Αντιπολίτευση για κομοδίνα

3' 43" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Ο πολυκερματισμός του πολιτικού τοπίου είναι πρωτοφανής, ιδίως στον χώρο της αντιπολίτευσης. Παρά το κλισέ ότι «δεν υπάρχει αντιπολίτευση», ποσοτικά τουλάχιστον, αλλά και ως προς την ένταση του αντιπολιτευτικού λόγου, δεν υπάρχει έλλειμμα αλλά περίσσευμα αντιπολίτευσης. Ποιοτικά, ωστόσο, όλες οι έρευνες κοινής γνώμης υπογραμμίζουν την έλλειψη εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου.

Αν και η φθορά της κυβέρνησης είναι καταφανής, κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης δεν έχει αναπτύξει ιδιαίτερη δυναμική. Η αδυναμία του ενός τροφοδοτεί τον άλλο και το όποιο κενό ενθαρρύνει την ανάληψη πρωτοβουλιών για νέα σχήματα.

Η αλλοπρόσαλλη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2023 επανέφερε το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να κεφαλαιοποιήσει στο έπακρο αυτή την ευκαιρία, επέτρεψε στον κ. Τσίπρα να επιδιώξει την επιστροφή του. Το νερό που έριξαν όλοι στον μύλο της «αντισυστημικότητας» (κυρίως με αφορμή την τραγωδία των Τεμπών) επέτρεψε στην κ. Κωνσταντοπούλου, κυρίως, αλλά και στον κ. Βελόπουλο να φουσκώσουν συγκυριακά και οδήγησαν την κ. Καρυστιανού να διεκδικήσει για τον εαυτό της το συγκεκριμένο ακροατήριο. Η εμμονή της κ. Λατινοπούλου να ασχολείται με περιφερειακά ζητήματα και οι θέσεις της σε σχέση με την ανάγκη κυβερνησιμότητας της χώρας περιορίζουν τη διείσδυσή της στους δεξιόστροφους απογοητευμένους της Ν.Δ., κάτι που με τη σειρά του επιτρέπει στον κ. Σαμαρά να σκέφτεται, στα 75 του, ένα νέο πολιτικό εγχείρημα. Το όλο τοπίο θυμίζει ένα πολιτικό αλαλούμ, που εξελίσσεται όμως σε παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Πού οφείλεται όλο αυτό; Κατ’ αρχάς στον πειρασμό της «τεμπέλικης» αντιπολίτευσης. Καταγγελία, ένταση, δραματοποίηση, «εξυπνάδες» στα σόσιαλ μίντια και μια μοιραία ψευδαίσθηση: ότι θα κερδίσει όποιος βρίσει περισσότερο τον Μητσοτάκη. Καταναλώνουν πολύ περισσότερη ενέργεια για να καταγγείλουν την κυβέρνηση παρά για να βελτιώσουν τη δική τους εικόνα. Το πρόβλημα, όμως, εντοπίζεται στη δική τους εικόνα και όχι σε αυτή των αντιπάλων τους, η οποία έχει ούτως ή άλλως ήδη φθαρεί.

Επίσης, κάποια κόμματα αλληλοεξουδετερώνονται μεταξύ τους. Διεκδικούν τα ίδια ακροατήρια, σε πολιτικές «λίμνες» που δεν μπορούν να θρέψουν πολλά «ψάρια».

Σημαντικά ήταν τα στρατηγικά λάθη που έγιναν, ειδικότερα από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ/κόμμα Τσίπρα. Το ΠΑΣΟΚ άργησε να κάνει τη διεύρυνση, ο δε ΣΥΡΙΖΑ μετά το ’23 μπήκε σε μια αυτοκαταστροφική εσωτερική περιδίνηση. Αμφότεροι δε, παρασυρόμενοι από τη συγκυρία, έριξαν νερό στον μύλο μιας αντισυστημικής ριζοσπαστικοποίησης, η οποία δεν ήταν το προνομιακό πεδίο τους και ωφέλησε, προσωρινά έστω, τα πιο «έξαλλα» κόμματα.

Τα κόμματα αναλώνονται σε μια παροξυσμική σύγκρουση με την κυβέρνηση, που απλώς συσπειρώνει και φανατίζει τον πυρήνα τους, αλλά δεν πείθει το πιο μετριοπαθές κοινό.

Το βασικότερο λάθος που έκαναν τα «συστημικά» κόμματα της αντιπολίτευσης είναι ότι δεν διάβασαν σωστά το βασικό κοινό στο οποίο πρέπει να απευθυνθούν.

Το πλέον κρίσιμο εκλογικό ακροατήριο σήμερα δεν είναι οι ήδη φανατισμένοι αντικυβερνητικοί ψηφοφόροι. Δεν είναι όσοι «θα ψήφιζαν και ένα κομοδίνο» προκειμένου να φύγει η σημερινή κυβέρνηση. Είναι οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της Ν.Δ., που θέλουν να κάνουν το επόμενο βήμα, χωρίς όμως να αισθανθούν ότι η χώρα κινδυνεύει να μπει σε νέες περιπέτειες. Το κοινό αυτό, όσο θυμωμένο και αν είναι με την κυβέρνηση, δεν θέλει ακρότητες, δεν θέλει να ξαναζήσει τραύματα περασμένων εποχών και δεν αισθάνεται άνετα μέσα σε ένα κλίμα ανεξέλεγκτης έντασης.

Αντί τα κόμματα της αντιπολίτευσης να στοχεύσουν πρωτίστως σε αυτό το ακροατήριο –το οποίο δεν είναι το μόνο κρίσιμο, αλλά είναι αναμφίβολα το πλέον καθοριστικό– αναλώνονται σε μια παροξυσμική σύγκρουση με την κυβέρνηση, που απλώς συσπειρώνει και φανατίζει τον πυρήνα τους, αλλά δεν πείθει το πιο μετριοπαθές κοινό. Ανταγωνίζονται για μια μικρή μερίδα ψηφοφόρων που ταλαντεύονται μεταξύ κομμάτων της αντιπολίτευσης, αντί να στοχεύσουν την ασύγκριτα μεγαλύτερη μάζα ψηφοφόρων που περιμένουν κάπως αποστασιοποιημένοι αναμένοντας μια ασφαλή κυβερνητική αντιπρόταση.

Μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση; Θεωρητικά ναι. Ο κ. Τσίπρας ήδη επιχειρεί να πλασαριστεί ως τέτοια λύση, παρά το ότι στρατηγικά δεν υπηρετεί με συνέπεια αυτόν τον στόχο. Η συζήτηση, π.χ., που με δική του πρωτοβουλία άνοιξε για την περίοδο της διακυβέρνησής του, είναι αμφίβολο πόσο τον βοηθάει. Το ΠΑΣΟΚ επίσης θα αναγκαστεί να κινηθεί προς τα εκεί, αλλά έχει ήδη χάσει χρόνο και ευκαιρίες επειδή έχασε και τις στρατηγικές προτεραιότητές του.

Αν δεν αλλάξει κάτι, το πρόβλημα θα οξυνθεί. Η κυβέρνηση θα είναι απομονωμένη, ο ανταγωνισμός στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης θα ενταθεί, η λογική «όλοι εναντίον όλων» θα καταστεί κυρίαρχη.

Το πρόβλημα με μια τέτοια εξέλιξη δεν αφορά μόνο τον πολιτικό ανταγωνισμό, αλλά τη χώρα συνολικά. Ενα πολιτικό τοπίο με πολλά αδύναμα κόμματα, μεγάλη τοξικότητα, αμφισβήτηση των πάντων, αυξάνει την κρίση εμπιστοσύνης και δημιουργεί ένα χαοτικό και ασταθές πολιτικό περιβάλλον. Αυτό μόνο κινδύνους εγκυμονεί.

*O κ. Ευτύχης Βαρδουλάκης είναι σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT