Το real estate του Ράμα

Ο τριακονταπενταετής εμφύλιος για τις περιουσίες και το γεωπολιτικό παιχνίδι του Αλβανού πρωθυπουργού

6' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το 1991, σχεδόν αμέσως μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, ψηφίστηκε στο αλβανικό κοινοβούλιο ο νόμος 7501 –κατά πολλούς ο σημαντικότερος στη μετά Χότζα εποχή– για τη διανομή της γης και της ακίνητης περιουσίας στους πολίτες. Μέχρι τότε η γη ήταν περιουσία του κράτους, είτε απευθείας είτε μέσω των συνεταιρισμών. Με βάση τον εν λόγω νόμο, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις τής κάθε κολεκτίβας (συνεταιρισμού) δόθηκαν στους αγρότες, κατά μέσον όρο δυόμισι έως τρία στρέμματα ανά άτομο της οικογενείας. Οι μη καλλιεργήσιμες εκτάσεις (βοσκότοποι, δάση κ.ά.) –γύρω στο 70% του εδάφους της κατ’ εξοχήν ορεινής Αλβανίας– παρέμειναν στο κράτος, ενώ όσοι εργάζονταν στις πόλεις έλαβαν μερίδιο από τις ιδιωτικοποιήσεις των επιχειρήσεων.

Η ιδιαιτερότητα της Χειμάρρας

Ο πρώην πρόεδρος της ομογενειακής οργάνωσης Ομόνοια, πολιτικός μηχανικός στον Βούρκο, Λεωνίδας Παπάς, λέει στην «Κ» ότι ο νόμος αυτός, που αφορούσε το σύνολο της αλβανικής επικράτειας, «υπήρξε ευεργετικός» για τις περιοχές της ελληνικής μειονότητας –όχι όμως και για τη Χειμάρρα– και εξηγεί: «Κομμάτια γης δικαιούνταν με βάση τον νόμο μόνο όσοι ήταν εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια στις 30 Αυγούστου 1991. Στη Χειμάρρα, όμως, πολλοί κάτοικοί της είχαν φύγει στην Αμερική, στην Ελλάδα, στα Τίρανα και αλλού και δεν δικαιούνταν από τον νόμο να πάρουν τίποτα. Αντιθέτως, στα χωριά των Αγίων Σαράντα, του Βούρκου και της Δρόπολης οι άνθρωποι δεν είχαν φύγει· ζούσαν εκεί και καλλιεργούσαν τη γη, και έτσι πήραν χωράφια».

Ο ίδιος νόμος μπορεί σε γενικές γραμμές να έθεσε το πλαίσιο του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στο σύνολο της αλβανικής επικράτειας, φάνηκε όμως ότι δεν έλυσε το πρόβλημα. Η απουσία ολοκληρωμένου κτηματολογίου και μόνιμων τίτλων ιδιοκτησίας, ειδικά στις παραθαλάσσιες περιοχές-φιλέτα –με κορυφαίες αυτές στις ακτές της Χειμάρρας– διαμόρφωσε μια πολύπλοκη κατάσταση, όπου αμφισβητούμενες εκτάσεις έφτασαν να διεκδικούνται από δύο ή και περισσότερους ενδιαφερομένους.

Σε πολλές περιπτώσεις, για ένα κομμάτι δημόσιας γης το οποίο φρόντιζε κάποιος χωρικός μέχρι τότε, αλλά δεν διέθετε οριστικό τίτλο ιδιοκτησίας, εμφανίζονταν συχνά άγνωστα άτομα, τα οποία παρουσίαζαν έγγραφα, πλαστά συνήθως, που το εμφάνιζαν ως περιουσία κάποιου συγγενούς τους –αγά ή μπέη κατά το παρελθόν…–και το διεκδικούσαν. Υπήρξαν και συνεχίζουν να υπάρχουν αναρίθμητες προσφυγές στα δικαστήρια, τα οποία ωστόσο ασφυκτιούν από τέτοιες υποθέσεις και αδυνατούν τις περισσότερες φορές να δώσουν λύση.

Το real estate του Ράμα-1
Η βυζαντινή Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο νησί Ζβέρνετ, μέσα στη λιμνοθάλασσα Νάρτα βορειοδυτικά του Αυλώνα. Κάποτε το έλεγαν «νησί της σιωπής», όμως αργότερα ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος το είχε πλημμυρίσει με παιδικές φωνές.

Κάπου εκεί εμφανίζονταν –και εξακολουθούν– επιτήδειοι, που αγόραζαν «κοψοχρονιά» τις αμφισβητούμενες εκτάσεις, τις οποίες αναγκάζονταν να ξεφορτωθούν εκείνοι που τις εκμεταλλεύονταν επί χρόνια προκειμένου να απαλλαγούν από την ατέρμονη ταλαιπωρία και τις συνεχείς διενέξεις. Στη Χειμάρρα έχουν διχαστεί και οικογένειες. Ετσι, τα αποκαλούμενα «κοράκια» πλούτιζαν και οι ντόπιοι στα παράλια έχαναν τις περιουσίες που είχαν από τους προγόνους τους και αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν – ένα φαινόμενο που έλαβε χαρακτηριστικά αθέατου αφελληνισμού του νότου.

Και βεντέτες

Στον αλβανικό βορρά οι διενέξεις για τη γη εξελίχθηκαν σε άγρια μορφή, με πολλούς να καταφεύγουν στην ωμή βία και τις παραδοσιακές αιματηρές βεντέτες να φουντώνουν. Καθώς το πρόβλημα του ιδιοκτησιακού πλήττει καίρια την ελληνική ομογένεια, με παρέμβαση του ευρωβουλευτή της Ν.Δ. Φρέντη Μπελέρη η Ε.Ε. έθεσε στην Αλβανία όρο στις ενταξιακές διαδικασίες την ολοκλήρωση του κτηματολογίου έως το 2028, ενώ το θέμα παραμένει και από την Αθήνα ψηλά στην ατζέντα των ελληνοαλβανικών σχέσεων.

Η κυβέρνηση Ράμα επιχείρησε κατά καιρούς να κόψει τον «γόρδιο δεσμό» των ιδιοκτησιών, πλην όμως στο όνομα της τουριστικής ανάπτυξης και με όχημα τον «στρατηγικό επενδυτή» χειροτέρεψε την κατάσταση, παραδίδοντας προστατευόμενες εκτάσεις σπάνιας ομορφιάς προς ανελέητη εκμετάλλευση σε μεγάλα τουριστικά συμφέροντα.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της Σβέρνιτσας, που με τα πρόσφατα επεισόδια έφερε στην επιφάνεια την επιχείρηση άλωσης των εθνικών βιοτόπων προς τουριστική εκμετάλλευση. Πώς έγινε αυτό; Τον Μάρτιο του 2024 το Bloomberg αποκάλυψε ότι η εταιρεία του Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρού του Τραμπ, «Affinity Partners», σχεδίαζε δύο μεγάλα τουριστικά έργα στην Αλβανία: ένα στο νησί Σάσων και ένα άλλο στο παραλιακό χωριό Σβέρνιτσα, κοντά στον Αυλώνα. Ειδικά για τη Σβέρνιτσα, το ρεπορτάζ ανέφερε ότι επρόκειτο για ένα πρότζεκτ με θέρετρα, βίλες και εκατοντάδες δωμάτια ξενοδοχείων.

Μερικές εβδομάδες πριν είχε εγκριθεί από το κοινοβούλιο, με ψήφους των Σοσιαλιστών, τροποποίηση του νόμου για τις προστατευόμενες περιοχές –που καλύπτουν το ένα πέμπτο του εδάφους της Αλβανίας– η οποία επέτρεπε την ανέγερση κτιρίων στους βιοτόπους. Τότε η κυβέρνηση Ράμα είχε υποστηρίξει στη Βουλή ότι «τα έργα θα περνούσαν από ισχυρά θεσμικά φίλτρα και ότι θα επιτρέπονταν μόνο επενδύσεις υψηλού επιπέδου, σύμφωνα με τα περιβαλλοντικά κριτήρια».

Αντιθέτως, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις χαρακτήρισαν την τροποποίηση «νομιμοποίηση ιδιωτικών κατασκευών στα πιο πολύτιμα φυσικά περιουσιακά στοιχεία της χώρας», ενώ η αντιπροσωπεία της Ε.Ε. στα Τίρανα ζήτησε την επανέναρξη των διαβουλεύσεων και προειδοποίησε ότι οι αλλαγές επηρέαζαν περιοχές που σχετίζονται άμεσα με την ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία.

Οι δίαυλοι

Νωρίτερα, ο Ράμα είχε χτίσει γέφυρα στον Κούσνερ για να διαβεί και να επενδύσει στο νησάκι Σάσων, ανοιχτά του Αυλώνα. Ο μυστικός τρόπος με τον οποίο έγινε η δουλειά δείχνει πώς ο Αλβανός πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται τη διαχείριση δημοσίων υποθέσεων. Oπως αποκάλυψαν οι New York Times, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Μπαϊράμ Μπεγκάι άνοιξε τον δρόμο για την επένδυση, αφαιρώντας τη Σάσωνα από το σχέδιο ανάπτυξης των ενόπλων δυνάμεων με δύο μυστικά διατάγματα. Τίποτα, φυσικά, απ’ όλα αυτά δεν πτόησε τον Ράμα, που προχωράει ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες των εθνικών πάρκων και βιοτόπων στα τουριστικά funds, μετά την ανελέητη ανέγερση θηριωδών οικοδομών και ολόκληρων «πόλεων από μπετόν» στις πανέμορφες ακρογιαλιές της Χειμάρρας, του Αυλώνα και του Δυρραχίου.

Η εξαγγελθείσα έρευνα της Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς (SPAK) για τον τρόπο απόκτησης, πριν από τριάντα χρόνια, από τους φερόμενους ως ιδιοκτήτες –ανάμεσά τους και άτομο συνδεδεμένο με τη μαφία του Αυλώνα– της έκτασης στην παραλία της Σβέρνιτσας, ενδεχομένως να ανοίξει –αν δεν υπάρξει «αόρατο χέρι» να την εμποδίσει– τον δρόμο και για πολλές άλλες «γκρίζες» αγοραπωλησίες ιδιοκτησιών και επενδύσεις στις τουριστικές ζώνες. Οι φήμες για ξέπλυμα μαύρου χρήματος στον τουρισμό και στο «δάσος» με τους ουρανοξύστες στα Τίρανα –πολλοί εκ των οποίων παραμένουν… άδειοι– οργιάζουν στην Αλβανία, και τα διεθνή ΜΜΕ έχουν αναδείξει το θέμα της τεράστιας διαφθοράς, με θερμοκήπιο την τουριστική βιομηχανία και τον κατασκευαστικό τομέα και σημείο αναφοράς τον ίδιο τον Ράμα.

Οπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι από τους πενήντα δύο στρατηγικούς επενδυτές στις τουριστικές ζώνες, μόνο οι δύο-τρεις είναι ξένοι και οι υπόλοιποι είναι «άνθρωποι του Ράμα». Κατά την πάγια τακτική του Ράμα, η όλη συζήτηση που άνοιξε για τη Σβέρνιτσα και γενικά για την καταπάτηση και υφαρπαγή εκτάσεων προς τουριστική αξιοποίηση υποκινείται από την Ελλάδα, λόγω… ζήλιας για το «μεγαλείο» της τουριστικής του βιομηχανίας.

Το νησάκι της σιωπής

Το παραθαλάσσιο χωριό Σβέρνιτσα, με το λιλιπούτειο γραφικό νησάκι στο στόμιο του κολπίσκου, που τώρα ήρθε στην επικαιρότητα λόγω των συγκρούσεων για το μέλλον του και τη μετατροπή του σε τουριστικό θέρετρο, εκτός από προίκα της φύσης υπήρξε και τόπος εξορίας σημαντικών εσωκομματικών αντιπάλων του Ενβέρ Χότζα.

Το γαλήνιο νησί, ανάμεσα στα πεύκα και στη λιμνοθάλασσα, δεν χρησίμευε μόνο ως φυσικό τοπίο ανάπαυσης ή ως τόπος προσκυνήματος στο εκεί προαιώνιο ορθόδοξο χριστιανικό μοναστήρι της Παναγίας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος είχε φτιάξει εκεί παιδικές κατασκηνώσεις για χριστιανούς και μουσουλμάνους, οι οποίες γέμιζαν ασφυκτικά.

Λίγοι όμως Αλβανοί γνώριζαν –έως πρόσφατα, που είδαν το φως αρχεία των μυστικών υπηρεσιών του Χότζα– ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήταν και τόπος εκτοπισμού επιφανών αντιφρονούντων. Περιτριγυρισμένο από νερό, μακριά από τις πόλεις και τη δημόσια θέα, το νησάκι προσέφερε αυτό που επιδίωκε το καθεστώς και κρίθηκε ιδανικό για τη σωματική και ψυχολογική απομόνωση. Ηταν μια ανοιχτή φυλακή «πολυτελείας», χωρίς κάγκελα και υγρά σκοτεινά κελιά.

Σ’ αυτόν τον, κατά τα άλλα, φυσικό παράδεισο, οι εκτοπισμένοι αν δεν ήθελαν να οδηγηθούν στα κάτεργα του βορρά έπρεπε να κρατούν το στόμα τους κλειστό. Γι’ αυτό, όπως σημειώνεται στα έγγραφα, το αποκαλούσαν «νησί της σιωπής». Οπως είχε καταθέσει αργότερα ένας εκ των κρατουμένων: «Σ’ αυτόν τον τόπο δεν άκουγες ανθρώπινη φωνή· μόνο τα κελαηδίσματα των πουλιών θύμιζαν ότι υπάρχει ζωή στον χώρο».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT