Ο σαρκασμός σαν ποιητικό αντίδοτο

5' 6" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Να το πω εξαρχής και όσο πιο απλά γίνεται: Ο Θωμάς Ιωάννου, o εξ Αρτης Πρεβεζάνος –ή ο εν Πρεβέζη Αρτινός–, είναι καλός ποιητής. Και ολιγογράφος. Το νέο βιβλίο του, η «Ανοιχτή ημερομηνία» (Πόλις, 2025), δεύτερο της παραγωγής του, ήρθε σχεδόν μιάμιση δεκαετία μετά το πρώτο, το «Ιπποκράτους 15» (Σαιξπηρικόν, 2012). Ετών 33 ήταν ο Ιωάννου στα εισόδιά του. Καθόλου βιαστικός δηλαδή, όπως θα διαπιστώναμε διαβάζοντας βιογραφικά πολλών άλλων ποιητών, συνομηλίκων του, νεότερων ή παλαιότερων (του δικού μου συμπεριλαμβανομένου).

Μόνο εικασίες χωρούν εδώ. Να σκεφτούμε, λ.χ., πως οι Μούσες τον επισκέφτηκαν κάπως αργά, όταν πια η προσωπική του εμπειρία κόσμου ήταν υλική, όχι εν πολλοίς φαντασιακή, και μπορούσε έτσι να υποστηρίξει επαρκέστερα την επιθυμία εμπλοκής με την ποίηση. Πλουσιότερη θα ήταν επίσης, στο πέρασμα από την τρίτη δεκαετία του βίου του στην τέταρτη, η αναγνωστική του εμπειρία, προσηλωμένη πια σε φωνές που του μιλούσαν βαθιά και επίμονα. Οπως η φωνή του Βύρωνα Λεοντάρη.

Η ενασχόληση του Ιωάννου με το έργο του σπουδαίου ποιητή και λογίου, εκ των κυριοτέρων εκπροσώπων της παραγνωρισμένης β΄ μεταπολεμικής γενιάς, απέφερε το 2022 την ανθολογία «Ο ποιητής Βύρων Λεοντάρης (1932-2014): Ετσι που τραύλισα το πεπρωμένο μου». Στο τομίδιο αυτό, το 22ο τότε της σειράς «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης: Ποιητές ανθολογούν και παρουσιάζουν ποιητές» του Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος, ο Ιωάννου υπογράφει μια γνωστικά ευαίσθητη εισαγωγή στη «μαχόμενα αιρετική προσέγγιση» του Λεοντάρη, στην «εργώδη και αγωνιώδη αναζήτηση του θείου και του ιερού σε όλες τις εκφάνσεις τους».

«Πατροκτονία»

Στη λογοτεχνία διαλέγουμε πατεράδες, γραφιάδες που μας κυριεύουν έτσι όπως λένε πολύ πιο άρτια από εμάς ό,τι θα θέλαμε να πούμε κι εμείς κάποτε. Και τους διαλέγουμε ακόμα κι αν ο απώτερος σκοπός μας (ή μια επιθυμία που δεν γίνεται ποτέ ρητή) είναι να τους θυσιάσουμε τελετουργικά. Για να έχει, όμως, η θυσία αίμα ψυχής και νόημα, υπάρχει ένα απαραγνώριστο προαπαιτούμενο: να έχουμε όντως μελετήσει σε βάθος όσους σκοπεύουμε να θυσιάσουμε. Ειδάλλως, δεν πρόκειται για βωμό ωρίμασης αλλά εγωλατρικού παλιμπαιδισμού.

Μακάρι πάντως να πληθαίνουν από γενιά σε γενιά οι αναγνώστες του Λεοντάρη. Το όφελος των γραμμάτων μας θα είναι μεγάλο. Γιατί, ακόμα κι αν, όπως λέει ο Ιωάννου, ο Λεοντάρης ανήκει στους «ελάχιστους ποιητές που έθεσαν σε αμφισβήτηση τόσο έντονα την ίδια την ποίηση», δεν έπαψε ποτέ να διακονεί εμπαθώς την τέχνη του ποιητικού λόγου. Καθόλου τυχαίο δεν βρίσκω μάλιστα το γεγονός ότι στο πρώτο ποίημα της «Ανοιχτής ημερομηνίας», την «Αμφίβια μοίρα», που μοιάζει με απόλογο προκαταβολικά εκφερόμενο, το μότο είναι ο στίχος «Ζήσαμε με μισή καρδιά σε στεριά και σε θάλασσα» του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου. Ενός από τους ισχυρότερους εταίρους του Λεοντάρη στο πεδίο της ποίησης και του στοχασμού.

Στη λογοτεχνία διαλέγουμε πατεράδες, γραφιάδες που μας κυριεύουν έτσι όπως λένε πολύ πιο άρτια από εμάς ό,τι θα θέλαμε να πούμε κι εμείς κάποτε. Και τους διαλέγουμε ακόμα κι αν ο απώτερος σκοπός μας (ή μια επιθυμία που δεν γίνεται ποτέ ρητή) είναι να τους θυσιάσουμε τελετουργικά.

Δεύτερη υπόθεση: Ο Ιωάννου συναντήθηκε νωρίς με τις Μούσες και πιθανώς ένιωσε κάποιο «κάλεσμα». Κάποια «κλήση», σαν ίχνος μιας «κλίσης». Προτίμησε όμως να μην ανταποκριθεί αμέσως στο ελικώνιο προσκλητήριο. Να μην εμπιστευθεί απολύτως το ένστικτο ή τις πρώτες συγκινήσεις, «μισό πραγματικές, μισό γυρνάμενες μες στο μυαλό», αλλά να γνωρίσει πρώτα βαθύτερα τη δύσβατη περιοχή της λογοτεχνίας στην οποία ήθελε να φτάσει από δικό του μονοπάτι, όχι από κάποιο ήδη ανοιγμένο.

Αναπόφευκτη μοιάζει μια τρίτη υπόθεση, όσο αναπόφευκτο είναι να συναντάει πάντα η ποίησή μας το «μακρύ ποδάρι» του Κώστα Καρυωτάκη. Και στην Πρέβεζα να μη ζεις, είναι αδύνατο, αν όντως πονάς τα γράμματα και από τα γράμματα, να μην αναμετρηθείς κάποια στιγμή με τον καρυωτακικό ίσκιο. Αν πάντως ζεις σε κάποια Πρέβεζα, και θα διαβάσεις Καρυωτάκη και θα χρειαστεί να πολεμήσεις σκληρά για να μην καταλήξεις μιμητής ή δανειολήπτης μελαγχολίας. Από την καρυωτακική κληρονομιά, συνοψισμένη στον τίτλο «Ελεγεία και Σάτιρες», ο Ιωάννου επέλεξε τις Σάτιρες. Επέλεξε τον σαρκασμό, που σε ορισμένα ποιήματα κατακτά τη φωνή της άγριας χλεύης, όπως στο σφόδρα αντισυμβατικό «Πλην Λακεδαιμονίων».

Τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου παρουσιάζονται σαν τεκμήρια της συνομιλίας του Ιωάννου με μέλη του «ποιητικού σογιού». Θεμελιώδες γνώρισμα της συνομιλίας αυτής είναι η τολμηρή ευθύτητα, η παρρησία, ευεργετημένη και από την αφηγηματική επιλογή του Ιωάννου: Σε πολλά ποιήματα μιλάει στο απελευθερωτικό πρώτο πρόσωπο, εναλλασσόμενο όμως, όχι σταθερό και μόνιμο. Για να σχηματίσει το ποιητικό «εγώ» του, το κερματίζει στα «εγώ» ποιητών που τον σημάδεψαν, τον ενηλικίωσαν καλλιτεχνικά. Ετσι η συλλογή αποκτά πολυφωνικό χαρακτήρα, δίχως να φθίνει ποτέ σε χαοτικό θόρυβο.

Μέσα στη μεγάλη οικογένεια των συνομιλητών διακρίνεται η ομάδα έξι αυτόχειρων: Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Τσέζαρε Παβέζε, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ηλίας Λάγιος (αυτοί οι τέσσερις μιλούν αυτοπροσώπως), Κώστας Καρυωτάκης (εδώ το ποίημα εκτυλίσσεται στο «περιγραφικό» τρίτο πρόσωπο), Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, στον οποίο απευθύνεται ο Ιωάννου: «Τι κι αν το ποίημα κόλλησες στον κρόταφο». Στα πρωτοπρόσωπα ποιήματα ο λόγος εκδηλώνεται οξύς, δραματικά επικυρωμένος από τον συντελεσμένο θάνατο.

«Εγώ είν’ ένας άλλος»

Ποίημα το ποίημα, περσόνα την περσόνα, ο Ιωάννου αρμολογεί μιαν ετεροαυτοβιογραφία, πραγματώνοντας το δόγμα του Ρεμπώ στον περίφημο στίχο του «Εγώ είν’ ένας άλλος», που απαντά άλλωστε στο βιβλίο. Με απανωτές μεταμορφώσεις, γίνεται συνεχώς ένας άλλος, μιλώντας κάθε φορά με τη φωνή του ποιητή που ανασταίνει. Γίνεται πότε Αγρας και πότε Σκαρίμπας, Λαπαθιώτης ή Παπαδιαμάντης, Αλεξάνδρου, Αναγνωστάκης, Πολυδούρη, Σάμπατο, Σολωμός ή Κάλβος. Οι δύο ποιητές του Αγώνα αλληλοονειδίζονται σε ένα πικρό ζευγάρι ποιημάτων, στη σκιά της μελαγχολικής φράσης του Αναγνωστάκη, στο «ΥΓ», «Ο Κάλβος και ο Σολωμός έζησαν είκοσι χρόνια στην ίδια πόλη χωρίς ποτέ να συναντηθούν».

Μιλάει πότε σαν Ρεμπώ ο Ιωάννου και πότε σαν Παστερνάκ. Το ποίημα μάλιστα του Παστερνάκ καταλήγει με τον δημοτικό στίχο «Πέντε ποτάμια το ‘πλεναν κι έβαψαν και τα πέντε», ενώ το ποίημα στη μνήμη του Πάουλ Τσέλαν και του Γιωσέφ Ελιγιά τελειώνει με το «Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω», από το δημοτικό «Του Κίτσου η μάνα». Σημάδια, και αυτά, της αγάπης του ποιητή για τα δημοτικά τραγούδια, που αποτυπώνεται και σε σποραδικούς σπασμένους δεκαπεντασύλλαβους: «Ολο καπνίζει ουρανούς / Και τα βουνά πλακώνει», «Σωριάζοντας στα πόδια τους / Των κορυφών τις πλάνες», «Εστω κι αν πάω αύτανδρος / Μα άνανδρος μη ζήσω». Το τελευταίο παράδειγμα αποκαλύπτει και τη σταθερά παρούσα διάθεση του ποιητή να αντλεί νόημα από τις παρηχήσεις και τα λογοπαίγνια, για να ενισχύσει το αντίδοτο του σαρκασμού.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT