Ο νορβηγικής καταγωγής Οντ Αρνε Γουέσταντ, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ με μακρά βιβλιοπαραγωγή επικεντρωμένη στην ψυχροπολεμική περίοδο και στην Κίνα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο ενός νέου παγκοσμίου πολέμου. «Αυτό που φοβάμαι είναι ότι δεν θα έχουμε την ικανότητα να κάνουμε το απαραίτητο βήμα πίσω εάν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια κρίση την οποία δεν μπορούμε τώρα να προβλέψουμε», λέει στην «Κ», παραλληλίζοντας τις τρέχουσες εξελίξεις με την περίοδο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπογραμμίζοντας ότι είναι «λάθος» να υποβαθμίζουμε τις νυν κρίσεις ως «μεμονωμένες» ή «αποκομμένες» και προτείνοντας σειρά από «διδάγματα».
– Στο τελευταίο σας βιβλίο μιλάτε για μια επερχόμενη καταιγίδα («coming storm»). Πώς μπορεί να εξελιχθεί αυτή η γεωπολιτική καταιγίδα και ποιοι θα είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές;
– Νομίζω ότι πλησιάζουμε σε μια πολύ σημαντική καταιγίδα που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε παγκόσμιο πόλεμο. Δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί, αλλά βλέπω πολλά σημάδια –τους συνεχιζόμενους πολέμους σε Ουκρανία και Ιράν, την ένταση που αυξάνεται στην Ανατολική Ασία– που έχουν ίδια χαρακτηριστικά με πολλά από όσα συνέβησαν πριν από εκατό χρόνια όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι αντιπαλότητες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων σε στρατιωτικό, στρατηγικό, τεχνολογικό και εμπορικό επίπεδο δεν θα προκαλέσουν από μόνες τους έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο. Αυτό που φοβάμαι είναι ότι δεν θα έχουμε, υπό τις παρούσες συνθήκες, την ικανότητα να κάνουμε το απαραίτητο βήμα πίσω που θα απέτρεπε το ξέσπασμα ενός πολέμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων εάν έρθει μια κρίση που δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να προβλέψουμε.
– Τι είναι πιο ανησυχητικό; Οι προσωπικότητες των νυν ηγετών; Οι αναδυόμενες τεχνολογίες; Η ασυνέπεια;
– Νομίζω ότι είναι όλα αυτά μαζί σε συνδυασμό. Εχουμε ηγέτες που δεν φαίνεται να κατανοούν, τουλάχιστον στις μεγάλες δυνάμεις, τη σημασία αυτής της κούρσας που είναι σε εξέλιξη την τελευταία περίπου μία δεκαετία. Εχουμε, επίσης, πολλές αλλαγές που συμβαίνουν με τρόπους που είναι εντυπωσιακά παρόμοιοι με όσα είχαν συμβεί στις αρχές του 20ού αιώνα: την κατάρρευση μιας διαδικασίας οικονομικής παγκοσμιοποίησης και την αυξανόμενη έμφαση στον τεχνολογικό ανταγωνισμό με φόντο μια τεχνολογική επανάσταση που αλλάζει τις ζωές πολλών ανθρώπων. Τότε ήταν το τηλέφωνο, ο τηλέγραφος, τα ατμόπλοια, οι σιδηρόδρομοι και τα πρώτα αεροσκάφη. Σήμερα είναι η τεχνητή νοημοσύνη, ο κυβερνοχώρος, η κβαντική υπολογιστική, το Διάστημα, τα υπερηχητικά όπλα κ.ά. Οι προσωπικότητες των ηγετών έχουν σημασία. Πιστεύω ότι κατά κάποιον τρόπο οι μεγάλες δυνάμεις αποκτούν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι τυχαία. Το γνωρίζουμε καθώς τον εξέλεξαν δύο φορές. Αυτή η εκλογή προέρχεται από έναν βαθύ φόβο ότι οι ΗΠΑ μένουν πίσω, ότι δεν αποτελούν πια το κέντρο των διεθνών δραστηριοτήτων και ενός συνεχώς επεκτεινόμενου παγκόσμιου συστήματος και ότι πρέπει να λάβουν δραματικά μέτρα για να υπερασπιστούν τα δικά τους στενά καθορισμένα εθνικά συμφέροντα.

– Βλέπετε μοτίβα ή συγκεκριμένους στόχους σε αυτά που προσπαθεί να επιτύχει η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση στην παγκόσμια σκηνή;
– Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ ήταν ένα σύμπτωμα. Πολλοί στις ΗΠΑ ένιωθαν ότι η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης δεν λειτουργούσε πλέον για τον απλό Αμερικανό. Υπήρχε η αίσθηση ότι η χώρα μένει πίσω, ότι άλλες χώρες κλέβουν τις δουλειές των Αμερικανών, ότι χρησιμοποιούν την αμερικανική τεχνολογία εναντίον των ΗΠΑ κ.ά. Επομένως, μιλάμε πιο πολύ για μια σειρά παραπόνων παρά για μια συγκεκριμένη στρατηγική και αυτό είναι που οδηγεί σε προσεγγίσεις τύπου «Πρώτα η Αμερική», που στρέφονται ενάντια σε καθιερωμένες συμμαχίες και φιλίες. Με βάση αυτήν την προσέγγιση, τώρα κάθε χώρα κοιτάζει το δικό της όφελος και οι ΗΠΑ θα θέσουν στο επίκεντρο τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Ωστόσο το πρόβλημα τώρα είναι το ποια είναι στην πραγματικότητα αυτά τα εθνικά συμφέροντα και αυτό βλέπουμε, νομίζω, αυτή τη στιγμή για παράδειγμα, σε σχέση με τον πόλεμο στο Ιράν, που για μένα δεν εξυπηρετεί κανένα σημαντικό αμερικανικό στρατηγικό συμφέρον, αλλά υποστηρίζεται από την κυβέρνηση Τραμπ και τον Αμερικανό πρόεδρο προκειμένου να σταλεί το μήνυμα ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι ικανές να ενεργούν εναντίον των εχθρών τους χωρίς να λαμβάνουν καμία συμβουλή από άλλους. Εκτιμώ ότι αυτή η ενέργεια, όπως οι βρετανικές ενέργειες της δεκαετίας του 1890 και των αρχών του 1900, θα έχει άσχημη κατάληξη για την αμερικανική πλευρά, επειδή είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί αυτό που θέλει να επιτύχει. Ακόμη, δε, κι αν το επιτύχει, αυτό θα έχει πολύ μικρό αντίκτυπο στη συνολική στρατηγική αντιπαλότητα μεταξύ των ΗΠΑ και δυνάμεων όπως η Κίνα ή η Ρωσία. Δεν θα βάλει τις ΗΠΑ σε στρατηγικά καλύτερη θέση.
– Βλέπετε ψυχροπολεμικά στοιχεία ή ψυχροπολεμικές παραλληλίες στην τρέχουσα περίοδο;
– Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε δεν έχει τα χαρακτηριστικά του Ψυχρού Πολέμου. Δεν είναι διπολική, είναι πολυπολική, καθώς υπάρχουν πολλές δυνάμεις που δρουν ανεξάρτητα η μία από την άλλη, ενώ όλα συμβαίνουν μέσα στο ίδιο οικονομικό σύστημα. Επιπλέον, δεν έχει τον πολύ ξεχωριστό ιδεολογικό χαρακτήρα που είχε ο Ψυχρός Πόλεμος. Σήμερα, νομίζω ότι η κατάσταση περιστρέφεται πιο πολύ γύρω από το πώς οι κύριες δυνάμεις βλέπουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι πολύ πιο ουσιαστικό, αν κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει μια αναλογία, να χρησιμοποιήσει την αναλογία με τα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα.
– Αν λοιπόν υπάρχει μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδος στην οποία θα έπρεπε να ανατρέξουμε για να αντλήσουμε διδάγματα, αυτή είναι η περίοδος πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο;
– Ναι, δεν αποτελεί έναν τέλειο παραλληλισμό, αλλά νομίζω ότι είναι ο καλύτερος.
– Αν μπορούσατε να υπογραμμίσετε κάποια από τα διδάγματα που θα έπρεπε να αντλήσουμε από το παρελθόν, ποια θα ήταν αυτά;
– Νομίζω ότι το πιο σημαντικό μάθημα είναι ότι πρέπει να τερματίσουμε τους συνεχιζόμενους περιφερειακούς πολέμους προτού αυτοί ενωθούν μέσα σε έναν κατακλυσμό όπως ήταν εκείνος που έφερε την καταστροφή το 1914. Πολλοί λένε ότι οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Ιράν, η ένταση για την Ταϊβάν, τη Νότια Σινική Θάλασσα μπορούν να παραμείνουν αποκομμένα το ένα από το άλλο· ότι δεν υπάρχουν λόγοι να πιστεύουμε πως αυτές οι συγκρούσεις θα εξαπλωθούν πέρα από τις εστίες τους. Νομίζω ότι αυτό είναι λάθος σήμερα και σίγουρα ήταν λάθος πριν από το 1914 καθώς κατέστησε πιο δύσκολη την υποχώρηση όταν εμφανίστηκε μια απροσδόκητη παγκόσμια κρίση το καλοκαίρι του 1914. Ενα δεύτερο μάθημα είναι ότι πρέπει να αναλογιστούμε πώς χρησιμοποιούμε τις συμμαχίες και τις φιλίες στο πεδίο των διεθνών υποθέσεων – και εδώ είναι, νομίζω, που η κυβέρνηση Τραμπ κάνει μεγάλο λάθος. Το πρόβλημα το 1914 δεν ήταν η ύπαρξη συμμαχιών. Ηταν ότι πολλοί είχαν αρχίσει να αμφιβάλλουν για τη συνοχή και τη δύναμη αυτών των συμμαχιών και ότι αυτό τους έκανε να αναλάβουν ρίσκα, ειδικά το ανερχόμενο κράτος εκείνης της εποχής, η Γερμανία, που πιθανότατα δεν θα είχαν πάρει αν πίστευαν ότι οι συμμαχίες στην άλλη πλευρά θα κρατούσαν. Νομίζω, επομένως, ότι η αποδυνάμωση του ΝΑΤΟ είναι επικίνδυνη επειδή θα μπορούσε να δελεάσει άλλες χώρες, πρώτα και κύρια τη Ρωσία, να αναλάβουν ρίσκα σε σχέση με την Ευρώπη που διαφορετικά δεν θα είχαν πάρει. Τέλος, ξέρετε, πριν από το 1914, όπως και σήμερα, υπήρχαν πολλές συζητήσεις μεταξύ των ηγετών των μεγάλων δυνάμεων. Μερικοί από αυτούς, πριν από το 1914, συνδέονταν στενά. Ο Γερμανός Κάιζερ, ο Ρώσος τσάρος, ο Βρετανός βασιλιάς ήταν ξαδέλφια. Γνωρίζονταν και είχαν συχνές επαφές, αλλά το έκαναν χωρίς να κατανοούν πραγματικά τους στρατηγικούς στόχους και το στρατηγικό πλαίσιο η μία της άλλης πλευράς. Νομίζω ότι βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση σήμερα, καθώς δεν υπάρχει καμία αίσθηση για το τι είδους συμβιβασμοί μπορεί να είναι απαραίτητοι προκειμένου να αποφευχθεί μια παγκόσμια πυρκαγιά. Επειτα, έχουμε και την τεχνολογική επανάσταση καθώς και την υψηλή συχνότητα τρομοκρατικών επιθέσεων· και ήταν μια τρομοκρατική ενέργεια στο Σεράγεβο το καλοκαίρι του 1914 που οδήγησε προς έναν πόλεμο μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

