καθώς οι μεταφράσεις του GreekLit απλώνονται σε 25 γλώσσες. Τα ισπανικά και τα γαλλικά έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο, αλλά στον ίδιο χάρτη εμφανίζονται και γλώσσες όπως τα αλβανικά, τα ρουμανικά, τα ιταλικά, τα ολλανδικά, τα βουλγαρικά, τα αραβικά και τα ουκρανικά.
Οταν μεταφράζω, νιώθω λίγο σαν τον Μικρό Πρίγκιπα του Σαιντ-Εξυπερύ: βιώνω ταυτόχρονα μοναξιά, φιλία, αγάπη, ευθύνη και απώλεια.
Στον συλλογικό τόμο «29 διαδρομές προς την ελληνική γλώσσα» (εκδόσεις ΕΛΙΒΙΠ) μεταφραστές του προγράμματος αφηγούνται τη συνάντησή τους με την ελληνική γλώσσα. Η Αντζελα Μπράτσου, που θα μεταφράζει στη Βίτσα το διήγημα του Θανάση Βαλτινού «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο» στα ρουμανικά, αυτοσυστήνεται ως «επαγγελματίας αναγνώστρια» και γράφει πως κουβαλά εδώ και χρόνια λέξεις και από τις δύο γλώσσες. «Οταν μεταφράζω, νιώθω λίγο σαν τον Μικρό Πρίγκιπα του Σαιντ-Εξυπερύ: βιώνω ταυτόχρονα μοναξιά, φιλία, αγάπη, ευθύνη και απώλεια. Τα λουλούδια μου είναι οι δύο εύθραυστες γλώσσες με τις οποίες εργάζομαι κυρίως, θεωρούνται από κάποιους ήσσονος σημασίας και μικρής κυκλοφορίας, αλλά για εμένα είναι οι πιο σημαντικές. Η ευθραυστότητά τους είναι μόνο φαινομενική – έχουν αντέξει τόσα χρόνια και σε πολύ σκληρές συνθήκες».

ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΑΓΑΠΗ
Αντίστοιχα, ο Φραντσέσκο Κολαφέμινα, που μεταφράζει τον «Μεγάλο ύπνο» του Μ. Καραγάτση στα ιταλικά, θυμάται μια διαφορετική, πιο ανορθόδοξη διαδρομή. Στα 15 του έκανε μαθήματα με την παλιά καθηγήτρια της μητέρας του. Εκεί άρχισε να μεταφράζει Πλάτωνα, Ισοκράτη, Θουκυδίδη. Μια μέρα την είδε να διαβάζει Καβάφη, που τότε δεν γνώριζε καθόλου. «Και όποτε τα μαθήματα με δυσκόλευαν, η γυναίκα αυτή μού έδινε κουράγιο διαβάζοντάς μου “Το πρώτο σκαλί” – “Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι / τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα”». Χρόνια αργότερα, στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα, βρήκε μια χώρα διαφορετική από εκείνη που του είχε περιγράψει η καθηγήτριά του μέσα από τις αναμνήσεις της δεκαετίας του ’60. «Βρήκα μια χώρα που γλεντούσε και στην οποία υπήρχε μια ιδιαίτερη αυθεντικότητα. Αγόρασα ένα cd και μόλις γύρισα στο Μπάρι, στην πράσινη αίθουσα της Βιβλιοθήκης Κλασικών Σπουδών του πανεπιστημίου, πλησίασα μια μελαχρινή κοπέλα και της ζήτησα να μου πει αν η μετάφραση που είχα κάνει στα τραγούδια εκείνου του cd –του Γιάννη Πλούταρχου- ήταν σωστή. Η Χριστίνα, κόρη ενός παπά από τη Ζάκυνθο, η οποία σπούδαζε στην Ιταλία, έμεινε να χάσκει. Κάπως έτσι άρχισα να διαβάζω και τα νεοελληνικά μαζί με τα αρχαία, και να περνάω όλα τα καλοκαίρια μου στην Ελλάδα. Εχω διαβάσει πολύ, έχω δουλέψει πολύ, έχω κοπιάσει πολύ, μόνο και μόνο γι’ αυτήν την ατέλειωτη αγάπη για τον ελληνισμό, που δεν εξηγείται λογικά αλλά μόνο με την καρδιά».
