Η ζωή πίσω από τη ρεσεψιόν

Εχει δουλέψει σε μπαρ, στην υποδοχή ξενοδοχείων, στη διαχείριση Airbnb. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη χαρτογραφεί σε ένα βιβλίο τι σημαίνει να δουλεύεις σεζόν

6' 47" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το δωμάτιό της δεν ήταν φιλόξενο. Χωρούσε δύο κρεβάτια και έναν ανεμιστήρα, περίπου 10 τ.μ. για δύο ανθρώπους. Τουλάχιστον είχε ένα μικρό παράθυρο και δικό του μπάνιο, γιατί άλλες κλίνες μελών του προσωπικού είχαν κοινόχρηστες τουαλέτες, βρίσκονταν στο υπόγειο και δεν διέθεταν ούτε αυτή την περιορισμένη θέα. Η Κωνσταντίνα Τσουκαλά-Σταθάκη πέρασε τρεις θερινές σεζόν ως εργαζόμενη σε αυτό το νησιωτικό ξενοδοχείο. Δούλευε στη ρεσεψιόν, επτά ημέρες την εβδομάδα, επί έξι διαδοχικούς μήνες, δίχως ρεπό.

Η ζωή πίσω από τη ρεσεψιόν-1Μέσα στον ρόλο

«Χάνεις την αίσθηση της πραγματικότητας με αυτή τη συνθήκη, μπαίνεις σε ένα μικρό βέρτιγκο και μετράς τις ημέρες μέχρι να περάσουν. Δεν υπάρχει προσωπικός χώρος», λέει. «Ζεις μέσα στο ξενοδοχείο και όλη σου η καθημερινότητα είναι εκεί. Ακόμη και τις ώρες που δεν είσαι στη βάρδια, νιώθεις ότι βρίσκεσαι μέσα στον “ρόλο”. Δεν μπορείς να πας στην πισίνα να πιεις ποτό, γιατί είναι μόνο για τους επισκέπτες. Θα μείνεις στο δωμάτιο του προσωπικού, θα φας στον χώρο του προσωπικού. Νιώθεις εγκλωβισμένος». Η 34χρονη έχει συμπληρώσει μία δεκαετία εργασίας στον τουρισμό, σε διαφορετικά πόστα. Εχει δουλέψει σε μπαρ, στην υποδοχή ξενοδοχείων, στη διαχείριση Airbnb, σε τμήμα κρατήσεων και σε λίγες εβδομάδες θα κυκλοφορήσει το βιβλίο της με τίτλο «Η σεζόν» από τις εκδόσεις Αντίποδες. Στις σελίδες του δεν παραθέτει μόνο δικές της εμπειρίες, αλλά επιχειρεί να χαρτογραφήσει τον μικρόκοσμο των εργαζομένων, τα κοινά τους βιώματα, τις απαιτήσεις, την ανασφάλεια και την πίεση, πέρα από το αριθμητικό αποτύπωμα που αφήνει ο τουρισμός στο ΑΕΠ της χώρας.

Τη συναντάμε στο κέντρο της Αθήνας. Είναι μέσα Μαΐου, αλλά η ζέστη και οι ασφυκτικά γεμάτοι δρόμοι στην Πλάκα και γύρω από την Ακρόπολη θυμίζουν καλοκαίρι· η σεζόν έχει ήδη αρχίσει. Κατά σύμπτωση, αυτές τις ημέρες εμφανίζεται σε πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μια χορηγούμενη διαφήμιση στα ελληνικά για προκατασκευασμένους οικίσκους διαμονής προσωπικού ξενοδοχείων. Παρουσιάζεται ως «γρήγορη και οικονομική λύση», που υπόσχεται «απόσβεση σε μία σεζόν». Η κ. Τσουκαλά δεν έχει μείνει σε αντίστοιχες συνθήκες, γνωρίζει όμως περιπτώσεις εργαζομένων σε νησιά που τους είχαν τοποθετήσει σε κοντέινερ, χωρίς κλιματισμό.

Μεγάλωσε στο Καματερό Αττικής και έχει καταγωγή από την ορεινή Ζάκυνθο. Σπούδασε Νομική στην Αθήνα, πραγματοποίησε έπειτα μεταπτυχιακό στη διοίκηση επιχειρήσεων με αντικείμενο τουριστικό μάνατζμεντ στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και είναι μέλος του Συνδικάτου Επισιτισμού Τουρισμού Αττικής. Ακόμη και τώρα, κατά καιρούς, τη ρωτούν με έκπληξη πώς και βρέθηκε σε αυτόν τον χώρο ενώ σπούδασε Νομική. «Δυστυχώς είναι ενδεικτικό της εικόνας που έχουμε για τους ανθρώπους που δουλεύουν στη σεζόν», απαντά.

Το χωριό της στο Ιόνιο, η Αναφωνήτρια, βρίσκεται κοντά στο «Ναυάγιο», την πολυφωτογραφημένη παραλία. Στο βιβλίο της περιγράφει πώς από μικρή συνήθιζε να πουλάει μαζί με άλλα παιδιά βαμμένες πέτρες στους τουρίστες. Φορούσαν, θυμάται, κάποιο είδος στολής και άπλωναν την πραμάτεια τους, «για να γίνεται σαφές ότι πρόκειται για παροχή κάποιου είδους τουριστικής υπηρεσίας».

Το πρώτο πόστο σε θερινό μπαρ στη Ζάκυνθο προέκυψε, όπως λέει, από βιοποριστική ανάγκη. «Ως σερβιτόρα ήμουν ντόπια για τους τουρίστες και ξένη για τους ντόπιους, και φυσικά, για τους ιδιοκτήτες του μαγαζιού – η καταγωγή μου από το νησί δεν βοηθούσε πραγματικά», γράφει στο βιβλίο. «Είναι μια κουραστική δουλειά, έχει περπάτημα, κουβάλημα, περίεργα ωράρια και διάδραση με έναν κόσμο που δεν βρίσκεται πάντα στην καλύτερη στιγμή του», σημειώνει στην «Κ». Οσο πιο μικρή η επιχείρηση, τόσο πιο πολλά τα καθήκοντα, εξηγεί. «Εκανες τα πάντα, από το να σερβίρεις, να πλύνεις, να μαζέψεις σπασμένα ποτήρια και εμετό –διότι μία φορά την εβδομάδα είχαν πάρτι Βρετανοί τουρίστες– ,να καθαρίσεις την τουαλέτα», λέει. «Και έπρεπε να έχεις αυτοπεριορισμό. Εάν περνούσες μια κακή ημέρα να μην το δείξεις στον πελάτη. Η έκφραση συναισθημάτων μπορούσε να θεωρηθεί προσβολή προς την επιχείρηση».

Δεν είχε την επιλογή της παραίτησης; Αυτό είναι ένα ακόμη ζήτημα που θίγει στο βιβλίο της. Περιγράφει ότι η τουριστική σεζόν για ορισμένους εργαζομένους φαντάζει ως η τελευταία ευκαιρία ώστε να βγάλουν άμεσα χρήματα. «Εάν δεν μπορείς να αντεπεξέλθεις εκεί, σκέφτεσαι ότι ίσως δεν θα τα καταφέρεις πουθενά», υπογραμμίζει. Κατά τη διάρκεια της σεζόν η ευελιξία που έχει ένας εργαζόμενος είναι περιορισμένη. Οσο δύσκολο μπορεί να είναι να διαπραγματευθεί καλύτερες συνθήκες απασχόλησης, άλλο τόσο θα είναι να βρει αλλού δουλειά. Και επειδή σε κάποιες περιπτώσεις συναντάται ακόμη το φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας, δεν υπάρχει ούτε το κίνητρο μιας καλής αποζημίωσης σε περίπτωση απόλυσης.

Το «σπαστό»

Τα επόμενα καλοκαίρια, η Κωνσταντίνα εργάστηκε σε ξενοδοχείο 100 κλινών. Οπως επισημαίνει, υπάρχει μια στρεβλή εντύπωση ότι ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν το μόνο που κάνει είναι να παραδίδει και να παραλαμβάνει κλειδιά δωματίων. «Στην πραγματικότητα μπορεί να είσαι και ταμίας, να ελέγχεις τη διαθεσιμότητα, τις τιμές, εάν όλα πάνε καλά, να πρέπει να συντονίσεις πολλά τμήματα ταυτόχρονα ώστε να είναι έτοιμο και καθαρό το δωμάτιο για να υποδεχθεί τον επόμενο επισκέπτη», αναφέρει και παρομοιάζει τα πεντάστερα ξενοδοχεία με νοσοκομεία, αφού μένουν ανοιχτά συνεχώς.

Σερβιτόρα σε «αρένα» – «Εκανες τα πάντα, από το να σερβίρεις, να πλύνεις, να μαζέψεις σπασμένα ποτήρια και εμετό –διότι μία φορά την εβδομάδα είχαν πάρτι Βρετανοί τουρίστες–, να καθαρίσεις την τουαλέτα», περιγράφει για την πρώτη της δουλειά ως σερβιτόρας στη Ζάκυνθο.

Μια εκδοχή του ωραρίου εργασίας τους την είχαν ονομάσει «σπαστό σπαστικό». Ξεκινούσε 09.00 με 13.30 και συνέχιζε 17.30 με 21.00. Ηταν ένα πρόγραμμα που τους μετέτρεπε σε «τροφίμους» του ξενοδοχείου, καθώς λόγω και της απόστασης από το πιο κοντινό χωριό δεν υπήρχε αρκετός χρόνος για να απομακρυνθούν μέσα στην ημέρα.

Ολοι οι εργαζόμενοι έτρωγαν σε ξεχωριστό χώρο, διαφορετικό μενού από αυτό των τουριστών, για να περιοριστεί το κόστος. «Υποχρεωτικά λαδερό τέσσερις φορές τη βδομάδα και τις υπόλοιπες μέτρια και πρόχειρα μαγειρεμένο χοιρινό ή κοτόπουλο. Παρακαλούσα να μην είναι πολύ λαίμαργοι οι τουρίστες και να φτάσει σ’ εμάς ό,τι είχε απομείνει από τον πρωινό μπουφέ», γράφει στο βιβλίο της.

Οι influencers

Τονίζει ότι η πίεση στα πόστα της σεζόν είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σύγκριση με τις απολαβές. «Εάν έχεις να διαχειριστείς 100.000 room nights και λαμβάνεις 800 e-mails την ημέρα, η απαίτηση της διοίκησης είναι να κάνεις το πολύ δύο λάθη σε κάθε σεζόν. Μια λάθος κράτηση σημαίνει πως το ξενοδοχείο θα πρέπει να προσφέρει δωρεάν γεύματα στον πελάτη ή να του κάνει σταθερά έκπτωση στις κρατήσεις του ή ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, προκειμένου να μη φύγει δυσαρεστημένος», αναφέρει.

Ολα γίνονται πιο έντονα όταν έχουν να αντιμετωπίσουν τους αποκαλούμενους «influencers», διασημότητες ή ημιδιασημότητες, που διαμένουν δωρεάν στο ξενοδοχείο για να το προωθήσουν στους λογαριασμούς που διατηρούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Τότε, επισημαίνει, δεν υπάρχει περιθώριο λάθους.

Εκτιμά πως σε ένα ξενοδοχείο 300 κλινών τουλάχιστον 5 ή και 15 δωμάτια ανά σεζόν παρέχονται δωρεάν σε αυτή την τάξη των επισκεπτών. Η πίεση που δέχονται είναι μεγαλύτερη σε αντίθεση με κάποιον που πληρώνει για τη διαμονή του. Ακόμη και εάν δεν είναι τέλεια στρωμένο ένα κρεβάτι ή δεν παίζει κάποιο συγκεκριμένο κανάλι στην τηλεόραση μπορεί να θεωρηθεί μεγάλο πρόβλημα. «Ενας τέτοιος άνθρωπος δεν κάνει διακοπές, αλλά παράγει μια ζωντανή και άμεση αξιολόγηση όλων των εργαζομένων του ξενοδοχείου», σημειώνει.

Μια παρένθεση

Ολες αυτές οι πτυχές, καθώς και τα φαινόμενα μη τήρησης της εργατικής νομοθεσίας, εξηγούν κατά την ίδια γιατί οι δουλειές στην τουριστική σεζόν δεν είναι πλέον τόσο ελκυστικές.

Το ζήτημα της έλλειψης εργαζομένων για τον ελληνικό τουριστικό κλάδο ανακύπτει σταθερά τα τελευταία χρόνια, με τους αριθμούς των κενών να υπολογίζονται ανά έτος σε 60.000-80.000 άτομα. Ορισμένοι από τους λόγους που έχουν διατυπωθεί για να εξηγήσουν αυτή την τάση είναι, μεταξύ άλλων, τα ακατάλληλα καταλύματα διαμονής, οι συχνές βραδινές βάρδιες, τα πολλαπλά καθήκοντα που αναλογούν σε μια θέση, οι μη ανταγωνιστικές αμοιβές.

Η κ. Τσουκαλά εξακολουθεί να εργάζεται στον τουρισμό, στις κρατήσεις ξενοδοχείων, αλλά η βάση της πλέον είναι στην Αθήνα. «Η σεζόν είναι μια παρένθεση. Είναι η μισή σου χρονιά και εάν το κάνεις καιρό, η μισή σου ζωή», επισημαίνει. «Υπάρχει άλλος κύκλος ζωής τη σεζόν και άλλος τον χειμώνα. Οταν επιστρέφεις στον τόπο σου προσπαθείς να μπεις σε ένα ρυθμό, που σου είναι πλέον ξένος. Η σεζόν δημιουργεί μια συνθήκη συνεχόμενων κενών και αυτό, αντί να εκτιμάται και να αναγνωρίζεται, εντέλει υποτιμάται».

Με το βιβλίο της επιχειρεί να στρέψει το βλέμμα προς τους αθέατους στυλοβάτες του τουριστικού κλάδου: την καμαριέρα, τη ρεσεψιονίστ, τον σερβιτόρο, τον συντηρητή. «Ακούμε ότι είχαμε μια αύξηση στις αφίξεις, αλλά τι σημαίνει αυτό; Ποιον επηρεάζει;» επισημαίνει. «Θα ήθελα το βιβλίο να γίνει η αφορμή για να μιλήσει και άλλος κόσμος».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT