Είκοσι

3' 33" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Είναι κάποια πράγματα που δεν λέγονται. Που δεν τα φτάνει η γλώσσα. Από αυτά το πιο απρόσιτο είναι ο πόνος για τον θάνατο του παιδιού σου.

Ο Σπύρος Μπουκάλας σκοτώθηκε στα είκοσί του, το 2011. «Εθνική οδός τροχαίο καραμπόλα. Νεαρός μοτοσικλετιστής». Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο πατέρας του, ο Παντελής, εκδίδει είκοσι ποιήματα –όσα τα χρόνια του γιου του– και τρία ανάριθμα («Είκοσι», εκδόσεις Αγρα). Είναι μοιρολόγια, τραγούδια του ανίατου πένθους. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μια λυσσασμένη αναμέτρηση με αυτό που αρνείται να ειπωθεί. Ο πατέρας δεν κλαίει μόνο τον γιο του. Χτυπιέται με τον Χάρο και τον θεό – τα δυο κεφάλια των φιδιών που τρώνε το νεκρό σώμα. Χτυπιέται διαρκώς στα σύνορα της γλώσσας, για να την κάνει να δεξιωθεί «τα αφώνητα ουρλιαχτά» του.

Εκατόν είκοσι οκτώ χρόνια πριν από τον Μπουκάλα, ένας άλλος Μεσολογγίτης ποιητής, ο Κωστής Παλαμάς, είχε γράψει ένα μακρύ θρήνο για τον γιο του, πεθαμένο στα τέσσερά του χρόνια. Στον θρήνο του Μπουκάλα περιέχεται όλη η παράδοση του πένθους, από τον Ομηρο μέχρι το δημοτικό τραγούδι. Στο μικρό αυτό βιβλίο των είκοσι τριών-και-κάτι ποιημάτων χώρεσαν όλα τα ελληνικά του πόνου, των επιτύμβιων επιγραμμάτων, αλλά και της κάθε μέρας: το κλαρίνο που κλαίει μέσα από ένα ντάτσουν, το παγκάκι στο Πρώτο (νεκροταφείο), το μωρό το ωκύμορο (το ταχυθάνατο, όπως ο ημίθεος Αχιλλέας), ο αμάραντος καημός.

Ομως, αν πεις πως το «Είκοσι» είναι ένα μεγάλο λογοτεχνικό επίτευγμα, και το κατατάξεις στα αριστουργήματα του επιτάφιου λυρισμού, μάλλον το προδίδεις. Γιατί η εμπειρία της ανάγνωσης δεν συνταράσσει μόνο επειδή υποδαυλίζει τον τρόμο που κουβαλάει κάθε γονιός από τη στιγμή που συναισθάνεται τίνος δώρου κρίθηκε άξιος – τον τρόμο που καταχωνιάζει για να ζήσει. Δεν βρίσκεις εκεί μόνο τον πατέρα που, μέσα στον «σκυλίσιο ύπνο» του, περιμένει να ακούσει τον ήχο της μηχανής του γιου του, για να αλλάξει πλευρό και να χλευάσει «τον καθεβραδινό του πανικό». Βρίσκεις και τον ίδιο τον γιο όρθιο, στις καθημερινές του χαρές: τα βήματά του στη σκάλα, τα σουτ του στον τοίχο, το πάθος του για τον Γαύρο, το μπουζουκάκι του. Τις ατάκες του «πατροκτονικού» του σαρκασμού απέναντι στον κουλτουριάρη τον μπαμπά του, τον ηλεκτρονικά αναλφάβητο που αναλάμβανε εκείνος, ο γιος, να καθοδηγήσει.

Ο νεκρός που ιστορείται σε αυτές τις σελίδες είναι ολοζώντανος. Τη μια τον συναντάς κάτω από το χώμα, παρέα με τους «αλλοκοσμίτες», τους παππούδες του και τους μπαρμπάδες του. Και στην επόμενη σελίδα τον ξαναβρίσκεις, έφιππο πάνω στη μηχανή του, έτοιμο πάντα για παιχνίδι και για μουσική, όμορφο, αιώνια νέο.

Κι έτσι, ενώ νόμιζες ότι διαβάζεις έναν ποιητή που τιμωρεί τον θάνατο –αρθρώνοντάς τον, αντί να τον ξορκίζει– καταλήγεις να διαβάζεις έναν ύμνο στην αγάπη. Η πατρική αγάπη ανοίγει μέσα στο χώμα ένα ξέφωτο για να ανασάνει ξανά ο «λιανισμένος». Για να ξεπεθάνει.

Σκάβει και ξανασκάβει ο πατέρας και κάνει χώρο για να εμφανιστεί ο Σπύρος οκτώ χρόνων, με το «γαλατένιο του δοντάκι» ετοιμόρροπο. Ο μπαμπάς το κουνάει κι εκείνο πέφτει ανώδυνα. Και το αγόρι επαινεί, στο παιδικό του ιδίωμα, τον μπαμπά για την εξαγωγή, την «ακαταλάβαιτη». Αυτή η λέξη που το παιδί επινόησε προτού πολιτογραφηθεί κανονικά στην επικράτεια των «σωστών» ελληνικών, στοιχειώνει τώρα τον μπαμπά με το τρυφερό χέρι: το «ακαταλάβαιτο». Κι απέναντι στο Ακαταλάβαιτο εξαπολύει ένα ποταμό αγάπης, για να διανύσει την άβυσσο της ανυπαρξίας, να φτάσει ξανά στον απόντα, να του δώσει υπόσταση. Ανάσα μου, του λέει. Πλάτανέ μου. Αστέρι μου. Δεντρί μου. Πουλάκι μου. Μαναράκι μου. Λεβεντάκο μου. Σπαταλάκο μου. Εικοσαράκι μου. Σαράκι μου. Κλωνάρι μου. Φαρμάκι μου. Προσφυγάκι μου. Χωματούλη μου. Ζωούλα μου. Γιε μου.

Λάσπη

Στην πολιτική όλα επιτρέπονται. Ιδίως αν ο ίδιος έχεις πολιτευθεί ως λογχοφόρος της καθάρσεως, πρέπει να περιμένεις ότι κάποια στιγμή θα σε βρουν και τα βέλη του αντιπάλου, θα σου αντιγυρίσει η ηθικολογία, όπως συμβαίνει πάντα σε εκείνους που εξαντλούν την πολιτική τους φαντασία στη σκανδαλοθηρία. Ομως, η προσπάθεια να ενοχοποιηθεί ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επειδή ένα ακίνητο της οικογένειάς του εκμισθώθηκε πριν από 22 χρόνια στο Δημόσιο, είναι τουλάχιστον κακόγουστη – ακόμη κι αν θεωρηθεί κίνηση αναμενόμενου ρεβανσισμού. Λένε ότι ο Ανδρουλάκης αναλώνεται στην καταγγελία, εξοκέλλοντας κιόλας στην αντισυστημική όχθη όταν χρησιμοποιεί εκφράσεις όπως «συμμορία». Δικαιολογεί, άραγε, αυτή η αντιπολιτευτική υπερβολή την κυβερνητική προσπάθεια να σπιλωθεί ως πρόσωπο; Αυτό είναι το μόνο που έχει να αντιτάξει στην αξιωματική αντιπολίτευση η Ν.Δ.; Της έχει απομείνει μόνο η λασπομαχία;

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT