Τρεις ώρες μόνο. Επί τέσσερα μαθήματα. Και μετά θα έχουν κριθεί όλα. Υπό αυτές τις πιεστικές συνθήκες θα εξεταστούν και φέτος σχεδόν 100.000 υποψήφιοι στις Πανελλαδικές Εξετάσεις – αρχής γενομένης από την Παρασκευή. Διεκδικούν μία από τις 68.788 θέσεις στα πανεπιστήμια το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Γι’ αυτούς που τουλάχιστον τα τελευταία δύο χρόνια ετοιμάζονται γι’ αυτές τις δώδεκα ώρες, το άγχος είναι πολύ μεγάλο.
Θα περάσω στη σχολή που θέλω; Και αν όχι, τόση προσπάθεια θα πάει χαμένη; Και τι θα κάνω μετά; Ερωτήματα που στοιχειώνουν το μυαλό πολλών υποψηφίων και αν δεν «μεταβολισθούν», μπορεί να καταλήξουν ακόμη και σε τραγωδίες. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα προηγούμενα χρόνια έχουμε δει αυτοχειρίες υποψηφίων να συνδέονται με το άγχος της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο. Φταίει μόνο το ελληνικό εξεταστικό σύστημα; Δεν υπάρχουν σε όλες τις χώρες δύσκολες δοκιμασίες για τους εφήβους όταν αποφοιτούν από το σχολείο; Σύμφωνα με τους ειδικούς που μίλησαν στην «Κ», η απάντηση είναι σύνθετη. Αλλωστε, το άγχος ξεκινάει από το δημοτικό σχολείο.
Το σχολείο της ευκολίας
«Το άγχος της επίδοσης, της προσπάθειας για να πετύχω κάτι, είναι θετικό. Αλλωστε, είναι μέρος της ενηλικίωσης να μπορείς να αποδώσεις υπό πίεση», παρατηρεί, μιλώντας στην «Κ», η κ. Ελένη Μπαλδιμτσή, απόφοιτος της Φιλοσοφικής ΕΚΠΑ, μέλος της ομάδας ειδικών συμβούλων της ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας. Αλλά πλέον μιλάμε για υπερβολικές καταστάσεις σε υποψηφίους.
«Θυμάμαι ακόμη τον εαυτό μου όταν έδινα εισαγωγικές εξετάσεις. Τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα, είχα αγωνία, η μητέρα μου έκλαιγε ζώντας όλο αυτό. Και στα χρόνια μου, περίπου πέντε δεκαετίες πίσω, ήταν πολύ λιγότερες οι θέσεις στα ΑΕΙ. Αλλά παλαιότερα το σχολείο ήταν πιο δύσκολο, πιο σκληρό και απαιτητικό. Μετά τη δεκαετία του ’80 μπήκαμε στο σχολείο της ευκολίας. Σήμερα ζούμε σε μία κοινωνία που απεχθάνεται τα δύσκολα, και ιδίως όταν το προβάλλει αυτό στα παιδιά της. Πλέον έχει δημιουργηθεί μια κουλτούρα χαλαρότητας μακράς διαρκείας σε όλη την εκπαίδευση, που ξεκινάει από το δημοτικό και αρχίζει να κορυφώνεται από το γυμνάσιο», λέει στην «Κ» ο φιλόλογος και πρώην πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ) Γιάννης Αντωνίου. «Αποτέλεσμα είναι όταν οι μαθητές φτάνουν στο λύκειο, να πέφτουν στα βαθιά της προετοιμασίας για τις Πανελλαδικές, ξεκινώντας εντατική προσπάθεια. Πολλοί υποψήφιοι προσπαθούν μέσα στη διετία της Β΄ και της Γ΄ Λυκείου να καλύψουν τα κενά των προηγούμενων χρόνων. Ομως, η επιτυχία στις εξετάσεις θέλει συνέπεια και προσπάθεια από τις μικρότερες ηλικίες. Η επιτυχία “χτίζεται”», τονίζει ο ίδιος.
«Και ξαφνικά στο λύκειο γίνεται ένα κλικ και η εκπαιδευτική διαδικασία ουσιαστικά ακυρώνεται, και όλο το βάρος των μαθητών και των γονιών τους πέφτει στο φροντιστήριο προετοιμασίας για τα τέσσερα μαθήματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων», προσθέτει από την πλευρά του στην «Κ» ο Παναγιώτης Πήλιουρας, σύμβουλος Α΄ του ΙΕΠ και μέλος της διοίκησής του.
«Η οικογένεια ρυθμίζει όλο το ωράριο του παιδιού όταν φτάνει στο λύκειο γύρω από το φροντιστήριο και κανείς δεν νοιάζεται για την ουσιαστική εκπαίδευση. Αυτό, βεβαίως, ξεκινάει πολύ νωρίτερα, ίσως με την είσοδο στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Λίγοι μαθητές ασχολούνται με τη μόρφωση, οι περισσότεροι από νωρίς προσανατολίζονται στον στόχο της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και προφανώς σε μία σχολή που προσφέρει επαγγελματικές προοπτικές. Την ίδια άποψη έχουν, εμμέσως, και οι γονείς. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει από γονείς το “πάρε ένα πτυχίο, και μετά ασχολήσου με ό,τι σου αρέσει”; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, μεγιστοποιείται μέσα μας η διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων και το άγχος για την επιτυχία», δηλώνει στην «Κ» ο Γεώργιος Φλώρος, επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στο ΑΠΘ. «Βεβαίως, η ένταση του στρες των Πανελλαδικών σχετίζεται και με την προσωπικότητα του παιδιού και το πώς ορίζει την αποτυχία. Ενα παιδί μπορεί να αγχώνεται από μικρό σε όλες τις εξετάσεις που περνάει στο σχολείο, διότι θέλει να είναι άριστο. Μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά συγκρίνονται μεταξύ τους», συμπληρώνει ο κ. Φλώρος.
Στρεσογόνα «πειράματα» – Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά πειράματα στην εκπαίδευση και στο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια· κάτι που είναι ίσως πιο καταστροφικό και στρεσογόνο για υποψηφίους και γονείς. Γεώργιος Φλώρος, Επίκουρος καθηγητής Ψυχιατρικής στο ΑΠΘ
Πίεση για διάκριση
«Υπάρχει ο φόβος της αποτυχίας και το άγχος της σύγκρισης. Και σε αυτό συμβάλλουν οι γονείς από πολύ νωρίς. Από το δημοτικό, ας πούμε, οι γονείς θέλουν, έστω μύχια, το παιδί να ξεχωρίσει, παίρνοντας τη σημαία στις παρελάσεις. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση οι προσδοκίες των γονιών είναι η επιτυχία του παιδιού στο πανεπιστήμιο· και αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τα παιδιά. Ρόλο παίζουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι έφηβοι θέλουν να φανούν και να είναι ξεχωριστοί, επιτυχημένοι», σημειώνει στην «Κ» η Δήμητρα Μάρκου, διδάκτωρ Παιδαγωγικής, η οποία ασχολείται με την παιδαγωγική του ελεύθερου χρόνου.
«Το άγχος των Πανελλαδικών έχει βάση στην κουλτούρα της ελληνικής κοινωνίας και της οικογένειας σε σχέση με το τι θέλουν από την εκπαίδευση των παιδιών. Γι’ αυτό βλέπουμε και το κυνήγι των πιστοποιητικών, για παράδειγμα ξένων γλωσσών, από πολύ νωρίς. Η οικογένεια προβάλλει τις προσδοκίες της στα παιδιά. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα η επιτυχία είναι να περάσεις στο πανεπιστήμιο. Για να τα καταφέρει ένας έφηβος πρέπει να ανταποκριθεί σε μια πολύ ανταγωνιστική διαδικασία, με προσήλωση σε ένα πεδίο μαθημάτων, τα οποία οφείλει, σε μεγάλο βαθμό, να αποστηθίσει. Αυτό πρέπει να σπάσει», αναφέρει στην «Κ» ο Γιάννης Μπέτσας, πρόεδρος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ. «Στις Πανελλαδικές Εξετάσεις ο υποψήφιος δεν ανταγωνίζεται με κάτι απρόσωπο, αλλά με τους διπλανούς του συμμαθητές, διότι είναι ένα σύστημα κατάταξης των υποψηφίων. Θα ήταν καλύτερο να οργανώναμε ένα σχολείο στο οποίο θα αποδεσμεύαμε τη μαθησιακή διαδικασία από την εξεταστικοκεντρική στόχευση και το παιδί θα μάθαινε να μαθαίνει», λέει ο κ. Φλώρος. «Και να τονίσω ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλά πειράματα στην εκπαίδευση και στο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια· κάτι που είναι ίσως πιο καταστροφικό και στρεσογόνο για υποψηφίους και γονείς», συμπληρώνει.
«Το υπάρχον σύστημα έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του. Εχει αγγίξει τα όριά του διότι είναι παράλογο η εισαγωγή στα ΑΕΙ να κρίνεται μόνο από τέσσερις τρίωρες εξετάσεις. Αυτό έχει οδηγήσει σε δραματική υποβάθμιση του λυκείου», εξηγεί ο κ. Αντωνίου, εστιάζοντας στην ανάγκη να θεσμοθετηθεί το σύστημα του εθνικού απολυτηρίου, στο πλαίσιο του οποίου για τον βαθμό του απολυτηρίου και την εισαγωγή στα ΑΕΙ μετρούν οι επιδόσεις όλου του λυκείου με τη διαμόρφωση μεικτού συστήματος αξιολόγησης, που θα συνδυάζει την ενδοσχολική επίδοση με εθνικές εξετάσεις.
Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν Πανελλαδικές Εξετάσεις, μετά την απόκτηση του εθνικού απολυτηρίου, ιδίως για την εισαγωγή στις περιζήτητες σχολές όπου ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος.
«Σε όλα τα συστήματα υπάρχουν εξετάσεις παρόμοιες με τις Πανελλαδικές. Αλλά οι χώρες, για να μειώσουν το άγχος των υποψηφίων, μαζί με τις τελικές εξετάσεις έχουν και διαμορφωτική αξιολόγηση για την παρουσία του μαθητή ενδοσχολικά ή δίνουν περισσότερες της μιας ευκαιρίες στους υποψηφίους», παρατηρεί η κ. Μπαλδιμτσή.
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία, όπως καταλήγει η κ. Μπαλδιμτσή, «η πρόοδος των μαθητών πρέπει να αξιολογείται συνεχώς, αλλά με “μικρές” εξετάσεις, όπως πρότζεκτ, ομαδικές εργασίες, και όχι μέσα από μία μεγάλη τελική εξέταση, που ενισχύει στους υποψηφίους το αίσθημα της τελευταίας ευκαιρίας».
Τι ισχύει σε άλλες χώρες
Ισπανία. Για την εισαγωγή στα ΑΕΙ μετράει κατά 60% ο βαθμός του απολυτηρίου και κατά 40% η τελική εξέταση, ενώ στους αποφοίτους επαγγελματικών λυκείων δίνεται η δυνατότητα εισαγωγής σε σχολές μόνο με το απολυτήριο.
Φινλανδία. Εχει τελικές εξετάσεις όπως η Ελλάδα, αλλά οι μαθητές μπορούν να τις δώσουν δύο φορές. Επίσης, τα θέματα απαιτούν λιγότερη αποστήθιση και περισσότερο κριτική σκέψη, ενώ η πλήρης ψηφιοποίηση των εξετάσεων μειώνει το άγχος. «Μειώνεται το γραφειοκρατικό άγχος», λέει η κ. Μπαλδιμτσή σύμβουλος στο υπ. Παιδείας.
Γαλλία. Το 60% της επίδοσης των υποψηφίων προκύπτει από γραπτές εξετάσεις και το 40% από τους βαθμούς της τελευταίας διετίας.
Ιρλανδία. Αλλαξε το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ –ήταν παρόμοιο με το ελληνικό– και πλέον το 40% της επίδοσης προκύπτει από τις επιδόσεις των μαθητών σε εργασίες κ.λπ. στη Γ΄ Λυκείου και το 60% από τελικές εξετάσεις.
Ολλανδία. Οπως εξήγησε στην «Κ» ο κ. Αναστάσης Περράκης, ερευνητής στο Ινστιτούτο Oncode και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, «ο βαθμός απολυτηρίου διαμορφώνεται κατά 50% από σειρά γραπτών ενδοσχολικών εξετάσεων και από πανολλανδικές εξετάσεις για το υπόλοιπο 50%.
Η είσοδος στα πανεπιστήμια είναι ελεύθερη με βάση το απολυτήριο για τη συντριπτική πλειονότητα των σχολών, ενώ κάποιες λίγες σχολές με μεγάλη ζήτηση οργανώνουν τις δικές τους εξετάσεις. Κάθε μαθητής επιλέγει υποχρεωτικά μέχρι τέσσερις σχολές πριν από τις εξετάσεις, από τις οποίες το πολύ δύο μπορεί να είναι πρόσβασης μέσω εξετάσεων. Η μεγάλη διαφορά για τους μαθητές σε σχέση με την Ελλάδα είναι πως γνωρίζουν ότι η απόκτηση πτυχίου (δηλαδή το να γράψουν πάνω από τη βάση στις ενδοσχολικές και πανολλανδικές εξετάσεις) οδηγεί αυτομάτως σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Αυτό, πιστεύω, και βλέπω στους φοιτητές μου αλλά και στα παιδιά μου, πως μειώνει το άγχος».
