Ως πολίτες της δημοκρατίας των γραμμάτων επιστρέφουμε συχνά σε κάποιες σημαδιακές φράσεις. Το θέμα του τίτλου, «Κι όμως, υπήρξε ποίηση μετά το Αουσβιτς», αναζωπύρωσε τρεις τέτοιες φράσεις, ο αφοριστικός τόνος των οποίων δεν μειώνει τη σημασία τους. Κατά σειρά ηλικίας, και πάντα χωρίς να παραβλέπουμε ότι το «αυτός έφα» δεν ισχύει καλά και σώνει, όποιος σοφός κι αν μιλάει.
Στην «Ποιητική» ο Αριστοτέλης κηρύσσει ότι η ποίηση είναι περισσότερο φιλοσοφημένη και σπουδαία από την ιστορία («διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν»), διότι ασχολείται με «τα καθόλου», τα συνολικά, η δε ιστορία με «τα καθ’ έκαστον», τα επιμέρους. Ο δεύτερος αφορισμός ανήκει στον εβραϊκής καταγωγής φιλόσοφο Tέοντορ Αντόρνο, κυκλοφορεί δε σε κάμποσες παραλλαγές. «Μετά το Αουσβιτς είναι βάρβαρο να γράψει κανείς ποιήματα», ισχυρίστηκε αρχικά ο Αντόρνο. Aργότερα, και μετά την αμφισβήτηση της άποψής του από ποικίλες πλευρές, τη συμπλήρωσε, αν δεν την αναίρεσε, αποδεχόμενος ότι ο πολύχρονος βασανιστικός πόνος δικαιούται να εκφραστεί και να ανακοινωθεί.
Η τρίτη πρόταση έχει πατέρα της τον Γιάννη Ρίτσο, που πίστευε πως «οι ποιητές είναι οι αιώνια απαρηγόρητοι παρηγορητές του κόσμου». Η παραμυθητική τους δύναμη πάντως είναι ανάλογη της παρρησίας και της ειλικρίνειάς τους. Η φωνή τους οφείλει να αρνείται κάθε μορφή βαυκαλιστικής δοξολόγησης του κόσμου αυτού.
Στα ογδόντα χρόνια από τη λήξη ενός πολέμου που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς και πολλές χώρες καθημαγμένες, η άγρυπνη φρονηματιστική μνήμη είναι ο μόνος τρόπος τιμής στα θύματα αλλά και αντίστασης στους επιγόνους του φασισμού και του ναζισμού που σηκώνουν κεφάλι, σε μια εποχή που θριαμβεύει ο σφόδρα αντιδημοκρατικός αυταρχισμός. Αδίστακτοι οι κήρυκες του υβριστικού αναθεωρητισμού, υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξε Αουσβιτς ή ότι το Ολοκαύτωμα ήταν απλώς «λαθάκι». Και δυστυχώς, η Μαύρη Διεθνής έχει αποδεδειγμένα την πρωτοκαθεδρία στο ιντερνετικό σύμπαν. Ας μη θεωρούμε λοιπόν τίποτε τελεσίδικα κατακτημένο, γιατί θα κινδυνέψουμε να τα χάσουμε όλα.
Το Αουσβιτς, ως κοινό όνομα των στρατοπέδων εξόντωσης μυριάδων Εβραίων, Τσιγγάνων, Σλάβων, αναπήρων, ομοφυλοφίλων, αριστερών αντιφρονούντων, αντιστασιακών από κάθε χώρα και αιχμαλώτων πολέμου, μυριάδων «ποντικών» ή «κατσαρίδων» εν συνόψει, υπήρξε γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία της ανθρωπότητας και, ας ελπίσουμε, ανεπανάληπτο. Γενοκτονίες υπήρξαν και πριν και μετά το Αουσβιτς. Καμιά τους όμως δεν ήταν τόσο περήφανη για τον ρατσισμό της. Και καμία άλλη δεν είχε βιομηχανική οργάνωση, επιστημονική υποστήριξη και σαδιστικά λεπτομερή γραφειοκρατική επιμελητεία. Θαρρείς και επρόκειτο για μια δουλειά σαν όλες τις άλλες.
Σημείο μηδέν
Το Αουσβιτς, βαθύτατη πολυαίμακτη τομή στην ιστορία του ανθρώπινου γένους, υπήρξε ένα σημείο μηδέν. Επειτα από αυτό, έπειτα από τον θρίαμβο του Κακού, που αποδείχθηκε οδυνηρά κοινότοπο παρά τη μοναδικότητα της μεθόδου και του μεγέθους του, έπρεπε να αναστοχαστούν οι πάντες και για τα πάντα. Ιστορικοί, φιλόσοφοι, πολιτικοί, εθνολόγοι, κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι, ψυχολόγοι, θρησκειολόγοι και ηγέτες θρησκειών (το αυθόρμητο ερώτημα «πού ήταν ο Θεός στο Αουσβιτς;» αφορά και τον Γιαχβέ και την Αγία Τριάδα). Οι διανοούμενοι και οι λεγόμενοι απλοί πολίτες. Και οι λογοτέχνες βέβαια. Είτε συγκαταλέγονταν στους επιζώντες είτε όχι. Και πράγματι, ο αναστοχασμός, που ακόμα συνεχίζεται, παρέδωσε στην ανθρωπότητα συγκλονιστικά κείμενα, να τα χρησιμοποιήσει σαν σκληρό καθρέφτη για να δει στην επιφάνειά του την πτώση της στην Κόλαση. Και να διερευνήσει, σκληρά αυτοκριτική, τι την προκάλεσε πολύ πιο εύκολα απ’ όσο θα πίστευαν οι ουμανιστές αυτού του πλανήτη.
