«Αντί να στείλουν την έκθεση Τυχεροπούλου στις δικαστικές αρχές και να μην πληρώσουν τους παραγωγούς αυτούς, χαρακτήρισαν την έκθεση παράνομη και ελλιπή». Με αυτή τη φράση ο εισαγγελέας της έδρας του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, Αναστάσιος Παναγάκος, συνόψισε το σκεπτικό της πρότασής του, με την οποία ζήτησε την ενοχή του πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά και της πρώην προϊσταμένης της Διεύθυνσης Αμεσων Ενισχύσεων και Αγοράς και της Διεύθυνσης Τεχνικών Εργων Αθανασίας Ρέππα για υπόθαλψη εγκληματία από κοινού κατ’ εξακολούθηση και παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση, σε βαθμό πλημμελήματος.
Ωστόσο, σχετικά με την υπεξαγωγή εγγράφου ο εισαγγελέας είχε την άποψη ότι πρόκειται για κακούργημα και κατά συνέπεια πρέπει το δικαστήριο να δηλώσει αναρμόδιο και για το σκέλος αυτό να δικαστεί από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών.
«Προέκυψε ότι η κ. Ρέππα και ο κ. Μελάς, όντας υπάλληλοι του ΟΠΕΚΕΠΕ, με πρόθεση απέκρυψαν από τον εισαγγελέα την έκθεση Τυχεροπούλου. Δεν ήθελαν να αποκαλυφθεί από τις διακριτές αρχές ότι οι εν λόγω παραγωγοί εξαπατούσαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Επειδή η πράξη πληροί τη νομοτυπική υπόσταση του κακουργήματος, προτείνω το δικαστήριο να κηρυχθεί καθ’ ύλην αναρμόδιο να δικάσει αυτή την πράξη και να πάει στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Ως προς τα αδικήματα της υπόθαλψης εγκληματία από κοινού και κατά συρροή και της παράβασης καθήκοντος, ζητώ να κηρυχθούν ένοχοι».
Συνεχίζοντας διερωτήθηκε: «Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι γιατί οι κατηγορούμενοι, πριν εκθέσουν στον κ. Παππά τα θέματα νομιμότητας των ελέγχων, δεν απευθύνθηκαν πρώτα στην Τυχεροπούλου. Δεύτερον, γιατί η κ. Ρέππα δεν εισηγήθηκε αμέσως τη διενέργεια αυτών των ελέγχων με την πρέπουσα διαδικασία; Αυτό θα ήταν μια αναμενόμενη ενέργεια απέναντι στον νέο πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Σε ερώτησή μου κατά την απολογία της, μου απάντησε ότι θεωρούσε αυτονόητο πως γνώριζε τη διαδικασία. Ομως ο κ. Παππάς μόλις είχε αναλάβει. Πώς θα ήξερε τις διαδικασίες ελέγχου;».
Ο εισαγγελέας υποστήριξε ακόμη ότι μόλις η Αθανασία Ρέππα και ο Δημήτρης Μελάς παρέλαβαν την έκθεση Τυχεροπούλου, ήταν υποχρεωμένοι να ενημερώσουν τη Νομική Υπηρεσία του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Οχι μόνο δεν το έπραξαν, αλλά δεν ενημέρωσαν καν τον νέο πρόεδρο, τον κ. Παππά», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση προκαλεί το γιατί η κ. Ρέππα, όταν ολοκληρώθηκε ο έλεγχος, δεν απευθύνθηκε στη Νομική Υπηρεσία».
Αποδομώντας τους ισχυρισμούς των κατηγορουμένων ο εισαγγελέας σημείωσε πως «δεν αποδείχθηκε ότι έλαβαν δραστικά μέτρα καταστολής της απάτης ως θα ήταν αναμενόμενο λόγω της θέσης τους». Μάλιστα συμπλήρωσε ότι οι δύο κατηγορούμενοι φαίνεται να κινητοποιήθηκαν αργότερα, αφού «ο ΟΠΕΚΕΠΕ το 2020 έγινε το επίκεντρο καταγγελιών στη Βουλή και όχι μόνο. Θα ήταν αδιανόητο να μην κάνουν ενέργειες όταν πλέον είχε επιληφθεί η OLAF!».
Τι συνέβη τελικά
Κάνοντας μια αναφορά στη νομοτυπική υπόσταση των εγκλημάτων που εξετάζονται στην υπόθεση, ο εισαγγελέας περιέγραψε όσα αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία. «Υπήρξε μήνυμα υπαλλήλου του ΟΠΕΚΕΠΕ που ανακοίνωνε ότι στην Κρήτη λαμβάνει χώρα παράνομη λήψη επιδοτήσεων με εμπλεκόμενη υπάλληλο (αναφέρει όνομα) και ότι πλέον δέχεται απειλές για τη ζωή του, ενώ υπήρξε εντολή Βάρρα για να διαπιστωθεί η καταγγελία του υπαλλήλου και η έκθεση το επιβεβαίωσε. Ο Βάρρας, αφού διαπίστωσε ότι περίπου 3.500 παραγωγοί έχουν εξαπατήσει ή επιχειρούν να εξαπατήσουν τον ΟΠΕΚΕΠΕ για να λάβουν παράνομα ενισχύσεις, συγκρότησε επιτροπή με υπαλλήλους του ΟΠΕΚΕΠΕ, μεταξύ αυτών και την Τυχεροπούλου. Σκοπός ήταν ο έλεγχος για ευρήματα απάτης για όσους ζήτησαν εθνικό απόθεμα τα έτη 2019 και 2020», είπε ο εισαγγελέας, συμπληρώνοντας ότι στη συνέχεια ο έλεγχος έγινε πιο συγκεκριμένος και συγκεντρώθηκε σε 99 ΑΦΜ.
Οπως περιέγραψε, ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε και παραδόθηκε σε 2 φακέλους. «Ο ένας φάκελος έχει τα πορίσματα όλων των ελέγχων πλην της Τυχεροπούλου και ο άλλος τα συμπεράσματα Τυχεροπούλου. Ο φάκελος των υπόλοιπων ελεγκτών κατέληγε σε απόπειρες εξαπάτησης των ελεγκτών, ενώ της Τυχεροπούλου ο φάκελος είχε 99 ΑΦΜ και όχι 9 που της είχαν ανατεθεί, ενώ είχε γίνει σε βάθος έλεγχος συγκρίνοντας ευρήματα από το παρελθόν».
Στο πόρισμα Τυχεροπούλου αναφερόταν πως οι παραγωγοί ήξεραν πότε θα ελεγχθούν και κατάφερναν με αυτόν τον τρόπο να τους «περάσουν», ενώ είχε διαπιστωθεί εκμετάλλευση του συστήματος της τεχνικής λύσης. «Ο Βάρρας, για να προλάβει την επικείμενη προκαταβολή, αποφάσισε να ελεγχθούν σταδιακά και άλλοι παραγωγοί, αφού η Τυχεροπούλου κατάφερε να κάνει τέτοιο έλεγχο σε λίγες ημέρες. Της παρήγγειλε να ελέγξει και τους 39 παραγωγούς που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Της έδωσε το δικαίωμα, για όσους παραγωγούς διαπίστωνε ευρήματα απάτης, να καταχωρίζει έντυπο ελέγχου στις καρτέλες τους, για να μην επιτρέψει το σύστημα την καταβολή χρημάτων», είπε ο κ. Παναγάκος.
Κατά τον εισαγγελέα, ο Γρηγόρης Βάρρας είχε στην πορεία υποψίες εις βάρος της κατηγορουμένης Αθανασίας Ρέππα και ακόμη μίας υπαλλήλου επειδή του ζήτησαν να περιορίσει τον έλεγχο συγκεκριμένων παραγωγών. «Η κατηγορουμένη Ρέππα δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα αν διαπίστωσε ότι τα έτη 2017-2019 παραγωγοί δήλωναν ως ιδιωτικά βοσκοτόπια που στο παρελθόν δηλώνονταν δημόσια. Η σιωπή της Ρέππα σε αυτό σημαίνει ότι ή δεν είχε αντιληφθεί το φαινόμενο και δεν το ομολογούσε ή κατά παράβαση των υποχρεώσεών της δεν είχε ενημερώσει τη διοίκηση, ούτε είχε δώσει σχετική εντολή ελέγχων».
Ειδική αναφορά έκανε σε έγγραφο της Ρέππα, στο οποίο ανέφερε ότι «τεχνηέντως και εμμέσως αρνήθηκε να εκτελέσει την εντολή Βάρρα ζητώντας διευκρινίσεις. Ο χρόνος απάντησής της ταυτίζεται χρονικά, δε, με την ημέρα που ο κ. Βορίδης ζήτησε την παραίτηση Βάρρα. Τι θέλω να πω; Οτι η Ρέππα, γνωρίζοντας εκ των έσω ότι ο Βάρρας θα φύγει κι ευελπιστώντας ότι δεν θα προλάβει να της επαναλάβει την εντολή του για εξονυχιστικούς ελέγχους, ζήτησε διευκρινίσεις προκειμένου να μην το κάνει τελικά, αφού ο Βάρρας θα είχε φύγει από τον Οργανισμό».
Ο εισαγγελικός λειτουργός χαρακτήρισε έγκυρα τα ευρήματα της Παρασκευής Τυχεροπούλου, εξηγώντας πως «η εγκυρότητα των ευρημάτων της Τυχεροπούλου αλλά και ότι οι παραγωγοί αυτοί είχαν πράγματι προσπαθήσει να εξαπατήσουν τον Οργανισμό επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση Μαχλέρα, ο οποίος είπε ότι ήταν δεδομένο πως θα είχαν ευρήματα οι έλεγχοι, αφού ο Βάρρας της έδωσε τους 99 ΑΦΜ κατόπιν μελέτης ανάλυσης κινδύνου». Πάντως, όπως σημείωσε, «ακόμα και αυθαίρετα να είχε ενεργήσει μια υπάλληλος που έφερε σε γνώση της διοίκησης ευρήματα απάτης, εμείς θα την ψέξουμε;».

