Σεπτέμβριο δεν τον ήξερε κανείς. Ιούνιο, εννέα μήνες μετά, έπαιρνε 14,92% στις ευρωεκλογές. Είχε κληρονομήσει ένα ηττημένο κόμμα, το οποίο πρόλαβε να υποστεί μια σοβαρή διάσπαση. Ωστόσο, κατάφερε να κρατήσει τη δεύτερη θέση, μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Σήμερα, δύο χρόνια μετά εκείνο το σχεδόν 15%, δεν τον βρίσκουν καν οι δημοσκοπήσεις.

Θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει τον Στέφανο Κασσελάκη με τη Μαρία Καρυστιανού. Οι διαφορές είναι πολλές. Εκείνος δεν έφτασε ποτέ τη δική της δημοτικότητα. Δεν γέμισε ποτέ πλατείες και στάδια. Εκείνος κουβαλούσε τα βάρη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τον οργανωτικό του σκελετό. Είχε ένα γραφείο να καθίσει, μια κοινοβουλευτική ομάδα, μια εφημερίδα, ένα ραδιόφωνο. Αρα, πού πατάει η σύγκριση;
Αν τον Ιούνιο του 2024 δεν είχαμε ευρωεκλογές, αλλά εθνικές, ο Κασσελάκης θα είχε προλάβει να μετατρέψει την περιέργεια για το πρόσωπό του σε ψήφο. Θα είχε πιθανότητες να είναι αρχηγός της κοινοβουλευτικής αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο χρόνος λειτούργησε εις βάρος του.
Τώρα, με κάποιους –λίγους ή λιγότερους– μήνες να απομένουν μέχρι την εθνική κάλπη, η Καρυστιανού φαίνεται ότι βιάστηκε. Εχει συγκεντρώσει ένα κεφάλαιο βαθύτερης κοινωνικής αποδοχής – συναισθηματικής ταύτισης που ο μετεωρίτης από τις ΗΠΑ δεν μπόρεσε ποτέ να εμπνεύσει. Η έκθεσή της στην πολιτική σκηνή, όμως, δημιουργεί την εντύπωση ότι το κεφάλαιο μπορεί πολύ γρήγορα να σκορπιστεί. Η εμφάνισή της στο «Ολύμπιον», πλάι σε σοσιαλμιντιακές διασημότητες της μιας ανάρτησης και Ρασπουτινίσκους που επιχειρούν φανερά από την πρώτη ημέρα να την πατρονάρουν, δείχνει πόσο επισφαλής μπορεί να είναι ο δείκτης της δημοφιλίας. Αναγνωρισιμότητα δεν σημαίνει εμπιστοσύνη.
Τι κοινό έχει η νεοφώτιστη πολιτικός με το «φαινόμενο Κασσελάκη»;
Ακόμη κι έτσι, όμως, το αναγνωρίσιμο πρόσωπο μπορεί να έχει μια σχετική εκλογική επιτυχία, βασιζόμενη όχι στην αξιοπιστία, αλλά στο συναίσθημα. Στο μέρος εκείνο της εκλογικής επικράτειας όπου η Καρυστιανού επέλεξε για να δώσει το στίγμα της, έχουν ευδοκιμήσει πρόσωπα και σχήματα των οποίων η απήχηση δεν εξηγείται με βάση την πολιτική ορθοδοξία.
Μπορεί εύκολα να φανταστεί κανείς, προτού καν δει τις πρώτες δημοσκοπήσεις, ότι η Καρυστιανού θα έχει επιρροή στο κοινό του Βελόπουλου, της Νίκης, της Λατινοπούλου. Το βεληνεκές αυτό δεν είναι αρκετό για να αλλάξει τον χάρτη. Μπορεί όμως να προκαλέσει μικρές ανακατατάξεις στο δεξί κέρας της αντιπολίτευσης.
Οπως για τον Κασσελάκη, έτσι και για την Καρυστιανού, ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος. Στη θυμική ψήφο προτεραιότητα έχει η φαντασία. Η πραγματικότητα της πολιτικού Καρυστιανού θα απορροφά κάθε μέρα συμβολική ισχύ από το ρεζερβουάρ της Καρυστιανού των συλλαλητηρίων. Η μία πολιτική οντότητα τρέφεται από την άλλη. Φαίνεται ήδη ότι όσο βρισκόταν στη σφαίρα εκτός πολιτικής, η Καρυστιανού είχε μεγαλύτερη πολιτική δύναμη.