Γενοκτονίες υπήρξαν και πριν και μετά το Αουσβιτς. Καμιά τους όμως δεν ήταν τόσο περήφανη για τον ρατσισμό της. Και καμία άλλη δεν είχε βιομηχανική οργάνωση, επιστημονική υποστήριξη και σαδιστικά λεπτομερή γραφειοκρατική επιμελητεία. Θαρρείς και επρόκειτο για μια δουλειά σαν όλες τις άλλες.
Η λογοτεχνία δεν έμεινε άναυδη. Δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Οφειλε να αναμετρηθεί με τις πληγές, ώστε να επικυρώσει τον Αριστοτέλη και να επιβεβαιώσει τον Ρίτσο. «Με καιρό και με κόπο» μεταστοιχείωσε το αρχικό άφωνο δέος της σε γλώσσα, σε ομιλία, σε γραφή. Δίχως τη δική της συγκομιδή, δεν θα υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να επιτευχθεί έστω μερικώς ο εξαιρετικά δύσκολος μεταπολεμικός στόχος: να ανακτήσει η ανθρωπότητα την εμπιστοσύνη της στην ανθρωπότητα. Χωρίς ψευδαισθήσεις πια, αλλά με κουράγιο αντλημένο από τον ίδιο της τον πόνο.
Το πιο δύσκολο έργο έπεσε στους γερμανόφωνους λογοτέχνες της «γενιάς των ερειπίων». Οφειλαν αφενός να νιώσουν την ντροπή που δεν ένιωσαν πάμπολλοι Γερμανοί, που «δεν ήξεραν τίποτε» ή «απλώς εκτελούσαν εντολές», και αφετέρου να αναλάβουν την κοσμοϊστορικής σημασίας ευθύνη που μαζικά και εύκολα απεμπόλησαν οι συμπατριώτες τους. Η γλώσσα τους όμως ήταν πια μολυσμένη. Δεν ήταν η γλώσσα του Γκαίτε, του Χέλντερλιν και του Μπρεχτ, αλλά η γλώσσα του Χίτλερ και του Γκέμπελς. Ο Σαρλό του «Μεγάλου δικτάτορα» την είχε παραδώσει από το 1940 στην οικουμενική ακοή σαν τρομοκρατικό άθροισμα κρωγμών και υλαγμών. Σαν γάβγισμα θηρίου εφιαλτικά ανόητου και αιμοδιψούς.
Μολυσμένη γλώσσα
Στον Γερμανοεβραίο φιλόσοφο και φιλόλογο Βίκτορ Κλέμπερερ χρωστάμε μια σπουδαία μελέτη της μολυσματικής ναζιστικής «νεογλώσσας». Το βιβλίο του «Η γλώσσα του Τρίτου Ράιχ. Το σημειωματάριο ενός φιλολόγου» εκδόθηκε φέτος και στα ελληνικά από την Αγρα, μεταφρασμένο από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου. Ο Κλέμπερερ άρχισε να μελετά την αλλοίωση των γερμανικών ήδη το 1933. «Η γλώσσα», έλεγε, «δεν είναι μόνο ό,τι γράφει και σκέφτεται για μένα: όσο πιο εύκολα, όσο πιο ασύνειδα αφήνομαι επάνω της, η γλώσσα φτάνει να κουμαντάρει το συναίσθημά μου, να καθοδηγεί ολόκληρη την ψυχική μου ύπαρξη. Και τι γίνεται όταν η “καλοφτιαγμένη γλώσσα” είναι φτιαγμένη από υλικά δηλητηριώδη, ή όταν μετατρέπεται σε φορέα δηλητηρίου; Οι λέξεις μπορούν να λειτουργήσουν σαν μικρές δόσεις αρσενικού. Τις καταπίνει κανείς ασυναίσθητα, δίνουν την εντύπωση πως δεν έχουν καμία επίδραση, κι ύστερα, μετά από λίγο καιρό, η τοξικότητά τους αρχίζει να λειτουργεί. […] Οι ορθόδοξοι Εβραίοι, όταν ένα κουζινικό –ένα μαχαίρι ή ένα πιρούνι– το θεωρούν ακάθαρτο, το εξαγνίζουν θάβοντάς το στη γη. Ετσι θα έπρεπε και πολλές λέξεις της ναζιστικής ιδιολέκτου να καταλήξουν σε έναν μαζικό τάφο για πάρα πολύ καιρό, ορισμένες μάλιστα για πάντα».
Πόσο θλιβερή είναι λοιπόν και πόσο ανόητη η επιμονή αρκετών Ελλήνων αθλητικογράφων να αποκαλούν «πάντσερ» την ποδοσφαιρική εθνική Γερμανίας. Να της αποδίδουν δηλαδή το όνομα των αρμάτων της Βέρμαχτ, ταυτόσημων του θανάτου και της Κατοχής. Ελεος.
Η συνέχεια την επόμενη Κυριακή.
*Ομιλία στο Τετραήμερο Λόγου και Τέχνης που διοργάνωσε ο Δήμος Αγίου Νικολάου Κρήτης (11-14 Δεκεμβρίου 2025), με θέμα τα «80 χρόνια από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου».

