ΕΙΝΑΙ μια συννεφιασμένη μέρα. Ο Μιλτιάδης Κουρούμαλης, γιος του Λουκά Κουρούμαλη, ενός εκ των παιδιών που επέζησαν από τη σφαγή του Διστόμου, σκυθρωπός, αναρωτιέται αν κάποια στιγμή θα έρθει η στιγμή της δικαίωσης. Αφορμή η πρόσφατη είδηση ότι απορρίφθηκε η προσφυγή του γερμανικού Δημοσίου στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας κατά της εκτέλεσης σχετικής απόφασης για την καταβολή αποζημιώσεων στις οικογένειες των θυμάτων. Αν και η απόφαση δεν σημαίνει ότι οι αποζημιώσεις θα καταβληθούν άμεσα -η Γερμανία μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο της Χάγης-, η συζήτηση ανοίγει ξανά.
Τον Ιούνιο του 1944, δυνάμεις των ναζί έσφαξαν 218 κατοίκους του Διστόμου, ανάμεσά τους 45 παιδιά και 20 βρέφη, ως αντίποινα για αντιστασιακή δράση στην περιοχή. Η σφαγή αποτελεί ένα από τα σκοτεινότερα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα κατά τη γερμανική Κατοχή. Ο πατέρας του κυρίου Μιλτιάδη, Λουκάς, ήταν επτά ετών όταν έγινε η σφαγή. Ο παππούς του, o οποίος ήταν ανάμεσα στους 218 νεκρούς, ήταν ο δασάρχης Διστόμου, και έμενε σε ένα σπίτι που του είχαν παραχωρήσει μαζί με την οικογένειά του. «Στο ίδιο κτίσμα με τον ειρηνοδίκη», διηγείται.

«Δεν είμαστε από το Δίστομο, αλλά από τους Δελφούς. Τώρα όταν περνάμε ανάβουμε ένα κερί. Πάμε στο μνημόσυνο κάθε χρόνο», διηγείται. «Οι Γερμανοί μπήκαν στο σπίτι, σκότωσαν πρώτα τη γιαγιά, πετάχτηκε ο παππούς, σκότωσαν και τον παππού, και πυροβόλησαν και τον πατέρα μου στα πόδια. Αλλά εκείνος έζησε, τον μετέφεραν στην Ιτέα και του έδωσαν την περίθαλψη που χρειαζόταν. Ακούμε για μια ακόμη απόφαση και ελπίζουμε. Κανείς δεν πιστεύει ότι θα πάρει χρήματα, δεν το περιμένουμε. Απλώς κάπου είναι η έννοια της δικαίωσης. Και ας έρθει και μέσω Ιταλίας», καταλήγει. «Για τον πατέρα μου ήταν πολύ σημαντικό και είναι με έναν τρόπο και για εμάς».
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ
Η ιστορία ξεκινάει τη δεκαετία του 1990, όταν συγγενείς των θυμάτων καταθέτουν αγωγή κατά του γερμανικού Δημοσίου στα ελληνικά δικαστήρια. Oι ενάγοντες είναι 271. Το 2002, ο Αρειος Πάγος εκδίδει τελεσίδικη απόφαση δικαιώνοντας τους ενάγοντες. Το συνολικό ποσό που επιδικάστηκε είναι περίπου 8 δισ. δραχμές ή 23,5 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η απόφαση δεν εκτελέστηκε ποτέ στην Ελλάδα, καθώς απαιτούνταν ειδική άδεια για αναγκαστική εκτέλεση κατά ξένου κράτους, η οποία δεν χορηγήθηκε ποτέ.
Στη συνέχεια, η Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδας (και παλαιότερα η Νομαρχία Βοιωτίας) στράφηκε για λογαριασμό των συγγενών στα ιταλικά δικαστήρια, με διαδικασίες δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού Δημοσίου στην Ιταλία. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται χρηματικές απαιτήσεις που σχετίζονται με τους γερμανικούς σιδηροδρόμους.

Αλλά γιατί στην Ιταλία; Οπως εξηγεί η Χριστίνα Σταμούλη, η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, όταν η εκτέλεση της απόφασης δεν προχώρησε, ο πατέρας της και δικηγόρος, Γιάννης Σταμούλης, αναζήτησε άλλες λύσεις. «Το αδιέξοδο αυτό τον οδηγεί σε μια κρίσιμη στρατηγική επιλογή. Ο πατέρας μου, ο οποίος είχε αναλάβει την υπόθεση για λογαριασμό των συγγενών των θυμάτων, επιλέγει να μεταφέρει τη διεκδίκηση εκτός Ελλάδας και να αναζητήσει την εκτέλεση της ελληνικής απόφασης σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος. Ετσι η Ιταλία γίνεται το βασικό πεδίο. Από το 2005 και μετά, τα ιταλικά δικαστήρια εκδίδουν επανειλημμένα αποφάσεις που επιτρέπουν την εκτέλεση της ελληνικής απόφασης στο ιταλικό έδαφος», συνεχίζει η κυρία Σταμούλη, η οποία θεωρεί καθήκον της, όπως μας λέει, να μην το βάλει κάτω.
Η υπόθεση αποκτά διεθνή διάσταση. Φτάνει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το 2012. Παρότι η απόφαση εκεί είναι αρνητική ως προς την ετεροδικία, η διαδικασία δεν σταματά. Επιστρέφει στα ιταλικά δικαστήρια όπου συνεχίζεται έως και σήμερα. Σύμφωνα με την κυρία Σταμούλη, η πρόσφατη απόφαση είναι ένα βήμα μπροστά, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως κλείνει το θέμα. «Οι δικαστικές αποφάσεις βγαίνουν για να πιέσουν να φτάσουμε σε μία συζήτηση. Οσοι το παρακολουθούμε θεωρούμε ότι αυτό θα ξαναπάει στη Χάγη, γιατί η Γερμανία έχει ασκήσει και δεύτερη προσφυγή στη Χάγη. Αλλά εμείς θα επιμείνουμε. Εχουμε απέναντί μας ένα άλλο κράτος, ένα αντίπαλο μέρος, το οποίο έχει αποφασίσει ότι δεν θα το αποδεχτεί. Θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να μην το αποδεχτεί. Στο ίδιο διάστημα, η ελληνική πλευρά παραμένει χωρίς σταθερή στρατηγική. Το αποτέλεσμα είναι μια υπόθεση που προχωρά δικαστικά, αλλά δεν ολοκληρώνεται πολιτικά», σχολιάζει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΔΙΣΤΟΜΟΥ
Πίσω στο Δίστομο, η Παγώνα Μίχα, κόρη της Μαρίας Παντίσκα, δεν είναι πολύ αισιόδοξη. Η μητέρα της είναι η μαυροφορομένη γυναίκα η φωτογραφία της οποίας να στέκεται όρθια μπροστά σε μια σκάφη και να πλένει τα μαύρα ρούχα της στην αυλή δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Life στις 29 Νοεμβρίου του 1944. «Ο τίτλος του κειμένου ήταν «Τι έκαναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα» και η λεζάντα ανέφερε: «Η Μαρία Παντίσκα ακόμη κλαίει με λυγμούς, δύο μήνες αφότου οι Γερμανοί σκότωσαν τη μητέρα της σε σφαγή στην ελληνική πόλη Δίστομο». «Δεν νομίζω πως έχει αλλάξει κάτι από τότε», δηλώνει με απογοήτευση.
Τα χρόνια που ζούσε η μητέρα μου δεν μπορούσε να το δεχτεί με τίποτα. Δεν είχε ξεχάσει τίποτα. Και ας ήταν 19 ετών όταν συνέβη. Σε όλη της τη ζωή ήταν συνεχώς με ένα αχ!
Η μητέρα της κυρίας Μίχα έχασε και τους δύο γονείς της στη σφαγή. «Ηταν στον κάμπο όπου δούλευε και περνάει κάποιος και της λέει “θα δείτε τι θα γίνει στο Δίστομο”. Ηταν δέκα μέρες πριν από τη σφαγή. Οταν επέστρεψε στο χωριό, βρέθηκε μπροστά σε έναν τόπο ρημαγμένο. Παντού νεκροί, σφαγμένοι, είχαν σφάξει ακόμη και τα ζώα», αφηγείται η γυναίκα με συγκίνηση. «Τα χρόνια που ζούσε η μητέρα μου δεν μπορούσε να το δεχτεί με τίποτα. Δεν είχε ξεχάσει τίποτα. Και ας ήταν 19 ετών όταν συνέβη. Σε όλη της τη ζωή ήταν συνεχώς με ένα αχ!».

«Δεν έχει τόση σημασία πλέον για εμάς», τονίζει. «Εχει σημασία όμως για τους νεκρούς. Μια δικαίωση για τους νεκρούς. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι τα χρήματα, και ούτε πρόκειται να πάρει κανείς χρήματα. Αλλωστε, όπως και η μητέρα μου, έχουν πεθάνει οι περισσότεροι, είναι πολύ λίγοι αυτοί που ζουν σήμερα. Και όταν είχαν ανάγκη, τα χρήματα δεν ήρθαν, τώρα είναι αργά για αυτό. Αλλά μια δικαίωση πρέπει να έρθει. Για το καλό όλων. Να κλείσει αυτό το κεφάλαιο. Γιατί οι μνήμες δεν κλείνουν».
Η ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ «ΘΥΜΑΤΑΙ»
Σύμφωνα με τον περιφερειάρχη Φάνη Σπανό, η απόφαση αφορά και συγκινεί κάθε ελεύθερο άνθρωπο. Αφορά επίσης τους νέους του τόπου, τη νέα γενιά. «Είναι μια νίκη, την οποία καλωσορίσαμε και ανακοινώσαμε μαζί με τον δήμαρχο Γιάννη Σταθά, που είναι ψυχή της υπόθεσης εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Στη μεγάλη προσπάθεια και προσδοκία πολλών δεκαετιών, με τον τεράστιο συμβολισμό για τον τόπο μας, την Ελλάδα, και όλη την ανθρωπότητα, έγινε ένα στρατηγικό βήμα. Και η προσπάθειά μας θα συνεχίζεται έως την τελική δικαίωση αυτών των ανθρώπων».
Δεν αρκεί μια συγγνώμη, χρειαζόμαστε μια έμπρακτη αναγνώριση της πράξης και του εγκλήματος.
Η Βάσω Καρανάσου, φιλόλογος στο Γενικό Λύκειο Διστόμου, βλέπει αυτή τη μνήμη να αλλάζει μορφή καθώς περνούν τα χρόνια. «Οσοι είχαν γονείς που βίωσαν το έγκλημα, το ζούσαν πολύ φορτισμένα». Αλλά σήμερα αυτή η συναισθηματική φόρτιση πια αραιώνει. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει παιδί που δεν ξέρει την ιστορία, που να μη «θυμάται».
«Στο λύκειο σήμερα φοιτούν 37 παιδιά. Σε όλο το Δίστομο, να κατοικούν 200 περίπου παιδιά. Την ημέρα της μαρτυρικής σφαγής έχουμε μνημόσυνο εδώ», συνεχίζει. Θρηνούμε τους νεκρούς μας. Είναι σαν την 25η Μαρτίου, ή την 28η Οκτωβρίου. Το κάνουμε για τους νεκρούς μας. Γι’ αυτό και δεν αρκεί μια συγγνώμη, χρειαζόμαστε μια έμπρακτη αναγνώριση της πράξης και του εγκλήματος».
