Το προηγούμενο Σάββατο σας έγραφα για τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει (από τον ίδιο τον πρωθυπουργό) για το ενδεχόμενο στο μέλλον η Ελλάδα να αξιοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για την απεξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα και για την ενεργειακή της ανεξαρτησία. Είναι καλό που ξεκινά μια τέτοια συζήτηση, έγραφα, και το πιστεύω. Ωστόσο, σε ρεαλιστική βάση το ενδεχόμενο η Ελλάδα, όντως, να χτίσει πυρηνικά εργοστάσια στο κοντινό μέλλον κατά τη γνώμη μου αγγίζει το μηδέν. Σε αυτό το επεισόδιο θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω το γιατί.
Πρώτα απ’ όλα, όπως τονίσαμε και στο άλλο άρθρο, η κατασκευή ενός πυρηνικού εργοστασίου είναι ένα πάρα πολύ δύσκολο, κοστοβόρο και χρονοβόρο τεχνικό έργο. Δεν είναι μικρό πράγμα. Χρειάζεται δισεκατομμύρια ευρώ, εκατοντάδες ή και χιλιάδες καταρτισμένους εργαζόμενους και πολλά, πολλά χρόνια. Τα παραδείγματα είναι πολυάριθμα, αλλά ας αναφέρουμε μόνο ένα: το ρωσικό πυρηνικό εργοστάσιο που κατασκευάζεται στο Ακιουγιού της Τουρκίας. Η σύμβαση για το έργο υπογράφηκε το 2010. Η κατασκευή ξεκίνησε το 2015. Το εργοστάσιο αναμένεται να μπει σε λειτουργία το 2028. Από το στάδιο της συζήτησης και του σχεδιασμού μέχρι την έναρξη της λειτουργίας πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια. Τι γίνεται όταν ένα τεχνικό έργο τραβάει κυριολεκτικά για δεκαετίες; Προβλήματα. Άπειρα, μικρά και μεγάλα. Πέρα από όλες τις συνήθεις καθυστερήσεις, το έργο αντιμετώπισε και άλλες αναποδιές, από τα προβλήματα προμήθειας υλικών και πρώτων υλών από τη ρώσικη εταιρεία που το κατασκευάζει μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τις συνακόλουθες κυρώσεις, μέχρι τη σύλληψη ενός Ρώσου εργαζόμενου στο εργοστάσιο ως κατάσκοπου του Ισλαμικού Κράτους (!).
Γιατί καθυστερούν τόσο πολύ αυτά τα έργα; Δεν γίνεται να υλοποιηθούν καλύτερα, ταχύτερα; Πέρα από την πολυπλοκότητα και τις τεχνικές δυσκολίες, υπάρχει ένας βασικός, πολύ σημαντικός λόγος για τις καθυστερήσεις: οι προδιαγραφές και οι ρυθμίσεις. Τα πυρηνικά εργοστάσια, αντίθετα με άλλες ευεργετικές αλλά δυνητικά πολύ επικίνδυνες τεχνολογίες, όπως τα LLMs (συγγνώμη, δεν άντεξα) συνοδεύονται από ένα ατέλειωτο πλέγμα κανόνων, ρυθμίσεων και προδιαγραφών που πρέπει να ακολουθούν, καθώς και ένα αυστηρό πλαίσιο αδειοδότησης και παρακολούθησης από κρατικούς και διεθνείς φορείς, ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια και η αξιοπιστία των υποδομών. Και σωστά, καθότι πρόκειται για περίπλοκες, επικίνδυνες κρίσιμες υποδομές. Φανταστείτε τα πυρηνικά εργοστάσια να τα έφτιαχναν οι ολιγάρχες της Σίλικον Βάλεϊ, ακολουθώντας τη φιλοσοφία «build fast and break things». Τσερνόμπιλ και Φουκουσίμες παντού. Αλλά βεβαίως αυτό το πλέγμα γραφειοκρατίας που μεγιστοποιεί την ασφάλεια, ανεβάζει πολύ το κόστος, την πολυπλοκότητα και το χρόνο κατασκευής. Κι αυτό ισχύει παντού στον κόσμο, ακόμα και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες και τα πιο αποτελεσματικά κράτη. Ασφαλώς θα ίσχυε και στην Ελλάδα.
Το αντεπιχείρημα du jour, ασφαλώς, είναι ότι πλέον υπάρχει μια νέα κατηγορία πυρηνικών εργοστασίων, οι «Small Modular Reactors» (SMRs) που είναι μικρότεροι σε μέγεθος και ισχύ από τους παραδοσιακούς, χρειάζονται μικρότερες εκτάσεις και, κυρίως, είναι «αρθρωτοί», δηλαδή μπορούν να κατασκευαστούν σε κομμάτια σε εργοστάσια, και να συναρμολογηθούν στην τοποθεσία της ανέγερσης. Βεβαίως, έχουν και κάποια θεματάκια. Σύμφωνα με μια ανάλυση, οι SMRs παράγουν 30 φορές περισσότερα ραδιενεργά κατάλοιπα από ό,τι οι παραδοσιακοί αντιδραστήρες ανά μονάδα ρεύματος που παράγουν. Αλλά κατά τα άλλα θεωρητικά μπορεί να είναι φτηνότεροι, και να κατασκευάζονται ταχύτερα. Θεωρητικά. Μπορεί να έχετε ακούσει ή διαβάσει γι’ αυτούς. Και μάλιστα, αν ασχολείστε με τέτοια πράγματα, μπορεί να ακούγατε ή να διαβάζατε γι’ αυτούς και πριν από δέκα ή πριν από είκοσι χρόνια. Οι SMRs είναι μια ιδέα της δεκαετίας του 1950, που βασίζεται στην τεχνολογία των μικρών πυρηνικών αντιδραστήρων που αναπτύχθηκαν για τα υποβρύχια. Η ιδέα ωρίμασε τη δεκαετία του 2000. Ο Μπιλ Γκέιτς άρχισε να μιλάει για το θέμα από το 2006 (τότε την άκουσα για πρώτη φορά) όταν επένδυσε σε μια καινοτόμα και ελπιδοφόρα εταιρεία που θα κατασκεύαζε τέτοιους «πολύ σύντομα». Και από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 άρχισε να μπαίνει στο δημόσιο διάλογο ολοένα και πιο έντονα, ειδικά μετά το ατύχημα στη Φουκουσίμα.
Πέρασαν πολλά, πολλά χρόνια από τότε. Ξέρετε πόσους SMRs έχει φτιάξει η εταιρεία του Μπιλ Γκέιτς σε αυτό το διάστημα;
Μηδέν.
Ξέρετε πόσοι SMRs υπάρχουν στη Γη, σε ολόκληρη τη Γη, γενικά; Από τα 408 πυρηνικά εργοστάσια που είναι σε λειτουργία στον κόσμο ξέρετε πόσα είναι SMR;
Δύο.
Ένα στη Ρωσία και ένα στην Κίνα. Τα οποία, μάλιστα, δεν είναι ακριβώς SMR, καθυστέρησαν πάρα πολύ να μπουν σε λειτουργία και κόστισαν πολύ περισσότερα λεφτά από τον αρχικό τους προϋπολογισμό. Στη Δύση αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολλά σχέδια, πλάνα και πολλές υποσχέσεις και εξαγγελίες, αλλά δεν υπάρχει κανένας SMR σε λειτουργία, και δεν υπάρχει κανένας ούτε καν στο στάδιο της κατασκευής. Ούτε ένας.
Βεβαίως, κινητικότητα υπάρχει. Εξελίξεις στο χώρο συμβαίνουν. Αλλά οι σημαντικότερες είναι αρνητικές. Όπως, για παράδειγμα, η εγκατάλειψη του διάσημου και πολύ καινοτόμου και φιλόδοξου σχεδίου της εταιρείας NuScale στο Άινταχο των ΗΠΑ. Θα ήταν φτιαγμένο με καταπληκτική τεχνολογία. Θα περιλάμβανε έξι μικρούς αντιδραστήρες και θα παρήγαγε ενέργεια πολύ φτηνότερη από τα παραδοσιακά πυρηνικά εργοστάσια. Το πρότζεκτ ξεκίνησε το 2019 με μπάτζετ $3,6 δισ. και στόχο να ολοκληρωθεί στο τσάκα τσάκα: το 2029. Τέσσερα χρόνια μετά, πριν καν μπει ούτε φτυάρι στην οικοδομή, το κόστος είχε εκτοξευτεί στα $9,3 δισ., και το πρότζεκτ δεν έβγαζε πια κανένα νόημα, γιατί η ενέργεια που θα παρήγαγε, όταν/αν με το καλό ολοκληρωνόταν (σίγουρα πολύ μετά το 2029), τελικά θα ήταν υπερβολικά ακριβή, και καμία εταιρεία ηλεκτρισμού δεν θα την ήθελε.
Και αλλού τα δείγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Στην Αργεντινή κάνουν ακριβώς την ίδια συζήτηση που ξεκινά ο δικός μας πρωθυπουργός εδώ τώρα, αλλά από το 1980. Κι εκεί ήθελαν να επενδύσουν στην καταπληκτική νέα τεχνολογία των SMR και, πράγματι, άρχισαν να κατασκευάζουν έναν το 2014. Δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πρόπερσι το πήραν απόφαση και κατάργησαν το σχέδιο εντελώς. Στην Αυστραλία, επίσης, έκαναν την ίδια κουβέντα πριν από λίγα χρόνια. Αλλά έβαλαν τα νούμερα κάτω και είδαν πως η ανάπτυξη SMRs τελικά θα ήταν πολύ ακριβή και, ρεαλιστικά, δεν θα μπορούσε να συνεισφέρει καθόλου στις ενεργειακές ανάγκες της χώρας μέχρι το 2040, όταν σύμφωνα με το σχεδιασμό και τους σημερινούς στόχους υποτίθεται ότι θα καλύπτουν τις ανάγκες τους για ηλεκτρικό ρεύμα κατά 96% από ΑΠΕ.
Αν καθίσει κάποιος να διαβάσει πώς λειτουργεί αυτή η τεχνολογία, δεν μπορεί να μην εντυπωσιαστεί. Είναι καταπληκτικό πράγμα, θρίαμβος της μηχανικής, ένα αριστούργημα. Αλλά η μετάβαση από τα χαρτιά, τα σχέδια και τις υποσχέσεις στην πράξη, στα τσιμέντα και τις χωματουργικές εργασίες και τις πρώτες ύλες και τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την επάρκεια εργατικών χεριών και την πραγματική οικονομία και τον πραγματικό κόσμο αποδεικνύεται πολύ, πολύ δύσκολη και αναπάντεχα ακριβή, ξανά και ξανά. Σήμερα μόνο η Ρωσία, η Κίνα και η ΗΠΑ έχουν σχετικά ώριμα σχέδια για να κατασκευάσουν τέτοια εργοστάσια κάποια στιγμή στο μέλλον. Υπάρχουν άλλα 120 σχέδια πιο θεωρητικά, τα περισσότερα χωρίς εξασφαλισμένη χρηματοδότηση. Τα περισσότερα μάλλον θα έχουν την τύχη του Αργεντίνικου. Κανείς στον κόσμο μας δεν πιστεύει στ’ αλήθεια ότι τέτοια εργοστάσια μπορεί να αρχίσουν να εμφανίζονται πριν από το 2035 το νωρίτερο.
Κάτι σημαντικό που πρέπει να σκεφτόμαστε οπωσδήποτε όταν βλέπουμε τη συζήτηση περί πυρηνικής ενέργειας να ανακινείται παγκοσμίως, είναι το ότι πρόκειται για μια βιομηχανία σε κρίση, όχι σε άνθιση. Βρίσκεται σε τέλμα εδώ και 20 χρόνια τουλάχιστον -μια σταδιακή πτώση που ουσιαστικά ξεκίνησε από το ατύχημα του Τσερνόμπιλ 40 χρόνια πριν. Σήμερα η μέση ηλικία των πυρηνικών εργοστασίων στον κόσμο μας είναι τα 32,4 χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα πλησιάζουν το τέλος του χρόνου ζωής τους (κατά μέσο όρο κλείνουν στα 43 χρόνια). Μήπως χτίζονται νέα για να τα αντικαταστήσουν; Όχι. Σήμερα, όντως, 74 (μεγάλα, παραδοσιακά) πυρηνικά εργοστάσια είναι σε κάποιο στάδιο κατασκευής στον κόσμο. Τα μισά, όμως, θα κατασκευαστούν ή κατασκευάζονται στην Κίνα. Από τα νούμερα φαίνεται ότι η Κίνα είναι η μοναδική χώρα του κόσμου που επενδύει σοβαρά σε νέα εργοστάσια σήμερα. Αλλά ακόμα και εκεί τα νούμερα είναι παραπλανητικά. Στην χώρα αυτή, το ποσοστό συμμετοχής της πυρηνικής ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρισμού χρόνο με το χρόνο πέφτει (σήμερα είναι γύρω στο 4,5%) μολονότι χτίζονται και καινούργια εργοστάσια. Ο λόγος είναι ότι η Κίνα επενδύει πολλαπλάσια κεφάλαια σε ΑΠΕ -πλέον ο ήλιος και ο άνεμος παράγουν τέσσερις φορές περισσότερο ηλεκτρικό ρεύμα από ό,τι τα πυρηνικά εκεί, και η ψαλίδα ανοίγει. Και εκεί έχουν κάνει την επιλογή τους για το πού θα στηρίζονται για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών στο μέλλον.
Στις περισσότερες υπόλοιπες χώρες του κόσμου, δεν κουνιέται φύλλο. Φανταστείτε ότι μεταξύ 2013 και 2024 ο αριθμός των πυρηνικών εργοστασίων που άρχισαν να κατασκευάζονται στις ΗΠΑ ήταν μηδέν.
Βεβαίως, πολλές χώρες δηλώνουν ότι επιθυμούν ή εξετάζουν να ξεκινήσουν ένα πυρηνικό πρόγραμμα. Κάποιες έχουν προχωρήσει και μερικά βήματα παραπέρα στο σχεδιασμό. Αλλά οι χώρες που πραγματικά έχουν ξεκινήσει νέα προγράμματα και κατασκευάζουν εργοστάσια είναι, βασικά, τρεις: το Μπανγκλαντές, η Αίγυπτος και η Τουρκία. Περισσότερες έχουν κάνει το ανάποδο: κατάργησαν το πυρηνικό τους πρόγραμμα. Η Ταϊβάν το κατάργησε πέρυσι, ακολουθώντας τη Γερμανία, τη Λιθουανία, το Καζαχστάν και την Ιταλία που τα σταμάτησαν κάποια στιγμή στο παρελθόν.
Παρόλα αυτά, ας κάνουμε την υπόθεση εργασίας: κι αν εμείς, ακολουθώντας το ρεύμα των υποσχέσεων και εξαγγελιών (αλλά κόντρα στο ρεύμα της πράξης), αποφασίζαμε να ξεκινήσουμε ένα καινούργιο πυρηνικό πρόγραμμα, όπως το Μπανγκλαντές, η Αίγυπτος και οι γείτονες; Ακόμα και λαμβάνοντας υπόψιν τις παραπάνω μεγάλες δυσκολίες, μήπως θα είχε νόημα να προσπαθήσουμε, να επενδύσουμε, να αντέξουμε καθυστερήσεις, αναποδιές και κόστη;
Υπάρχει ένα επιχείρημα που ακούγεται πολύ για το ενδεχόμενο αυτό, που έχει μια κάποια βάση που, όμως, εμένα δεν μου αρέσει καθόλου. Η «εδώ είναι Ελλάδα» άμυνα. Κάθε φορά που δημοσιεύεται άρθρο για το θέμα, πάντα κάποιος θα πεταχτεί και θα σχολιάσει κάτι του τύπου: εδώ δεν μπορούμε καλά καλά να φτιάξουμε τρένα να πηγαίνουν Αθήνα-Θεσσαλονίκη, εδώ τα εργοστάσια που φτιάχνουν μπισκότα εκρήγνυνται, θα φτιάξουμε και πυρηνικά; Δεν είναι παράλογο επιχείρημα. Η κουλτούρα των μεγάλων έργων και των μεγάλων οραμάτων στις υποδομές είναι κάτι που μια χώρα και ένα πολιτικό δυναμικό είτε έχει είτε δεν έχει. Στην ελληνική ιστορία τέτοιες εξάρσεις ήταν σπάνιες εξαιρέσεις. Δεν είναι ότι δεν έχουμε φτιάξει τίποτε -και μια πολύ μεγάλη και δύσκολη γέφυρα φτιάξαμε, και ένα καλό αεροδρόμιο, και τον Ισθμό σκάψαμε, και αξιοπρεπείς αυτοκινητόδρομους με τα λεφτά του ΕΣΠΑ- αλλά ακόμα και τα μεγάλα έργα, εκτός λίγων εξαιρέσεων, γίνονται αργά, με πολύ μεγάλο κόστος και, όπως μπορεί να σας επιβεβαιώσει όποιος προσπαθεί να βγει από την Αττική Οδό στην Εθνική προς Λαμία κάθε πρωί, και με τεχνικές αστοχίες και λάθη. Αλλά αυτό το επιχείρημα δεν μου αρέσει, για δύο λόγους. Πρώτον, όπως λέει και η κυρία Κοβέσι, επειδή δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αποδεχτούμε ότι «έτσι γίνονται τα πράγματα εδώ», για πάντα. Ότι επειδή έχει πάρει 35 χρόνια για να κατασκευαστεί ο ΒΟΑΚ (κι ακόμα δεν έχει τελειώσει) και επειδή η Γραμμή 4 του Μετρό πάει για το 2034, σημαίνει ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να φτιάξουμε μεγάλα, φιλόδοξα έργα, σωστά και στην ώρα τους, ή ότι δεν πρέπει καν να προσπαθούμε. Πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξουμε. Δεν γίνεται να μην αλλάξουμε. Πυρηνικά εργοστάσια φτιάχνουν στην Αίγυπτο και την Τουρκία. Την Τουρκία, όπου κάθε τρεις και λίγο καταρρέουν πολυκατοικίες εξαιτίας κακοτεχνιών και πεθαίνει ο κόσμος. Στ’ αλήθεια, δεν μπορούμε εμείς;
Αφού το κλείσαμε αυτό, όμως, πρέπει να πούμε και το άλλο: φυσικά και δεν μπορούμε εμείς. Όχι μόνοι μας. Μόνο πέντε χώρες στη Γη έχουν την τεχνολογική υποδομή και γνώση για να κατασκευάσουν πλήρη πυρηνικά εργοστάσια (οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Γαλλία). Σχεδόν όλα τα πυρηνικά εργοστάσια που κατασκευάζονται σήμερα ανά τον κόσμο, κατασκευάζονται από ρωσικές ή κινεζικές εταιρείες. Τα καινούργια στην Τουρκία, το Μπανγκλαντές και την Αίγυπτο τα κατασκευάζουν οι Ρώσοι. Τα βουλγάρικα τα κατασκεύασαν οι Σοβιετικοί, και τώρα αναβαθμίσεις κάνουν αμερικανοί και νοτιοκορεάτες Υπάρχουν περίπου 700 παραγωγοί μηχανημάτων και εξαρτημάτων για τέτοια εργοστάσια, αλλά μόνο 10-15 εταιρείες στον κόσμο έχουν την πλήρη τεχνογνωσία για την κατασκευή τέτοιων τεχνικών έργων. Στην Ελλάδα δεν έχουμε ούτε μία τέτοια, ασφαλώς, ούτε και πολλή τεχνογνωσία, ειδικά μετά το κλείσιμο του Δημόκριτου. Ποια τεχνογνωσία, εδώ που τα λέμε: τα τμήματα Φυσικής στην Ελλάδα έχουν 1030 θέσεις για νέους φοιτητές κάθε χρόνο –πέρυσι το 60% έμειναν κενές. Οπότε αν χρειαστεί να αναπτύξουμε ένα τέτοιο πρόγραμμα, θα πρέπει να το αναπτύξουμε σχεδόν από το μηδέν, απόλυτα εξαρτημένοι από ξένες εταιρείες.
Υπάρχει, δε, και το άλλο, πολύ σημαντικό: μπορεί να μην τα χρειαζόμαστε. Θέλουμε να απεξαρτηθούμε από τα ορυκτά καύσιμα και να αποκτήσουμε την ενεργειακή μας αυτάρκεια γρήγορα, αλλά τίποτε που έχει να κάνει με την πυρηνική ενέργεια δεν γίνεται γρήγορα. Η Ελλάδα έχει ένα «Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος», το διαβόητο ΕΣΕΚ, η σύνταξη του οποίου είναι, φυσικά, υποχρέωση κάθε κράτους-μέλους της Ε.Ε. Το ΕΣΕΚ της Ελλάδας περιγράφει την ενεργειακή στρατηγική της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες και εξηγεί αναλυτικά το πώς θα καταφέρει να πετύχει τους στόχους για τον περιορισμό εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Από το ενεργειακό μείγμα που προβλέπει το ΕΣΕΚ για τα επόμενα 25 χρόνια, η πυρηνική ενέργεια απουσιάζει εντελώς. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, το 2050 θα καταναλώνουμε πολύ περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι σήμερα, αλλά θα καλύπτουμε όλες μας τις ανάγκες κυρίως με ΑΠΕ, μπαταρίες και τα υδροηλεκτρικά. Εφόσον έχουμε αυτό τον στόχο, τι νόημα έχει να επενδύσουμε ιλιγγιώδη κεφάλαια που δεν έχουμε, απασχολώντας ανθρώπους που δεν υπάρχουν, πληρώνοντας εταιρείες απ’ έξω, για κάτι που θα αρχίσει να λειτουργεί μετά από είκοσι χρόνια, όταν τελικά μάλλον, σύμφωνα με το πλάνο που έχουμε εμείς χαράξει, δεν θα το χρειαζόμαστε καν;
Διεθνώς υπάρχει το πειστικό επιχείρημα ότι, ναι, η πυρηνική ενέργεια έχει αδιαμφισβήτητα θετικά χαρακτηριστικά, αλλά ότι είναι τόσο ακριβή και χρονοβόρα που καταντά κακή επένδυση. Όλα αυτά τα χρήματα που πάνε σεπανάκριβες και ενίοτε ανώφελες επενδύσεις στους SMRs, λένε, θα είχε πολύ μεγαλύτερο νόημα να επενδυθούν σε άλλα πράγματα, όπως την έρευνα για ανάπτυξη φτηνότερων και αποδοτικότερων μπαταριών, σε δίκτυα, ή ακόμα και στην ανάπτυξη της πυρηνικής σύντηξης, αν θέλουμε να είμαστε οραματικοί, φιλόδοξοι κι ονειροπόλοι.
Από την άλλη, άλλοι ισχυρίζονται ότι χωρίς καθόλου πυρηνική ενέργεια μπορεί να μην είναι ρεαλιστικά εφικτός ο στόχος των «μηδέν» εκπομπών μέχρι το 2050, το 2060, ή σε όποια άλλη ημερομηνία-στόχο έχουν θέσει τα κράτη του κόσμου. Σήμερα παγκοσμίως υπάρχουν 2000 GW εγκατεστημένης ισχύος σε εργοστάσια που καίνε κάρβουνο. Πρέπει να αντικατασταθούν από κάτι άλλο. Έχει υπολογιστεί ότι, για να αντικαταστήσουμε πλήρως την ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται σήμερα από ορυκτά καύσιμα με πυρηνική ενέργεια μέχρι το 2050, θα πρέπει να χτίζονται παγκοσμίως πάνω από 100 νέα πυρηνικά εργοστάσια τον χρόνο. Γίνεται αυτή η αντικατάσταση να υλοποιηθεί μόνο με ΑΠΕ; Μπορεί να είναι πολύ δύσκολο. Αλλά ξέρετε τι είναι εντελώς αδύνατο; Να κατασκευάζονται παγκοσμίως «πάνω από 100 νέα πυρηνικά εργοστάσια το χρόνο». Εδώ καλά καλά ο κόσμος δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτά που κλείνουν.
Ρεαλιστικά, στην Ελλάδα ακόμα και αν ξαναγράφαμε το ΕΣΕΚ από την αρχή, αν παίρναμε τη στρατηγική απόφαση σήμερα να επενδύσουμε τιτάνια κεφάλαια στην πυρηνική ενέργεια, ακόμα και αν φτιάχναμε το θεσμικό πλαίσιο για τις αδειοδοτήσεις και την ανάπτυξη τέτοιων έργων (δεν υπάρχει), ακόμα κι αν βρίσκαμε τη χρηματοδότηση, βρίσκαμε τους κατάλληλους ξένους συνεργάτες, βρίσκαμε το χώρο και πατούσαμε το κουμπί για να ξεκινήσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να αποκτούσαμε πυρηνικό εργοστάσιο πριν από το 2040, με πιο ρεαλιστικό αλλά φιλόδοξο στόχο το 2045 και πιο πιθανό, μεταξύ μας, το 2050. Διακινδυνεύω μια πρόβλεψη: ούτε το 2050 θα υπάρχει πυρηνικό εργοστάσιο στην Ελλάδα.
Παρόλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι καλά κάνει ο πρωθυπουργός και ανοίγει τη συζήτηση. Όχι μόνο επειδή έτσι ξαναφέρνει στο προσκήνιο την πρόκληση της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και της ενεργειακής μας αυτονομίας. Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι η χώρα μας να αξιοποιήσει την πυρηνική ενέργεια. Γιατί εμείς μπορεί ποτέ να μην φτιάξουμε εργοστάσια στη χώρα, αλλά άλλοι έχουν φτιάξει ήδη. Πανάκριβα, με μεγάλες καθυστερήσεις και προβλήματα, αλλά το έκαναν, και τώρα λειτουργούν. Το Χονγκ Κονγκ έχει ένα πυρηνικό εργοστάσιο που παράγει το 80% της ηλεκτρικής ενέργειας που χρειάζεται, το οποίο όμως βρίσκεται εκτός των συνόρων της χώρας, στην Κίνα (και έτσι λειτουργούσε το σύστημα και πριν την αποχώρηση των Βρετανών). Εμείς, που αίφνης έχουμε γίνει εξαγωγείς ενέργειας χάρη στις ΑΠΕ, θα μπορούσαμε θεωρητικά να συμφωνήσουμε να συμμετάσχουμε στα πυρηνικά προγράμματα άλλων χωρών. Τα κριτήρια θα ήταν και οικονομικά αλλά και γεωπολιτικά. Θα προτιμούσαμε μέλη της Ε.Ε., ας πούμε, από χώρες που αμφισβητούν την εδαφική κυριαρχία των νησιών μας. Αλλά με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαμε να προσφέρουμε σταθερότητα στο σύστημα μας, χωρίς ιλιγγιώδεις επενδύσεις για να χτίσουμε κάτι από το μηδέν, αντικαθιστώντας μια έντονη, απόλυτη εξάρτηση από μια ασφαλέστερη, ηπιότερη και πιο ευέλικτη.
Ακόμα και ένα τέτοιο σενάριο, βεβαίως, είναι δύσκολο, περίπλοκο, με πολλά σημεία που χρειάζονται προσοχή. Η πυρηνική ενέργεια δύσκολα θα παίξει μεγάλο ρόλο στο ενεργειακό μίγμα της χώρας στο μέλλον. Αλλά είναι καλό που γίνεται η συζήτηση. Η πρόκληση της ενεργειακής μετάβασης είναι πολύ μεγάλη και πολύ δύσκολη. Καμία λύση δεν είναι ιδανική. Αλλά και καμία δεν περισσεύει.

