Εχουμε ξαναγράψει σε παλαιότερη ανάλυση για μια συνήθη αυταπάτη μεταξύ των φιλάθλων: Ο καλύτερος παίκτης είναι εκείνος που δεν παίζει. Οσο βρίσκεται εκτός γηπέδου, φαντάζονται πολλοί ότι αν έμπαινε μέσα θα άλλαζε τη ροή του αγώνα και επικρίνουν όσους δεν τον βάζουν να παίξει. Μόλις όμως μπει στο γήπεδο, οι προσδοκίες μετατρέπονται σε απαιτήσεις. Και η προσγείωση είναι συχνά απότομη.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει συχνά στην πολιτική. Πιο δύσκολο από το να δημιουργήσεις προσδοκίες είναι το να τις διαχειριστείς. Το μομέντουμ να έχει διάρκεια, ιδίως όταν οι προσδοκίες αρχίσουν να διαψεύδονται.
Δύο κόμματα, η Ελπίδα για τη ∆ημοκρατία της κ. Καρυστιανού, αλλά εν μέρει και το ΠΑΣΟΚ, μοιάζουν να βρίσκονται σήμερα μπροστά σε αυτό το φαινόμενο: της απώλειας του μομέντουμ που θα τους επέτρεπε να πετύχουν τις βασικές επιδιώξεις τους. Λιγότερο ίσως το ΠΑΣΟΚ, καθώς στη δική του περίπτωση το τοπίο είναι ακόμη ανοιχτό, πολύ πιο ξεκάθαρα το κόμμα της κ. Καρυστιανού.
Η πρόθεση ψήφου του νεοσύστατου κόμματος εμφανίζει πτωτική τάση. Η δημοτικότητα της ίδιας επίσης, αν και παραμένει ικανοποιητική. Ενάμιση μήνα μετά την ανακοίνωση του κόμματος εμφανίζονται εσωτερικές τριβές.
Οσο η κ. Καρυστιανού παρέμενε εκτός ενεργού πολιτικής, συσσώρευε πολιτικό κεφάλαιο. Η προσωπική τραγωδία της και ο συμβολισμός που εξέπεμπε της εξασφάλιζαν μια σπάνια αποδοχή που είχε φθάσει κάποια στιγμή στο 85%. Δεν αντιμετωπιζόταν ως πολιτικός, αλλά ως πρόσωπο που απεικόνιζε ένα συλλογικό τραύμα.
Οταν αποφάσισε να ιδρύσει κόμμα, οι συνθήκες άλλαξαν. Πλέον κρίνονται οι πολιτικές επιλογές της, η επάρκειά της, η διαδρομή της, οι συνεργάτες της, οι τοποθετήσεις της, η ικανότητά της να διαχειρίζεται καταστάσεις. Ενώ πλέον απέκτησε και αντιπάλους. Κόμματα και άλλες δυνάμεις που πόνταραν πάνω της για δικές τους επιδιώξεις, άρχισαν να βλέπουν στο πρόσωπό της έναν ανταγωνιστή.
Η μετέπειτα πορεία του κόμματος ήταν εν πολλοίς αναμενόμενη. Αυτό εξάλλου συμβαίνει συνήθως με τα «αντισυστημικά» ή «απολίτικα» εγχειρήματα. Η δύναμή τους βρίσκεται στην ασάφειά τους. Στο ότι ο καθένας βλέπει σε εκείνα ό,τι φαντάζεται. Αυτό όμως δεν αρκεί. Οταν πρέπει να αποκτήσουν συγκεκριμένη μορφή, να στελεχωθούν, να απαντήσουν σε πραγματικά διλήμματα, αρχίζουν οι δυσκολίες. Τις οποίες δεν μπορούν να αποφύγουν ειδικά όταν ο πολιτικός χρόνος είναι μακρύς.
Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει μια διαφορετική, αλλά εξίσου δύσκολη συνθήκη. Η αυτοδιάλυση ουσιαστικά του ΣΥΡΙΖΑ το έφερε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η επιτάχυνση της κυβερνητικής φθοράς την τελευταία διετία τού έδινε την ευκαιρία να αναδειχθεί ξανά σε ισχυρό εναλλακτικό πόλο διακυβέρνησης. Η συγκυρία τού προσέφερε τις συνθήκες, το ίδιο έπρεπε να αξιοποιήσει το μομέντουμ. Προσώρας όμως δεν φαίνεται να το πετυχαίνει, καθώς δημοσκοπικά δείχνει να μένει πίσω στη μάχη της δεύτερης θέσης.
Κατ’ αρχάς καθυστέρησε να προχωρήσει στη διεύρυνσή του όταν οι συνθήκες –προ επανεμφάνισης Τσίπρα– ήταν ευνοϊκότερες για την επικράτησή του στον χώρο της αντιπολίτευσης. Αντί να επιβληθεί στον ευρύτερο χώρο, τον κρατούσε ζωντανό μέσα από τα σενάρια περί συνεργασιών και συγκλίσεων. Η ευθύνη μάλιστα είναι συλλογική, καθώς πολλοί από όσους σήμερα επικρίνουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση αυτής της στρατηγικής.
Κυρίως όμως το ΠΑΣΟΚ δεν διάβασε σωστά τις προσδοκίες που υπήρχαν γύρω από αυτό. Παρασυρόμενοι από έναν παραμορφωτικό (και στρατηγικά πάντα επιζήμιο) φανατισμό θεώρησαν, λανθασμένα, ότι αυτό που προσδοκούσε ο κόσμος από το ΠΑΣΟΚ ήταν «δυναμική» αντιπολίτευση. Παρασύρθηκαν έτσι σε μια στρατηγική έντασης, που αποξένωσε ένα πιο κρίσιμο ακροατήριο και ωφέλησε τελικά άλλα κόμματα. Η βασική προσδοκία όμως, ειδικά από το ΠΑΣΟΚ, ήταν να αναδειχθεί σε μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, κάτι στο οποίο αφιέρωσε σαφώς λιγότερη προσπάθεια.
Αποτέλεσμα; Ο κ. Τσίπρας μοιάζει να παίρνει το πάνω χέρι στην αντιπολίτευση με την ακριβώς αντίθετη στρατηγική. Επενδύοντας λιγότερο στην αντιπολιτευτική οξύτητα, περισσότερο στην εικόνα του έμπειρου δυνάμει πρωθυπουργού και αποκλείοντας διαβουλεύσεις που θέτουν υπό διαπραγμάτευση την ηγετική θέση του (αν και η υπερβολικά ηγεμονική στάση του μπορεί να γυρίσει μπούμεραγκ).
Οι εξελίξεις βέβαια προφανώς δεν έχουν προδιαγραφεί. Η κ. Καρυστιανού εξακολουθεί να καταγράφει ποσοστά που της εξασφαλίζουν κοινοβουλευτική παρουσία. Το δε ΠΑΣΟΚ υστερεί της ΕΛΑΣ στα όρια του δημοσκοπικού στατιστικού σφάλματος. Η μάχη της δεύτερης θέσης θεωρητικά παραμένει ανοιχτή, ειδικά αν το ΠΑΣΟΚ κάνει αυτά που πρέπει.
Και οι δύο, όμως, μοιάζουν να έχασαν κάτι πολύτιμο: το μομέντουμ. Ετσι, η μεν Καρυστιανού από τον μεγαλεπήβολο στόχο της ανατροπής του παλαιού πολιτικού συστήματος προσγειώθηκε στον πιο ρεαλιστικό της δικής της πολιτικής επιβίωσης, το δε ΠΑΣΟΚ παλεύει να διατηρήσει έναν ρόλο που οι συγκυρίες τού προσέφεραν, αλλά το ίδιο δεν μπόρεσε να κατοχυρώσει.
Συνήθως έτσι συμβαίνει. Οταν τελειώνει η περίοδος των προσδοκιών, αρχίζει η περίοδος των αποδείξεων. Και τότε είναι όλα δυσκολότερα.
O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

