Γυρίζει πίσω η αποχή;

3' 53" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Το λένε τα νέα κόμματα, το λένε και τα παλαιότερα: «Στόχος μας είναι να κινητοποιήσουμε όσους απέχουν από τις κάλπες». Υποστηρίζοντας μάλιστα ότι το κοινό αυτό έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από τις όποιες μετακινήσεις μεταξύ κομμάτων και μπορεί να είναι ο πραγματικός καταλύτης των εκλογών. Είναι έτσι όμως;

Ας δούμε κατ’ αρχάς τα δεδομένα. Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2023 (που είναι πιο αντιπροσωπευτικές από εκείνες του Ιουνίου που έγιναν χωρίς σταυρό προτίμησης και με ουσιαστικά προεξοφλημένο αποτέλεσμα) η αποχή ήταν γύρω στο 38%. Ποσοστό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (περίπου 30%), αλλά και σε σχέση με τις δεκαετίες ’70-’90, όταν είχαμε ένα από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην Ε.Ε.

Σε αυτό έχει αναμφίβολα συμβάλει και η έλλειψη δυνατότητας επιστολικής ψήφου –δείγμα και αυτό μιας θεσμικής καθυστέρησης–, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών.

Η εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων στην οποία (επιτυχώς και ευτυχώς) προχώρησε πέρυσι το υπουργείο Εσωτερικών μειώνει την πραγματική αποχή κατά περίπου 3 μονάδες, χωρίς ωστόσο να μεταβάλλει τη βασική διαπίστωση περί αυξητικών τάσεων.

Παρατηρώντας την εξέλιξη της εκλογικής συμμετοχής προκύπτει ξεκάθαρα ότι το σημείο καμπής είναι η οικονομική και πολιτική κρίση της περασμένης δεκαετίας. Eκτοτε το ποσοστό της αποχής αυξήθηκε σημαντικά, φτάνοντας σε ποσοστά ακόμα και άνω του 40% (π.χ. 43,43% τον Σεπτέμβριο ’15), γεγονός που δίνει μια πρώτη πολιτική ερμηνεία για τα αίτια του φαινομένου.

Η οικονομική κρίση προκάλεσε μια έντονη απορρύθμιση των κομματικών ταυτίσεων. Το δίπολο Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ που κυριάρχησε μετά τη Μεταπολίτευση λειτουργούσε ως συνεκτικό στοιχείο μιας αρκετά συμμετοχικής πολιτικής διαδικασίας. Μετά την κρίση και τον «εκλογικό σεισμό» του Μαΐου 2012, ο παλαιός δικομματισμός αντικαταστάθηκε από έναν νέο, πιο ήπιο, με Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη φορά, χωρίς ωστόσο να επανέλθει πλήρως στην προ κρίσης δυναμική του.

Καθοριστική ήταν επίσης η μετάβαση από τις αυξημένες προσδοκίες στην απογοήτευση. Οι περισσότερες εκλογικές αναμετρήσεις μετά το 2009 ήταν μια ιστορία αυξημένων προσδοκιών και έντονων ματαιώσεων. Σε συνδυασμό με μια ισχυρή αντισυστημική έκρηξη που ενίσχυσε την κρίση εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα και απομάκρυνε πολίτες από την εκλογική διαδικασία.

Την τάση αυτή ενίσχυσε και η αίσθηση ότι οι όποιες αλλαγές διακυβέρνησης έχουν περιορισμένο μόνο εύρος. Μπορεί να υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις, αλλά το συνολικό πλαίσιο που δημιουργούν η συμμετοχή μας στην Ε.Ε. και ο γεωπολιτικός προσανατολισμός της χώρας θεωρείται δεδομένο και δεσμευτικό για τα περισσότερα κόμματα και σίγουρα για όλα τα «κυβερνητικά».

Οι αφορισμοί και ο αντιπολιτικός λόγος μειώνουν και δεν αυξάνουν τη συμμετοχή, όσο και αν αυτό συχνά δυσκολεύονται να το αντιληφθούν όσοι επενδύουν στην ένταση.

Η μείωση της συμμετοχής έχει και δημογραφική παράμετρο, καθώς παρουσιάζεται εντονότερη στις μικρότερες ηλικίες, οι οποίες κατά κανόνα δεν ψηφίζουν τα παραδοσιακά κόμματα. Oχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλες τις δυτικές χώρες. Στη χώρα μας αυτό αποτυπώνεται ακόμα πιο έντονα, και καθώς δεν υπάρχει (πλέον) ένα κόμμα που να κάνει «γκελ» στις νεότερες ηλικίες, η δυσπιστία μετατρέπεται σε αποχή από την εκλογική διαδικασία.

Τούτων δοθέντων, μπορεί η αποχή να «γυρίσει πίσω» ή έχει αποκτήσει πλέον μόνιμο, συστημικό χαρακτήρα;

Το γεγονός ότι η συμμετοχή δεν μοιάζει να συνδέεται ευθέως με την πόλωση (που υπάρχει) ή την κρισιμότητα μιας αναμέτρησης (όπως εκείνες του 2015) δείχνει ότι δεν μιλάμε για ένα συγκυριακό φαινόμενο, αλλά για μια ευρύτερη μεταβολή της πολιτικής συμπεριφοράς.

Για ένα νέο πολιτικό περιβάλλον, με μικρότερη συμμετοχή, μικρότερη κομματική πιστότητα, ψηφοφόρους και κόμματα «μίας στάσης» και χαμηλό βαθμό πολιτικής και θεσμικής εμπιστοσύνης. Η κρίση είναι οριζόντια και δεν προσωποποιείται σε μία κυβέρνηση, ένα κόμμα, έναν πολιτικό αρχηγό. Αφορά τη συνολική σχέση κοινωνίας – πολιτικής μετά μια μακρά περίοδο εντάσεων, αναδιατάξεων και ματαιώσεων.

Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η τάση μπορεί να ανακοπεί αν προκύψει ένα κρίσιμο διακύβευμα και πρωταγωνιστές με ιδιαίτερο χάρισμα. Η εκλογή του Κλίντον το 1992, του Ομπάμα το 2008, η μονομαχία Μπάιντεν – Τραμπ το 2020 συνοδεύτηκαν από μεγάλη αύξηση συμμετοχής λόγω της χαρισματικότητας των πρωταγωνιστών και της κρισιμότητας που οι πολίτες απέδωσαν στις εκλογές εκείνες.

Στη δική μας εμπειρία κάτι τέτοιο δεν έχει –προσώρας τουλάχιστον– διαφανεί. Οι πολιτικοί πρωταγωνιστές θα συνεχίσουν βέβαια να έχουν τις ψευδαισθήσεις τους, η ματαιοδοξία εξάλλου είναι αναπόσπαστο στοιχείο της πολιτικής. Δύσκολα όμως οι ψηφοφόροι που απέχουν θα κινητοποιηθούν από το comeback πρώην πρωθυπουργών –τους οποίους κατά κανόνα θεωρούν μέρος του προβλήματος– ή από νεόκοπα κόμματα με ασαφή εικόνα και αδύναμη ατζέντα.

Η όποια μεταβολή θα γίνει σταδιακά και περνάει πρωτίστως μέσα από την αποκατάσταση του δείκτη πολιτικής εμπιστοσύνης. Κάτι που με τη σειρά του προϋποθέτει περισσότερο οραματικό και λιγότερο αφοριστικό λόγο. Από όλους. Οι αφορισμοί και ο αντιπολιτικός λόγος μειώνουν και δεν αυξάνουν τη συμμετοχή, όσο και αν αυτό συχνά δυσκολεύονται να το αντιληφθούν όσοι επενδύουν στην ένταση ή στην αντισυστημικότητα προκειμένου να προσελκύσουν ένα αποστασιοποιημένο ακροατήριο.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT