Αν αναζητήσει κανείς στο Google ειδήσεις σχετικές με την ανάρτηση του Νίκου Ανδρουλάκη για την τετραήμερη εργασία, πιθανό να βρει περισσότερα άρθρα που αναπαράγουν τις αντιδράσεις των αντιπάλων του παρά σοβαρές αναλύσεις της ίδιας της πρότασης. Ο λόγος είναι ότι η αναφορά στην τετραήμερη εργασία ενοχλεί πολλούς, όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά για στρατηγικούς. Προς μεγάλη απογοήτευση (κυρίως) της κυβέρνησης, επιτέλους ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασε μια καλή ιδέα! Αγουρη, παρακινδυνευμένη, όχι ιδιαίτερα μελετημένη, αλλά πάντως ιδέα που ξεφεύγει από τη συνήθη ενδοσκοπική γκρίνια του κόμματός του και αγγίζει πολιτικά ζητούμενα της εποχής. Οι αντίπαλοι του ΠΑΣΟΚ, όμως, δεν θέλουν η παράταξη να ξεπεράσει τον ρετρό χαρακτήρα της· δεν θέλουν να ξυπνήσει από τον πικρόχολο λήθαργο, να σταματήσει να μεμψιμοιρεί και να διατυπώσει μοντέρνο πολιτικό λόγο. Την προτιμούν όπως είναι τις περισσότερες φορές, ρητορικά ξύλινη και ιστορικά καθηλωμένη. Αν το ΠΑΣΟΚ αρχίσει τώρα να φέρνει στο τραπέζι προτάσεις με ενδιαφέρον, αυτό σημαίνει πως θα πρέπει και οι άλλοι να το μιμηθούν· αν η κουβέντα μετατοπιστεί από τη στείρα σκανδαλολογία στις προγραμματικές θέσεις, τότε ο ανταγωνισμός θα θεριέψει, οι πολίτες θα αρχίσουν να παρακολουθούν στ’ αλήθεια ποιος λέει τι (αντί να μεταβολίζουν μηχανικά αλληλοπροσβολές) και οι ισορροπίες θα αλλάξουν. Μια απλή πολιτική πρόταση μπορεί να επιταχύνει τις εξελίξεις όσο δεν τις επιταχύνουν δεκάδες τηλεοπτικές διενέξεις.
Η λογική της αλλαγής
Πριν επιχειρήσουν να αποδομήσουν την προοπτική της τετραήμερης εργασίας, καλό θα ήταν οι πολέμιοί της να την εξετάσουν πραγματιστικά και ψύχραιμα. Δεν παράγουν όλα τα επαγγέλματα εκεί έξω προϊόν μετρήσιμο με ποσοτικούς όρους· δεν είναι σε κάθε εργασιακό κλάδο η διαρκής φυσική παρουσία απαραίτητη για την παραγωγή του επιθυμητού αποτελέσματος. Επιπλέον, η τεχνολογία δίνει δυνατότητες προγραμματισμού της εργασιακής ύλης που καθιστούν το κλασικό ωράριο παρωχημένο, ενώ έχει τη δύναμη να ενισχύσει την παραγωγικότητα, η οποία ούτως ή άλλως ασφυκτιά στο στενό και αδιάλλακτο πλαίσιο του πενθημέρου. Αλλά και το μισθολογικό ζήτημα, που τόσο απασχολεί όσους βλέπουν το θέμα αποκλειστικά από οικονομικό πρίσμα, δεν άπτεται μόνο των ωρών απασχόλησης του εργαζομένου: Ποιον υπάλληλο προτιμά ένας εργοδότης; Ποιον θέλει να πληρώνει; Τον αποδοτικό, που του αυξάνει τα κέρδη, ή τον πρόθυμο να δουλεύει ατελείωτα αλλά βαριεστημένα και αντιπαραγωγικά; Η κουβέντα αυτή δεν είναι πρωτάκουστη· γίνεται ήδη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και δεν έχει μόνο ανθρωπιστική βάση, όπως υπονοούν κάποιοι νομίζοντας πως έτσι την υποβαθμίζουν· είναι κουβέντα πρακτικού τύπου: δεν είναι δυνατόν τα μέσα παραγωγής να αλλάζουν καθημερινά με ραγδαίους ρυθμούς κι εμείς να ορίζουμε ακόμα την εργασία σύμφωνα με τα πρότυπα του προηγούμενου αιώνα. Αν αλλάζει ο τρόπος που δουλεύουμε, δεν είναι εντελώς παράλογο να αλλάξουν και οι μέρες.
Ολοι αυτιά
Για να μην αποδειχθούν πυροτεχνήματα (και μάλιστα πονηρά), οι γενναίες ιδέες θέλουν γερή θεμελίωση. Το «ανοίγουμε τη συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας» δεν αρκεί· η συζήτηση ανοίγει και σε καφενεία. Αυτό που διαφοροποιεί την κουβέντα από την πολιτική είναι ότι η δεύτερη χαράσσει κατευθυντήριες γραμμές, θέτει συγκεκριμένους στόχους, δημιουργεί νομοθετικό πλαίσιο. Αν το ΠΑΣΟΚ επιθυμεί να πάρουμε στα σοβαρά αυτήν και επόμενες εμπνεύσεις του, οφείλει να τις τεκμηριώνει ή, έστω, να ανοίγει τη συζήτηση στη βάση ενός σχεδίου, ακόμα κι αν αυτό βρίσκεται σε εξέλιξη ακόμα. Εκτός αν ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν εννοεί αυτό που καταλαβαίνουμε· εκτός αν απευθύνεται όχι στην αγορά εργασίας, η οποία ομολογουμένως δεν ρυθμίζεται και τόσο εύκολα, αλλά στο Δημόσιο –όπου η εργασία, οι κανόνες και τα λογιστικά μεγέθη της είναι εν πολλοίς θεωρητικά σχήματα. Αν η καινοτόμος ιδέα της τετραήμερης εργασίας επιστρατεύεται ως παλαιοπολιτικό ψηφοθηρικό δέλεαρ για να συσπειρώσει δημοσίους υπαλλήλους γύρω από το ΠΑΣΟΚ, είναι καλό να το γνωρίζουμε από τώρα. Αν πρόκειται για αληθινή μεταρρύθμιση, από την άλλη, είμαστε όλοι αυτιά για περισσότερες λεπτομέρειες.

