Κραταιές αποδεικνύονται εδώ και σχεδόν 50 χρόνια οι Πανελλαδικές Εξετάσεις εισαγωγής –σήμερα ξεκινάει η διαδικασία για περίπου 100.000 υποψηφίους– στα ΑΕΙ. Και αυτό παρά τις διακηρύξεις των πολιτικών κομμάτων περί κατάργησής τους.
Οσες φορές έχουν γίνει αλλαγές στο σύστημα πρόσβασης, τελικά ήταν στην ονομασία των εξετάσεων. Και δεν είναι μόνο η κατάργηση των Πανελλαδικών, που αενάως εξαγγέλλεται. «Μεταπολιτευτικά, δεν υπήρξε διακήρυξη αλλαγής στο εξεταστικό σύστημα που να μην περιελάμβανε στους στόχους και τους λόγους της θέσπισής του τον περιορισμό της παραπαιδείας, την αντικειμενική και αξιοκρατική επιλογή των μαθητών, την ισότητα ευκαιριών, το άνοιγμα των ΑΕΙ, την ελεύθερη πρόσβαση, το τέλος του “ασφυκτικού εναγκαλισμού” του λυκείου από τις απαιτήσεις των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο, τη φραστική καταδίκη της έμφασης στην απομνημόνευση», παρατηρεί στην «Κ» ο εκπαιδευτικός – αναλυτής Χρήστος Κάτσικας.

Η πρώτη εξαγγελία για κατάργηση των Πανελλαδικών έγινε το 1978. Οπως θυμάται ο κ. Κάτσικας, με τη συνδρομή του οποίου κάνουμε αυτή την αναδρομή, τον Νοέμβριο του 1978 ο τότε υφυπουργός Παιδείας Βασίλης Κοντογιαννόπουλος ανήγγειλε νέο τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Στις 9 Νοεμβρίου 1978 κυκλοφόρησαν πρωτοσέλιδα που ανέφεραν ότι από το 1980 η εισαγωγή στα ΑΕΙ θα γινόταν χωρίς εξετάσεις. Ο κ. Κοντογιαννόπουλος διαβεβαίωνε ότι «η εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν θα εξαρτάται στο εξής από παράγοντες όπως τα φροντιστήρια και η τύχη, που ελάχιστη σχέση έχουν με τη μαθησιακή διαδικασία».
Το 1983 οι «Πανελλήνιες Εξετάσεις» μετονομάστηκαν σε «Γενικές Εξετάσεις». Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, το νέο σύστημα στόχευε στην «ελάττωση της απορρύθμισης της λειτουργίας του λυκείου» με τον περιορισμό των Γενικών Εξετάσεων μόνο στη Γ΄ Λυκείου. Επίσης, δηλωνόταν ότι στόχευε στην αύξηση της ισότητας ευκαιριών με το άνοιγμα των πανεπιστημίων και στον περιορισμό της εξάπλωσης των φροντιστηρίων. «Τα στοιχεία αποδεικνύουν καθαρά αν εκπλήρωσε τους στόχους του: Το 1984 το 65% των μαθητών Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα παρακολούθησε φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα, και το 1993 το 95%», λέει ο κ. Κάτσικας.
Βαθμολογικός πληθωρισμός
Από το 1984 μέχρι το 1988 οι βαθμοί των τριών τάξεων του Λυκείου λαμβάνονταν υπόψη σε ποσοστό 25%. Αποτέλεσμα; Βαθμοθηρία και βαθμολογικός πληθωρισμός. Τα άριστα απολυτήρια πενταπλασιάστηκαν σε μια οκταετία και από 2,3% τη σχολική χρονιά 1977-78 έφθασαν 11,9% το 1985-86, για να προσγειωθούν το 1994 στο 8,5%, όταν πια είχε καταργηθεί η προσμέτρηση των βαθμών στις μονάδες των υποψηφίων για τα ΑΕΙ.
Το 1997 ο υπουργός Παιδείας Γεράσιμος Αρσένης εξήγγειλε την κατάργηση των Γενικών Εξετάσεων και την ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ. Ισχυρίστηκε ότι το νέο σύστημα στόχευε σε «συντριπτικό χτύπημα στα φροντιστήρια» και στη «μείωση του ανταγωνισμού για την κατάληψη μιας θέσης στα τριτοβάθμια ιδρύματα που θα αποκαταστήσει στο λύκειο το κλίμα που απαιτείται για να λειτουργήσει παιδαγωγικά το σχολείο». Τα αποτελέσματα; Τα δύο πρώτα χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος χιλιάδες μαθητές, όχι μόνο δεν είχαν πρόσβαση στα ΑΕΙ – ΤΕΙ, αλλά «κόπηκαν» ακόμη και από τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη Β΄ ή τη Γ΄ Λυκείου. Ενδεικτικά, το 1999 «έμειναν» στην ίδια τάξη 30.000 μαθητές, το 1/3 του μαθητικού πληθυσμού της Β΄ Λυκείου. Παράλληλα, ενώ το 1994 το 55%-60% των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Λυκείου στην Αθήνα παρακολουθούσαν φροντιστήριο και ιδιαίτερα μαθήματα, το 2000 ξεπέρασαν το 85%.
Τον Μάιο του 2014, ενόψει της έναρξης των Πανελλαδικών, ο ΣΥΡΙΖΑ ανέφερε ότι στην περίπτωση που το κόμμα αναλάβει την εξουσία θα τις καταργήσει. Παράλληλα τόνιζε ότι θα αντικαταστήσει το σύστημα με «έναν διαρκή πολύπλευρο έλεγχο των γνώσεων των μαθητών, που δεν θα διακόπτει την εκπαιδευτική διαδικασία και κυρίως δεν θα δημιουργεί στους μαθητές το αίσθημα της απόρριψης και της αποτυχίας». Το 2015-2019 οι Πανελλαδικές Εξετάσεις δεν καταργήθηκαν. Προ ημερών ο Αλέξης Τσίπρας επανέλαβε τη σχετική δέσμευση.
Λειτουργία του σχολείου
Οπως επισημαίνει ο κ. Κάτσικας, «στη συζήτηση για το σύστημα πρόσβασης στα ΑΕΙ οφείλουμε να επικεντρωθούμε στις λειτουργίες του υπαρκτού σχολείου από την Α΄ Δημοτικού. Δεν υπάρχει φαεινή ιδέα για το εξεταστικό, πολύ περισσότερο δεν υπάρχει αντίπαλη πρόταση, αν δεν τοποθετηθεί κάποιος για την ουσία της σχολικής εκπαίδευσης, καθώς είναι σαφές ότι το σύστημα πρόσβασης δεν μπορεί να βρει δίκαιη λύση στο πλαίσιο των άνισων όρων που δημιουργεί η σημερινή εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα. Οφείλουμε να μιλήσουμε για την εκπαίδευση και το σχολείο σε συνάρτηση με τις υπαρκτές σχέσεις παραγωγής, με το σύστημα εκμετάλλευσης που προσδιορίζει και καθορίζει τη σχολική εκπαίδευση».
Γιατί δεν έχει θεσμοθετηθεί το εθνικό απολυτήριο;
Η θεσμοθέτηση του εθνικού απολυτηρίου είναι μία ακόμη διακήρυξη που έχει διατυπωθεί από κόμματα αλλά δεν έχει πραγματοποιηθεί. Πρώτη φορά ακούστηκε και σχεδιάστηκε από το ΠΑΣΟΚ το 1994, από τον Γιώργο Α. Παπανδρέου από τη θέση του υπουργού Παιδείας (έως το 1996). Ο επόμενος υπουργός Παιδείας, Γεράσιμος Αρσένης, ανέστειλε το σχέδιο. Το εθνικό απολυτήριο «επέστρεψε» κατά τη θητεία της Αννας Διαμαντοπούλου στο υπουργείο Παιδείας (2009-2012). Το σχέδιο «πάγωσε» από τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, διάδοχο της κ. Διαμαντοπούλου στον υπουργικό θώκο.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η καθυστέρηση οφείλεται στην αμηχανία της κυβέρνησης για το πώς θα διασφαλίζεται το αδιάβλητο των εξετάσεων στο σύστημα.
Το εθνικό απολυτήριο προκρίθηκε και από τον εθνικό διάλογο για την παιδεία επί ΣΥΡΙΖΑ, περιελήφθη στο προεκλογικό πρόγραμμα της Ν.Δ. ενόψει των εκλογών του 2019 και, επτά χρόνια μετά, τώρα πλέον οργανώνεται σχετικός εθνικός διάλογος για να θεσμοθετηθεί τον Νοέμβριο. Η καθυστέρηση οφείλεται, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», στην αμηχανία της κυβέρνησης για το πώς θα διασφαλίζεται το αδιάβλητο των εξετάσεων στο σύστημα του εθνικού απολυτηρίου. «Το αδιαμφισβήτητο του αδιάβλητου είναι κατάκτηση. Είναι παγιωμένο στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας», λέει στην «Κ» ο Γιάννης Αντωνίου, φιλόλογος και πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). «Το εθνικό απολυτήριο στηρίζεται σε μια απλή και σωστή λογική. Να μετρούν στον υπολογισμό του βαθμού του, αλλά και στην εισαγωγή στα ΑΕΙ, όσο το δυνατόν περισσότεροι βαθμοί από την πορεία του μαθητή στο λύκειο. Ετσι, η εικόνα για τις επιδόσεις του μαθητή θα είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική της συνολικής του πορείας», παρατηρεί στην «Κ» ο μαθηματικός – αναλυτής Στράτος Στρατηγάκης. «Ωστόσο, το πρόβλημα βρίσκεται στη συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας, που δεν εμπιστεύεται τους καθηγητές ότι θα βαθμολογήσουν αντικειμενικά τους μαθητές, και στο ότι η οικογένεια δεν μπορεί να δεχθεί ότι το παιδί της μπορεί να πάρει έναν χαμηλό βαθμό στο απολυτήριο, π.χ. 13 – δεν συζητάμε για βαθμούς κάτω από τη βάση. Στο αστυνομικό δελτίο υπάρχουν πολλά περιστατικά με επιθέσεις γονέων σε καθηγητές διότι δεν συμφωνούσαν με τους βαθμούς των παιδιών. Τα φαινόμενα αυτά αυξάνονται ραγδαία, κάνοντας την εφαρμογή του εθνικού απολυτηρίου δυσχερή», προσθέτει ο κ. Στρατηγάκης. Ας μην παραβλέπουμε, επίσης, ότι οι εκπαιδευτικοί είναι ευάλωτοι στις συγγένειες και στις φιλίες, ενώ δεν λείπουν όσοι κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα στους ίδιους τους μαθητές τους. «Η πίεση που θα ασκηθεί στους εκπαιδευτικούς θα είναι μεγάλη και το εγχείρημα θα οδηγηθεί σε αποτυχία, όπως συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 με την εφαρμογή των Δεσμών και στην αρχή του 2000 με το σύστημα Αρσένη. Και στα δύο συστήματα τελικά καταργήθηκε η προσμέτρηση του προφορικού βαθμού στις συνολικές μονάδες των υποψηφίων για την εισαγωγή στα ΑΕΙ», τονίζει ο μαθηματικός.
«Εκτός από το αδιάβλητο, υπάρχει και ο φόβος της μετάβασης σε ένα άλλο σύστημα, με τα “παράθυρα” που μπορούν να ανοίξουν, έστω κι αν υπάρχουν εχέγγυα αδιαβλητότητας και αξιοπιστίας», παρατηρεί ο κ. Αντωνίου. Οπως προσθέτει, ωστόσο, «το σημερινό σύστημα εισαγωγής έχει φτάσει σε πλήρες αδιέξοδο, εξεμέτρησε τον βίον».
ΑΠΟΨΗ
Δεν υπάρχει σύστημα χωρίς εξετάσεις
Του Λεωνίδα Καστανά*
Από το 1977 κρατάει αυτή η κολόνια της κατάργησης των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Και κάθε λαϊκιστής πολιτικός που σέβεται τον λαϊκισμό του, την επαναφέρει ως τροφή στο αφελές πόπολο. Και εκείνο φυσικά έχει πάψει πια να την καταναλώνει, διότι ακόμα και αυτό έχει καταλάβει ότι δεν γίνεται να καταργηθούν. Ακόμα και με το εθνικό απολυτήριο, Πανελλαδικές Εξετάσεις θα υπάρχουν και μάλιστα σε δύο φάσεις, στη Β΄ και στη Γ΄ Λυκείου. Απλώς δεν θα είναι ο βαθμός τους το μοναδικό κριτήριο για την εισαγωγή. Θα μετράει και ο βαθμός του απολυτηρίου.
Και δεν γίνεται να καταργηθούν, διότι δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ χωρίς εξετάσεις. Οι σχολές ανώτατης εκπαίδευσης επιλέγουν τους πρωτοετείς φοιτητές τους με κάποια αξιολογικά κριτήρια, που καθορίζονται είτε κεντρικά είτε ανά σχολή. Και επειδή στην Ελλάδα, αν αναθέσεις σε κάθε σχολή να επιλέξει με δικά της κριτήρια τους φοιτητές της, θα γίνει επανάσταση λόγω του αδιάβλητου, καλώς τα κριτήρια καθορίζονται κεντρικά και καλώς υπάρχουν οι Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Προφανώς και χρειάζεται ένα φρεσκάρισμα ή μια αναδόμηση στο σύστημα μετά τόσα χρόνια, και γι’ αυτό συζητάμε το εθνικό απολυτήριο, ώστε να μην παίζονται όλα σε τέσσερα μαθήματα, δηλαδή σε μια «ζαριά». Αλλά να δίνονται περισσότερες ευκαιρίες και να μετράει με κάποιο τρόπο και η συνολική παρουσία του μαθητή στις δύο τελευταίες τάξεις τουλάχιστον. Πάντοτε, όμως, με αδιάβλητα και μετρήσιμα κριτήρια. Διότι αυτό είναι απλώς δικαιοσύνη. Τα άλλα είναι απλώς ψάρεμα σε θολά νερά.
* Ο κ. Λεωνίδας Καστανάς είναι φυσικός.

