«Τα εν οίκω μη εν δήμω» είπε η κυρία Τριάδα, 70 ετών, και η ομήγυρη στην αίθουσα του Πολιτιστικού Συλλόγου Πετράδων, ενός μικρού χωριού στο βόρειο Eβρο, λύθηκε στα γέλια. Την είχα ρωτήσει αν έχει αλλάξει τελευταία στον τρόπο που αντιμετωπίζει το σύζυγό της, αλλά εντάξει το μοίρασμα έχει και κάποια όρια. Περιορίστηκε να πει, με νόημα, ότι έχει μάθει πώς να κάνει τα παράπονά της. Τόσο που μια μέρα της είπε εκείνος «έχεις αλλάξει εσύ».
Η μεγαλύτερη αλλαγή βέβαια είναι αυτή εδώ, αυτή που υπήρξα κι εγώ μάρτυρας την περασμένη Πέμπτη. Ότι μετά από ποιος ξέρει πόσα χρόνια, σε ένα γερασμένο χωριό βίά 100 κατοίκων στον Εβρο, όπου ακόμα και το καφενείο έκλεισε φέτος, ακούστηκαν ξανά χάχανα. Σαν κάποιος να φώναξε δυνατά «είμαστε ακόμα ζωντανοί».
Εκεί που η ζωή δεν γερνά
Οι Πετράδες, όπως και το Ασημένιο, το Σοφικό, η Θυρέα, ο Λαγός, το Ρήγιο και το Πύθιο του Δήμου Διδυμοτείχου, καθώς και το Θούριο του Δήμου Ορεστιάδας, είναι οι κοινότητες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα της Εταιρείας Κοινωνικής Ψυχιατρικής Π. Σακελλαρόπουλος «Εκεί που η ζωή δεν γερνά. Οι ιστορίες μας από τον Eβρο». Στόχος του έργου, που συγχρηματοδοτείται από το Iδρυμα Μποδοσάκη, το Κοινωφελές Iδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση και το ΤΙΜΑ Κοινωφελές Iδρυμα, είναι η ψυχοκοινωνική στήριξη των ηλικιωμένων ατόμων που ζουν στις ακριτικές περιοχές του Eβρου μέσα από την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας από ομάδες ψυχίατρων, ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών και νοσηλευτών, καθώς και η ψηφιακή αλλά και σωματική τους ενδυνάμωση.
Τα συγκεκριμένα χωριά επελέγησαν λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής τους -το ποτάμι είναι κυριολεκτικά δίπλα τους-, της ελλιπούς πρόσβαση σε υπηρεσίες -δεν υπάρχουν τακτικά δρομολόγια λεωφορείου για τις κοντινές πόλεις- και της έντονης γήρανσης του πληθυσμού. Σε μια ακριτική περιοχή συνολικού πληθυσμού περίπου 2.300 ατόμων, το ποσοστό των κατοίκων με ηλικία 65+ εκεί ανέρχεται σε 46% (τελευταία απογραφή ΕΛΣΤΑΤ).
«Ημουν στους Πετράδες και εξηγούσα στους κατοίκους τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε όταν μια γιαγιά στα 90, η κυρία Μαργαρίτα, μου λέει ‘εγώ ένα πράγμα θέλω από σένα κύριε Νίκο, να έρχεσαι κάθε Τρίτη που έχει λαϊκή στο Διδυμότειχο, να με παίρνεις από το σπίτι, να με πηγαίνεις και να με γυρίζεις, μπορείς;’» θυμόταν ο Νίκος Νικόλαρος, Συντονιστής των Υπηρεσιών της ΕΚΨ Π. Σακελλαρόπουλος στη Θράκη. «Δεν έχει λεωφορεία, δεν πάει συγκοινωνία, δεν πάει ΚΤΕΛ, δεν έχει κανέναν. Το φαντάζεσαι;»
«Ο μαχαλάς τελείωσε»
Η κυρία Μαργαρίτα δεν ήταν στη συνάντηση της Πέμπτης. Οι άλλες γυναίκες του χωριού όμως δεν χάνουν το ραντεβού με τη διεπιστημονική ομάδα. «Μην κοιτάς που σήμερα έχουμε απώλειες λόγω της γιορτής (σ.σ. ήταν ανήμερα Κωνσταντίνου και Ελένης), έφυγαν κάποιες που έχουν μουσαφιραίους» έλεγε η κυρία Τριάδα. «Εμένα πάντως, 52 χρόνια παντρεμένη εδώ, πρώτη φορά με έβγαλε κάποιος από το σπίτι μου. Πρώτη φορά ήρθε κάποιος που ενδιαφέρθηκε να μας ανοίξει λίγο τα μάτια, που μας ρώτησε πώς νιώθουμε, τι κάνουμε». Δεν μαζεύεστε σε σπίτια; ρώτησα. Μόνο τις Κυριακές για έναν καφέ μετά την εκκλησία -κι αυτό όχι πάντα. «Ο μαχαλάς τελείωσε, δεν υπάρχει. Κάποτε θα ενδιαφερόταν ο άλλος να έρθει στο σπίτι σου. ‘Αχ, πήρα ένα ωραίο χαλί, έλα να το δεις’, αυτό τελείωσε. Είτε έχεις στρωμένο χαλί είτε το πάπλωμα πεταμένο, κανένας δεν το βλέπει. Eχουμε αυτήν την ριμάδα την τηλεόραση, μας έχει κάνει τόσο πλύση εγκεφάλου. Τώρα θα γίνει πόλεμος, αύριο θα γίνει πόλεμος, τώρα θα ρίξουν. Τώρα μύρισε αέριο, από που ήρθε το αέριο; Eχουμε σκλαβωθεί εκεί στο χαζοκούτι. Αυτό όμως, αυτό το πρόγραμμα, αυτό μας ήρθε τόσο ξαφνικό.»

Στην αρχή υπήρξε διστακτικότητα. «Ελεγαν ‘ε τώρα τι πας να κάνεις εκεί;’. Λέω παιδί μου, αφού δεν έχεις κανέναν να επικοινωνήσεις, δεν το βλέπεις; Τι πάει να πει έχεις να μαγειρέψεις, αμάν πια με αυτό το φαγητό. Δεν μας βλέπεις πώς γίναμε; Ολο το φαϊ θα σκεφτόμαστε; Στα 70 φτάσαμε, πότε θα σκεφτούμε εμάς; Τα βλέπεις; Ηρθανε και μας λύσανε τη γλώσσα.»
Απέχουν οι άνδρες – Εκείνοι που δεν πείστηκαν ήταν οι άνδρες. «Εχουν μεγαλύτερη ανάγκη να κουβεντιάσουν, αλλά είναι δύσκολο να ανοιχτούν. Νομίζουν ότι μπορούν να τα διαχειριστούν όλα μόνοι τους», λέει ο Νίκος Νικόλαρος, συντονιστής της ΕΚΨ Π. Σακελλαρόπουλος στη Θράκη.
Εκείνοι που δεν πείστηκαν ποτέ ήταν οι άντρες. Ο Νίκος απεργάζεται τρόπους να τους προσεγγίσει. Στο Ασημένιο όπου με πληθυσμό 200 άτομα «με το ζόρι» όπως μου είπαν, λειτουργούν ακόμα δύο καφενεία, πάει και τους βρίσκει εκεί. Είναι η εφαρμογή στην πράξη του οράματος του καθηγητή Ψυχιατρικής – Παιδοψυχιατρικής Παναγιώτη Σακελλαρόπουλου και ιδρυτή της Εταιρίας, ο οποίος είναι αυτός που ξεκίνησε την ψυχιατρική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα, αναπτύσσοντας το μοντέλο της Ψυχιατρικής Περίθαλψης στο Σπίτι του Αρρώστου και των Κινητών Μονάδων Ψυχικής Υγείας. Αν ο ασθενής είναι στο καφενείο, εν ολίγοις, θα πρέπει ο ειδικός να τον βρει στο καφενείο. «Οι άντρες έχουν μεγαλύτερη ανάγκη να κουβεντιάσουν και να πουν θέματα, αλλά είναι δύσκολο να ανοιχτούν» λέει ο Νίκος. «Νομίζουν ότι μπορούν να τα διαχειριστούν όλα μόνοι τους, ότι δεν χρειάζονται βοήθεια».
Ούτε στα σεμινάρια ψηφιακής εγγραμματοσύνης συμμετέχουν. Στην αρχή κάποιοι έρχονταν, αλλά μετά άρχισαν να δέχονται πειράγματα από τους υπόλοιπους και οπισθοχώρησαν. Ισως αυτό απελευθέρωσε περισσότερο τις γυναίκες βέβαια. Η κυρία Δήμητρα για παράδειγμα είχε μείνει τόσο μόνη μετά το θάνατο του άντρα της πριν από μια δεκαπενταετία που είχε ξεμάθει να μιλάει. Ούτε από το σπίτι δεν έβγαινε που λέει ο λόγος. «Κλείστηκα στον εαυτό μου. Τώρα δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να έρθει η Πέμπτη. Τα παιδιά που έρχονται τους θεωρούμε πια δικούς μας ανθρώπους.»
«Το κορίτσι δεν ήταν παιδί»
Οι περισσότερες έχουν ομολογήσει ότι μετανιώνουν που δεν σπούδασαν -όχι ότι υπήρχε επιλογή. «Είχα την ατυχία να γεννηθώ κορίτσι και δεν με έστειλαν να σπουδάσω» λέει η ίδια ωμά. «Κακά τα ψέματα, αν έχεις σπουδές, ξέρεις γράμματα, δεν χάνεσαι ποτέ. Αλλά τι να κάνουμε». «Το κορίτσι δεν ήταν παιδί» προσθέτει η κ. Αθανασία. «Να σου πω ένα παράδειγμα. Σε ένα σπίτι τότε, δεν ήταν μόνο μια οικογένεια. Ζούσαν πέντε έξι ζευγάρια, με τα παιδιά τους όλα μαζί. Η νύφη η τελευταία έπρεπε να κάνει σούζα σε όλα αυτά τα άτομα, να τους εξυπηρετούν όλους. Το φαΐ έμπαινε σε ένα μεγάλο πιάτο, στο τέλος δεν έμενε τίποτα. Μια φίλη μου έγλειφε τα κόκκαλα πριν τα πετάξει στα σκυλιά».
Γι’ αυτό οι περισσότερες έχουν τέτοια δίψα να μάθουν νέα πράγματα -επιστρέφουν σε εκείνη την ηλικία που στερήθηκαν τη γνώση. Στα σεμινάρια μαθαίνουν διάφορα, από το πώς να πληρώνουν λογαριασμούς online και γενικά να κάνουν web banking μέχρι πώς να κάνουν βιντεοκλήσεις. Αυτό ήταν το υπ’ αριθμόν ένα αίτημα όταν ξεκίνησαν τα μαθήματα αφού τα παιδιά τους λείπουν, είτε στην Αλεξανδρούπολη, είτε πιο μακριά. (Μέσα στην τελευταία δεκαετία έχει αυξηθεί ο πληθυσμός της Αλεξανδρούπολης κατά 30.000 άτομα.)
Μαθαίνουν επίσης πώς να δημιουργούν ισχυρούς κωδικούς, πώς να αναγνωρίζουν τις απάτες κοκ. Γιατί μπορεί να είναι ξεχασμένοι από το Θεό, όχι όμως και από τους απατεώνες. «Χθες με πήραν πάλι. Μου έλεγε ‘μαμά, μαμά’, της λέω ποια μαμά καλέ, δεν έχω κόρη και της το ‘κλεισα» έλεγε μια κυρία. «Εμένα με παίρνουν» πετάγεται μια άλλη «και ακούω ‘μαμά, χτύπησα με το αμάξι και έφταιγα εγώ, θέλω 70.000 ευρώ’. Πωπω λέω, μετά σκέφτομαι μα η κόρη μου μένει απέναντι από τη δουλειά της, δεν έχει αυτοκίνητο. Ασε που πού να τα βρω τα 70 χιλιάρικα. ‘Πενήντα ευρώ έχω’ της λέω γελώντας ‘άμα θες να στα στείλω’.»
Μαθαίνουν κι άλλα, ανάλογα τα ενδιαφέροντά τους. Μια κυρία ήθελε να μάθει να βρίσκει πρωτότυπες ευχές στο διαδίκτυο. Μια άλλη πώς να μη γυρίζει διαρκώς να δει αν έκλεισε το μάτι της κουζίνας. «Με τη βοήθεια των κοριτσιών, τα κατάφερα. Προχθές έψαχνα το κλειδί της αποθήκης. Εφαγα τον κόσμο. ‘Μη στενοχωριέσαι μάνα θα το βρεις’ μου έλεγε ο γιος μου από το τηλέφωνο. Τι να κάνει κι αυτός από μακριά. Μετά άρχισα να σκέφτομαι ότι το έβαλα στην τσέπη μου όταν ψιχάλιζε, το είχα τοποθετήσει εκεί συνειδητά, όπως είχα μάθει, ακριβώς για να το θυμάμαι. Εψαξα εκεί και το βρήκα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το θεώρησα σπουδαίο».
Τα παιδιά που έφυγαν – Η κυρία Βάγια δεν έχει παιδιά. «Και οι άλλες που έχουν, τα βλέπουν; Είναι Γερμανία, Ολλανδία, παντού. Ισως είναι χειρότερο αυτό. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω ελπίδα. Τι να ελπίζουν εκείνοι; Οτι θα έρθουν και θα τους θάψουν και θα φύγουν την άλλη μέρα;».
Οι ιστορίες δεν έχουν σταματημό, ξεχειλίζουν όπως οι θησαυροί από τα σεντούκια, και συχνά πυκνά οι παρέες ξεσπούν σε γέλια. Κάπου στο βάθος κρύβεται μια μελαγχολία. Είναι φοβερό να γνωρίζεις πως εσύ κρατάς τα κλειδιά του τόπου σου. Oτι όταν φύγεις το χωριό θα πεθάνει μαζί σου. Μόνο δύο νέα κορίτσια έχουν οι Πετράδες, ελάχιστους το Ασημένιο, λίγο παραπάνω το Σοφικό που έχει 400 κατοίκους. Παλιά είχε 2.000 κατοίκους, και είχε γίνει και γυμνάσιο. Τώρα δεν λειτουργεί στο χωριό σχολείο.
Την ημέρα που βρεθήκαμε εκεί, γινόταν μάθημα χορού στο πλαίσιο του προγράμματος. «Καλά είναι τώρα, χορεύουμε, όλα καλά. Σε δέκα χρόνια όμως θα είμαι 80» είπε η κυρία Χρυσή. «Τα παιδιά μου είναι μακριά, τι γίνεται μετά; Ούτε ένα γηροκομείο δεν έχει αυτή η περιοχή». Oπως μου είπε η επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος ψυχίατρος Μαρίνα Ελευθεριάδου, στην επαρχία αλλά και παντού, όταν αρρωσταίνει ο άντρας, τον φροντίζει η γυναίκα. Oταν αρρωσταίνει η γυναίκα, τη φροντίζει το παιδί. Στον Εβρο όμως τα παιδιά λείπουν σε ταξίδι για δουλειές.
Πολλά παιδιά έχουν φύγει μετανάστες -όπως κάποτε οι γονείς τους. Η κυρία Χρυσή για παράδειγμα έζησε πολλά χρόνια στη Γερμανία. Το ‘07 επέστρεψε στον τόπο της με τον άντρα της για να φροντίσουν τους γέρους τους, όπως λέει. Τώρα ο ένας γιος είναι στη Γερμανία, η άλλος στην Αθήνα και η κόρη στην Πάτρα. «Ερχόμαστε ξεδίνουμε αλλά σκεφτόμαστε τι θα γίνει στο μέλλον.»
Η κυρία Βάγια, στα 82 πλέον, αναρωτιέται: «Πόσο θα ζήσω, πέντε; Δέκα χρόνια ακόμα; Δεν βλέπεις από κάτω να μεγαλώνουν παιδιά. Είμασταν αλλιώς μαθημένοι εδώ. Eνα σπίτι είχε μεγάλη αυλή, ήταν όλοι γύρω από την οικογένεια και στη χαρά και στα ζόρια». Η ίδια δεν έχει παιδιά. «Και οι άλλες που έχουν, τα βλέπουν; Είναι Γερμανία, Ολλανδία, παντού. Ισως είναι χειρότερο αυτό. Τουλάχιστον εγώ δεν έχω ελπίδα. Τι να ελπίζουν εκείνοι; Oτι θα έρθουν και θα τους θάψουν και θα φύγουν την άλλη μέρα; Αυτή είναι η πραγματικότητα η δική μας. Εσείς στην Αθήνα ούτε που σας περνάει από το μυαλό κάτι τέτοιο».
Ο κάμπος άδειασε
Στεναχωριέται γιατί είναι εύφορο μέρος ο Εβρος. «Λίγες τέτοιες πεδιάδες έχει η Ελλάδα. Παλιά σπέρνανε τεύτλα, υπήρχε ένα εισόδημα, δούλευε το εργοστάσιο, κλείσανε το εργοστάσιο. Μετά βάζανε πατάτες, μεγάλες παραγωγές, τις διαχειριζόταν οι έμποροι, το παίζανε δηλαδή όπως ήθελαν αυτοί. Καταλήγανε να μην τους παίρνουν τις πατάτες, να τους παίρνουν πάρα πολλές φθηνές που να μη βγαίνει το κοστολόγιο. Αυτά που λένε οι αγρότες δεν είναι ψέματα. Εχει αδειάσει ο κάμπος, δε σπέρνουν τίποτα. Μόνο σιτάρι και καλαμπόκι, παραγωγές που δεν έχουν πολλά έξοδα.» Κανένας δεν ενδιαφέρεται, λένε, παρά μόνο αν υπάρξει ένταση με την Τουρκία. «Τότε μόνο υπάρχουμε, τότε μόνο υπάρχει ο Εβρος».
Το έργο είναι ένα από τα έξι που βρίσκονται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας, στο πλαίσιο του Προγράμματος Θεματικών Δωρεών για την Υγιή Γήρανση του Ιδρύματος Μποδοσάκη, που συγχρηματοδοτείται από το Iδρυμα Μποδοσάκη, το Κοινωφελές Iδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση και το ΤΙΜΑ Κοινωφελές Iδρυμα. Ξεκίνησε τον Ιανουάριο και ολοκληρώνεται στο τέλος του έτους. Ηδη έχει γίνει σημείο αναφοράς για τους κατοίκους και προκύπτουν διαρκώς αιτήματα για την επέκτασή του και σε άλλες κοινότητες του Eβρου.

