CSI στα αρχαία υφάσματα

Η αρχαιολόγος Στέλλα Σπαντιδάκη, πρόεδρος του ARTEX, εξηγεί στην «Κ» πώς μια κλωστή, μια βαφή ή ένα σχεδόν αόρατο αποτύπωμα υφάσματος μπορεί να γίνει τεκμήριο και να αναδείξει άγνωστες πλευρές της αρχαίας ζωής από τις Μυκήνες έως το Λευκαντί

6' 24" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

ΣΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, στα τέλη της δεκαετίας του ’90, μια σωστική ανασκαφή σε νεκροταφείο του 5ου αιώνα π.Χ. έφερε στο φως μια κεραμική τεφροδόχο. Μέσα της υπήρχαν καμένα οστά που ανήκαν σε τρεις ανθρώπους, ίσως μέλη της ίδιας οικογένειας: μια γυναίκα περίπου 25 ετών, έναν άνδρα περίπου 35 και ένα παιδί κάτω των δέκα. Η τεφροδόχος ήταν καλυμμένη με ύφασμα. Η μελέτη ανατέθηκε στο νεοσύστατο τότε Κέντρο Ερευνας και Συντήρησης Αρχαιολογικού Υφάσματος (ARTEX Centre), και συγκεκριμένα στη Γιούλη Σπαντιδάκη, βιολόγο και ερευνήτρια παλαιών υφασμάτων, και στον συνεργάτη της, Κριστόφ Μουλερά. Το εύρημα αποδείχθηκε ένα από τα λεπτότερα και ωραιότερα υφάσματα της ελληνικής αρχαιότητας.

«Διατηρεί μάλιστα στην άκρη του μια εξαιρετικά λεπτή ρίγα βαμμένη με πορφύρα», λέει στην «Κ» η Στέλλα Σπαντιδάκη, κόρη της Γιούλης, αρχαιολόγος με ειδίκευση στο αρχαιολογικό ύφασμα και σημερινή πρόεδρος του ARTEX. «Τα αποτελέσματα της μελέτης παρουσιάστηκαν σε συνέδρια και διαλέξεις. Τότε, αρχαιολόγοι από όλη την Ελλάδα άρχισαν να επικοινωνούν με το Κέντρο ζητώντας μελέτες υφασμάτων από νέες αλλά και παλαιότερες ανασκαφές», λέει η ίδια. Μέχρι τότε, εξηγεί, τα γνωστά κατάλοιπα υφασμάτων από την αρχαία Ελλάδα «μετριούνταν κυριολεκτικά στα δάχτυλα»: ο υπομυκηναϊκός χιτώνας από το Λευκαντί, το ύφασμα της Βεργίνας, το ύφασμα του 5ου αιώνα π.Χ. από την Ελευσίνα και ελάχιστα ακόμη παραδείγματα.

CSI στα αρχαία υφάσματα-1
Λινό ύφασμα 5ου αι. π.Χ, Ακρωτήριο Ζωστήρ στη Βουλιαγμένη, σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Βρέθηκε στο εσωτερικό χάλκινης τεφροδόχου μαζί με άλλο ένα ύφασμα. Διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση, κατασκευασμένο με απλή ύφανση, διατηρεί τμήμα πλευρικής παρυφής. Σπασμένες και επιδιορθωμένες κλωστές υποδεικνύουν ότι το ύφασμα είχε χρησιμοποιηθεί πριν εναποτεθεί στην τεφροδόχο. Φωτογραφία: C. Moulherat.

Για χρόνια άλλωστε, η επικρατούσα αντίληψη ήταν ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχαν αρχαιολογικά υφάσματα, καθώς το κλίμα δεν ευνοεί τη διατήρηση τέτοιων οργανικών υλικών. Η τεφροδόχος στα Καλύβια έδειξε κάτι διαφορετικό: δεν ήταν ότι τα υφάσματα δεν υπήρχαν. Ηταν ότι συχνά δεν αναγνωρίζονταν, δεν συλλέγονταν ή δεν αντιμετωπίζονταν ως ευρήματα ικανά να μιλήσουν. Οπως σχολιάζει η κ. Σπαντιδάκη, «μέσα σε λίγα χρόνια, άρχισε να διαμορφώνεται σταδιακά ένα σώμα καταγεγραμμένων ευρημάτων που σήμερα περιλαμβάνει πάνω από 100 υφάσματα από τον ελλαδικό χώρο, από την Εποχή του Χαλκού έως και τα ρωμαϊκά χρόνια». 

ΕΝΑ CSI ΠΑΝΩ ΣΕ ΚΛΩΣΤΕΣ

Η ίδια περιγράφει τη διαδικασία που ακολουθούν σαν ένα είδος εγκληματολογικής έρευνας της αρχαιότητας – ένα CSI όχι πάνω σε σώματα, αλλά πάνω σε κλωστές. «Ενα αρχαίο ύφασμα μπορεί να διασώζεται μόνο ως ελάχιστα ίχνη πάνω σε ένα μεταλλικό αντικείμενο ή ως μικροσκοπικές ίνες σχεδόν αόρατες στο μάτι. Για εμάς όμως αυτά τα ίχνη λειτουργούν σαν στοιχεία μιας υπόθεσης», λέει. Οπως εξηγεί, οι ερευνητές κοιτούν το είδος της ίνας, τη στρέψη του νήματος, την τεχνική ύφανσης, την πυκνότητα του υφάσματος, ίχνη βαφών ή αποτυπώματα υφάσματος πάνω σε διαβρωμένα μέταλλα. «Ολες αυτές οι πληροφορίες μπορούν να αποκαλύψουν όχι μόνο πώς κατασκευάστηκε ένα ύφασμα, αλλά και το επίπεδο τεχνογνωσίας, την αισθητική και την κοινωνική αξία που είχε». Και, όπως σε κάθε καλή υπόθεση, η λεπτομέρεια μπορεί να αλλάξει ολόκληρη την εικόνα. Αυτό συνέβη και στις Μυκήνες.

CSI στα αρχαία υφάσματα-2
Κατάλοιπο διακόσμησης με ταπισερί, Τάφος Ν, Ταφικός Κύκλος Β, Μυκήνες, 17ος αι. π.Χ. Φωτ.: Στέλλα Σπαντιδάκη – Φωτογραφικό Αρχείο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. © Υπουργείο Πολιτισμού – Οργανισμός Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ).

Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος Faros, το ARTEX μελέτησε υφάσματα από τους Ταφικούς Κύκλους. Πρόκειται για έναν κόσμο που έχει φτάσει μέχρι εμάς κυρίως μέσα από τον χρυσό: προσωπεία, κύπελλα, όπλα, κοσμήματα, πολύτιμα μέταλλα. Οχι επειδή αυτά ήταν τα μόνα σύμβολα πλούτου, αλλά επειδή αυτά άντεξαν. «Η εικόνα που έχουμε για τις “πολύχρυσες Μυκήνες” βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε όσα διατηρήθηκαν στο έδαφος, κυρίως στα μέταλλα», λέει η κυρία Σπαντιδάκη. «Τα υφάσματα όμως ήταν από τα πιο πολύτιμα και τεχνολογικά σύνθετα αντικείμενα της εποχής, απλώς ως οργανικά υλικά σπάνια επιβιώνουν».

«Αυτά τα ευρήματα μας επιτρέπουν να δούμε μια πιο “ζωντανή” πλευρά των Μυκηνών», λέει η κυρία Σπαντιδάκη, «όχι μόνο τον πλούτο ως συσσώρευση πολύτιμων αντικειμένων, αλλά και ως εικόνα, εμφάνιση, κίνηση και αισθητηριακή εμπειρία».

Το Faros στρέφεται ακριβώς σε αυτά τα υλικά: στα υφάσματα που βρέθηκαν σε ταφικά σύνολα της μυκηναϊκής ελίτ και που, ακόμη και όταν σώζονται, συχνά σώζονται αποσπασματικά, ως ίχνη. Σε ένα τέτοιο εύρημα από τον Ταφικό Κύκλο Β, η μακροσκοπική εξέταση αποκάλυψε ότι δεν επρόκειτο για ένα απλό ύφασμα, αλλά για «το παλαιότερο ύφασμα στην Ελλάδα διακοσμημένο με την τεχνική της ταπισερί». Συνιστά, όπως εξηγεί, μια ιδιαίτερα χρονοβόρα τεχνική, που προσφέρει μεγάλη ελευθερία στη δημιουργία σχεδίων. «Αυτά τα ευρήματα μας επιτρέπουν να δούμε μια πιο “ζωντανή” πλευρά των Μυκηνών», λέει η κυρία Σπαντιδάκη, «όχι μόνο τον πλούτο ως συσσώρευση πολύτιμων αντικειμένων, αλλά και ως εικόνα, εμφάνιση, κίνηση και αισθητηριακή εμπειρία».

CSI στα αρχαία υφάσματα-3
Μακροσκοπική μελέτη κατάλοιπου υφάσματος από τον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Φωτογραφία: Σ. Σπαντιδάκη.

Αντίστοιχα, σε ύφασμα από τον Ταφικό Κύκλο Α, οι αναλύσεις χρωστικών έδειξαν για πρώτη φορά τη μεγάλη πιθανότητα χρήσης διπλής βαφής: έναν συνδυασμό ριζαριού με ιντιγκοειδή, πιθανότατα ίσατι. «Πρόκειται για πληροφορίες που είναι κυριολεκτικά αόρατες χωρίς επιστημονική ανάλυση, αλλά αλλάζουν ριζικά την εικόνα που έχουμε για την τεχνολογία και την πολυτέλεια των πρώιμων μυκηναϊκών υφασμάτων», λέει η κυρία Σπαντιδάκη. Χωρίς αυτές, τα ευρήματα αυτά θα είχαν πιθανότατα καταγραφεί απλώς ως “υπολείμματα υφάσματος”, χωρίς να αποκαλύψουν ποτέ την πραγματική τους σημασία. «Αν ξεκινήσουμε να κοιτάζουμε τις Μυκήνες μέσα από το πρίσμα των υφασμάτων και όχι μόνο μέσα από τον χρυσό», σημειώνει, «αρχίζουμε να βλέπουμε μια κοινωνία όπου ο πλούτος και το κύρος εκφράζονταν επίσης μέσα από το χρώμα, την υφή, την τεχνογνωσία και την ένδυση».

CSI στα αρχαία υφάσματα-4
Μακροσκοπική μελέτη υφασμάτων από τους Ταφικούς Κύκλους των Μυκηνών στο στερεοσκόπιο και το ψηφιακό μικροσκόπιο Dinolite, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Στα δεξιά η Στέλλα Σπαντιδάκη, με τη συνεργάτιδά της Χριστίνα Μαργαρίτη. Φωτογραφία: Σ. Σπαντιδάκη

Ο ΧΙΤΩΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΕΥΚΑΝΤΙ 

Ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές περιπτώσεις που έχουν μελετηθεί στην Ελλάδα βρίσκεται και ο περίφημος χιτώνας από το Λευκαντί στην Εύβοια. Βρέθηκε σε ταφή του 10ου αιώνα π.Χ. και θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα διατηρημένα υφάσματα του ελλαδικού χώρου. «Αυτό που το κάνει πραγματικά ξεχωριστό δεν είναι μόνο η εξαιρετική του διατήρηση, αλλά και το
γεγονός ότι η ραδιοχρονολόγηση έδειξε πως το ίδιο το ύφασμα ήταν ήδη παλαιότερο από την ταφή: είχε κατασκευαστεί πιθανότατα μεταξύ του 13ου και του 11ου αιώνα π.Χ. Είναι πολύ πιθανό λοιπόν να επρόκειτο για ένα πολύτιμο κειμήλιο», σχολιάζει η κυρία Σπαντιδάκη, ενώ όπως εξηγεί, ο χιτώνας είναι τεχνολογικά εξαιρετικά σύνθετος, καθώς συνδυάζει απλή ύφανση με φλοκιαστή ύφανση, μια απαιτητική τεχνική που δημιουργεί ανάγλυφη, σχεδόν γούνινη επιφάνεια.

CSI στα αρχαία υφάσματα-5
«Χιτώνας» από το Λευκαντί, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Χαλκίδας, Αρέθουσα, 13ος-11ος αι. π.Χ.

«Δεν βρέθηκε όμως μόνος του. Συνοδευόταν από ένα σύνολο πολυτελών και σύνθετων υφασμάτων: διακοσμημένες υφαντές ταινίες με γεωμετρικά μοτίβα, λεπτά λινά και μάλλινα υφάσματα, ύφασμα με διακόσμηση ταπισερί, μάλλινο ύφασμα βαμμένο με πορφύρα, αλλά και υφαντό διακοσμημένο με την τεχνική του σουμάκ. Πρόκειται για τεχνικές με ισχυρές ανατολικές συνδέσεις, που ταιριάζουν απόλυτα με τον χαρακτήρα στο Λευκαντί εκείνης της εποχής ως σημαντικό κέντρο επαφών και ανταλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο. Το σύνολο αυτό δείχνει ότι η υφαντική παραγωγή της περιόδου ήταν πολύ πιο εξελιγμένη, πολυτελής και διεθνοποιημένη απ’ όσο φανταζόμασταν παλαιότερα», καταλήγει.

ΙΧΝΗ ΥΦΑΣΜΑΤΩΝ

Από τον χιτώνα από το Λευκαντί έως τα μικροσκοπικά ίχνη πάνω σε μέταλλα, το ζητούμενο για το ARTEX δεν είναι μόνο να μελετήσει όσα υφάσματα σώθηκαν, αλλά και να δείξει πώς ανιχνεύεται η παρουσία τους εκεί όπου το ίδιο το υλικό έχει χαθεί. Σε αυτή τη λογική κινήθηκε και το εργαστήριο «Ιχνη Υφασμάτων», που οργανώθηκε από τη Στέλλα Σπαντιδάκη και τη Λία Ανδρεάκου στο Μουσείο Μπενάκη το Σάββατο 23 Μαΐου. «Ο στόχος μας δεν ήταν απλώς να δείξουμε αρχαία υφάσματα, αλλά να μεταφέρουμε έναν τρόπο αρχαιολογικής σκέψης», λέει η κυρία Σπαντιδάκη. «Πώς περνάμε από ένα ίχνος σε μια υπόθεση, από ένα αντικείμενο σε μια διαδικασία και από κάτι σχεδόν αόρατο σε αρχαιολογικό τεκμήριο».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT