«Βγάζω 1.500 ευρώ τον χρόνο πουλώντας second hand ρούχα»

«Βγάζω 1.500 ευρώ τον χρόνο πουλώντας second hand ρούχα»

Τα ρούχα που δεν φοριούνται πια βγαίνουν από το βάθος της ντουλάπας. Φωτογραφίζονται, ανεβαίνουν σε πλατφόρμες και μέσα σε λίγες ώρες μπορούν να βρουν νέο ιδιοκτήτη, σε μια αγορά που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αγοράζουμε, φοράμε και αποχωριζόμαστε τα ρούχα μας

7' 18" χρόνος ανάγνωσης
Φόρτωση Text-to-Speech...

Η Νικολέτα απλώνει ένα λευκό σεντόνι κοντά στο παράθυρο του σαλονιού και τοποθετεί επάνω του ένα φόρεμα που έχει φορέσει δύο φορές. Το φωτογραφίζει από μπροστά και από πίσω, προσθέτει μία κοντινή λήψη της ετικέτας και μία ακόμη από ένα μικρό σημάδι στο μανίκι. Συμπληρώνει τη μάρκα, το μέγεθος και την κατάσταση του ρούχου και ανεβάζει την αγγελία στην πλατφόρμα Vinted. Τιμή πώλησης: 15 ευρώ. Λίγες ώρες αργότερα, μια γυναίκα από την άλλη άκρη της Ελλάδας προτείνει να το αγοράσει με 12 ευρώ. Η Νικολέτα αποδέχεται την προσφορά και το φόρεμα μπαίνει σε δέμα, έτοιμο να ταξιδέψει προς την επόμενη ιδιοκτήτριά του. Οι δυο γυναίκες δεν θα συναντηθούν ποτέ από κοντά, όταν όμως ολοκληρωθεί η συναλλαγή, η μία θα αξιολογήσει την άλλη.

«Εχω συμπληρώσει πάνω από 100 πωλήσεις»

«Μέσα σε περίπου έναν χρόνο έχω βγάλει 1.500 ευρώ πουλώντας ρούχα, παπούτσια και αξεσουάρ τα οποία δεν χρησιμοποιούσα», εξηγεί η 38χρονη Νικολέτα. Δεν αντιμετωπίζει τις πωλήσεις ως πηγή πρόσθετου εισοδήματος, αλλά κρατάει αυτά τα χρήματα μέσα στην εφαρμογή και κάνει νέες αγορές. «Ουσιαστικά ανανεώνω την ντουλάπα μου χωρίς να επιβαρύνω κάθε φορά τον μηνιαίο μου προϋπολογισμό. Εχω συμπληρώσει παραπάνω από 100 πωλήσεις. Φροντίζω όλα τα δέματα που στέλνω να είναι περιποιημένα και χαίρομαι με κάθε θετική κριτική που μου αφήνουν οι αγοραστές μου». Αυτή η μικρή αλυσίδα αγοραπωλησιών που περιγράφει η Νικολέτα επαναλαμβάνεται καθημερινά σε χιλιάδες οθόνες.

Ενα ρούχο που περισσεύει στη μία ντουλάπα βρίσκει θέση σε μια άλλη, ενώ τα χρήματα από την πώλησή του συχνά χρηματοδοτούν την επόμενη αγορά. Τα μεταχειρισμένα ρούχα δεν παραπέμπουν πλέον στη λύση ανάγκης, στη φιλανθρωπία ή στις σακούλες που περνούσαν από τα μεγαλύτερα στα μικρότερα αδέλφια και ξαδέρφια της οικογένειας. Αποτελούν οικονομική επιλογή, περιβαλλοντική στάση, τρόπο πρόσβασης σε ακριβότερες μάρκες ή απλώς την ευχαρίστηση της αναζήτησης ενός κομματιού που δεν βρίσκεται πια στα καταστήματα. Ακόμα και στο TikTok, τα #Vinted και #VintedFinds αποτελούν δημοφιλή κατηγορία βίντεο, καθώς οι δημιουργοί παρουσιάζουν τις αγορές τους, αποκαλύπτουν πόσο πλήρωσαν και μοιράζονται συμβουλές για το πώς μπορεί κανείς να εντοπίσει επώνυμα ή ιδιαίτερα κομμάτια ανάμεσα σε χιλιάδες αγγελίες.

Οταν και η fast fashion πουλά μεταχειρισμένα 

Το πιο καθαρό σημάδι, όμως, ότι το second hand έχει πάψει να βρίσκεται στο περιθώριο της αγοράς βρίσκεται σε ένα μάλλον απροσδόκητο σημείο: στην επίσημη ιστοσελίδα της Zara και στην ενότητα Zara Pre-Owned, όπου οι πελάτες μπορούν να αγοράσουν και να πουλήσουν μεταχειρισμένα ρούχα της εταιρείας. «Η Zara δεν πουλά ούτε αγοράζει τα προϊόντα που παρουσιάζονται σε αυτήν την πλατφόρμα, ούτε συμμετέχει στις συναλλαγές μεταξύ των χρηστών», διευκρινίζει η εταιρεία που ωστόσο ενθαρρύνει τους πελάτες της να δώσουν μια δεύτερη ζωή στα ρούχα τους. Οταν, λοιπόν, η ίδια η fast fashion αναγνωρίζει ότι ένα φόρεμα εξακολουθεί να έχει εμπορική αξία μετά την πρώτη του πώληση, τα λεγόμενα second hand παύουν να αποτελούν μια παράλληλη αγορά και περνούν οριστικά στην ευρεία κατανάλωση.

Στην Ελλάδα, μεγάλο μέρος αυτής της αλλαγής περνά μέσα από δύο πλατφόρμες με διαφορετική καταγωγή και χαρακτήρα. Η Vinted ιδρύθηκε στο Βίλνιους της Λιθουανίας το 2008, αρχικά ως χώρος ανταλλαγής γυναικείων ρούχων, και έφθασε στην ελληνική αγορά το 2024. Παρότι σήμερα φιλοξενεί περισσότερες κατηγορίες προϊόντων, παραμένει συνδεδεμένη κυρίως με τη μόδα: ρούχα, παπούτσια, τσάντες και αξεσουάρ που αλλάζουν χέρια απευθείας μεταξύ ιδιωτών. Υπάρχει αντίστοιχα και η Vendora, που «γεννήθηκε» στην Αθήνα το 2017 και μοιάζει περισσότερο με μια ψηφιακή αγορά για σχεδόν οτιδήποτε μπορεί να αποκτήσει δεύτερο ιδιοκτήτη. Δίπλα στα φορέματα και στα παπούτσια μπορεί κανείς να βρει έπιπλα, κινητά τηλέφωνα, βιβλία, παιχνίδια ή συλλεκτικά αντικείμενα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο πωλητής φωτογραφίζει το αντικείμενο, δηλώνει τη μάρκα, το μέγεθος, την κατάστασή του και τυχόν φθορές, ορίζει την τιμή και δημοσιεύει την αγγελία. Ο αγοραστής μπορεί να φιλτράρει τα αποτελέσματα, να αποθηκεύσει όσα τον ενδιαφέρουν, να ελέγξει τις αξιολογήσεις του πωλητή και να κάνει τη δική του προσφορά.

Το second hand δεν είναι μόνο υπόθεση της Gen Z

«Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο οι καταναλωτές στρέφονται στα μεταχειρισμένα παραμένει πρακτικός: μπορούν να αγοράσουν φθηνότερα», σχολιάζει η Αννα, ιδιοκτήτρια μπουτίκ σε τουριστικό προορισμό, η οποία εμπορεύεται σχεδόν αποκλειστικά Ελληνες σχεδιαστές. Οπως εξηγεί, ορισμένα δημοφιλή brands έχουν πολύ αναγνωρίσιμα σχέδια και μοτίβα, οι τιμές τους όμως σπανίως είναι χαμηλότερες των 100 ευρώ, ενώ συχνά φτάνουν στα 300 ευρώ. Οι πελάτισσες μπορεί να τα επιθυμούν να τα αποκτήσουν, αλλά δεν τις ενδιαφέρει να τα κρατούν για χρόνια στην ντουλάπα τους. «Επειδή είναι ακριβά και έχουν ζήτηση στη δευτερογενή αγορά, μπορούν συνήθως να τα πουλήσουν περίπου στο μισό της αρχικής τους τιμής και με τα χρήματα να πάρουν κάτι άλλο. Ιδίως οι νεότερες επιλέγουν συχνά να αγοράσουν από τα καταστήματα τα πιο ιδιαίτερα και αναγνωρίσιμα σχέδια. Θα τα φορέσουν, θα φωτογραφηθούν με αυτά και στη συνέχεια θα τα διαθέσουν προς πώληση», λέει η Αννα.

Το 63% των αγοραστών δήλωσε ότι η πλατφόρμα το βοηθά να διαχειρίζεται καλύτερα τα οικογενειακά έξοδα, ενώ το 31% ανέφερε ότι κατευθύνει τα χρήματα που εξοικονομεί σε βασικές ανάγκες, όπως τα τρόφιμα και οι λογαριασμοί.

Σύμφωνα με ανάλυση της Revolut για την Ελλάδα, οι συναλλαγές χρηστών ηλικίας 18–24 ετών σε πλατφόρμες όπως η Vinted, η eBay και η Vendora αυξήθηκαν το 2025 κατά 372% σε σχέση με το 2024. Η Gen Z δίνει τον ρυθμό, δεν είναι όμως η μόνη που ανακαλύπτει την αγορά από δεύτερο χέρι. Ακόμη και γενιές που μέχρι πρόσφατα μπορεί να αντιμετώπιζαν τα φορεμένα ρούχα με επιφύλαξη δείχνουν να αλλάζουν στάση. Στις ηλικίες 55–64 ετών η ετήσια αύξηση των συναλλαγών έφθασε το 132%, ενώ στους χρήστες ηλικίας 65–74 ετών το 69%. Πίσω από τις διαφορετικές ηλικίες υπάρχει ένα κοινό κίνητρο: η τιμή. Σε έρευνα που δημοσίευσε η ίδια η Vinted τον Μάιο του 2026, βασισμένη σε δεδομένα συναλλαγών και απαντήσεις περίπου 50.000 μελών της σε εννέα ευρωπαϊκές αγορές, η μέση τιμή των ειδών μόδας στην πλατφόρμα υπολογίστηκε κατά 72% χαμηλότερη από την αρχική τιμή ενός αντίστοιχου καινούργιου προϊόντος. Το 63% των αγοραστών δήλωσε ότι η πλατφόρμα το βοηθά να διαχειρίζεται καλύτερα τα οικογενειακά έξοδα, ενώ το 31% ανέφερε ότι κατευθύνει τα χρήματα που εξοικονομεί σε βασικές ανάγκες, όπως τα τρόφιμα και οι λογαριασμοί.

Από την μπλούζα των 3 ευρώ στη Louis Vuitton των 300

Στο άλλο άκρο βρίσκεται η Vestiaire Collective, η οποία συνέβαλε ώστε το μεταχειρισμένο να γίνει μέρος και της κατανάλωσης ειδών πολυτελείας. Εδώ η χαμηλότερη τιμή παραμένει σημαντικό κίνητρο, δεν είναι όμως το μοναδικό. Οι χρήστες αναζητούν τσάντες, παπούτσια και ρούχα που καινούργια θα ήταν απρόσιτα, αλλά και σχέδια προηγούμενων συλλογών τα οποία έχουν εξαντληθεί ή δεν παράγονται πλέον. Η Μαρία ήθελε εδώ και χρόνια μια τσάντα Louis Vuitton, χωρίς όμως να μπορεί να δικαιολογήσει στον εαυτό της το κόστος μιας καινούργιας. Τελικά βρήκε μέσω πλατφόρμας μεταχειρισμένων ένα παλαιότερο μοντέλο σε πολύ καλή κατάσταση, με μικρά μόνο σημάδια χρήσης, και το απέκτησε με 300 ευρώ. «Δεν με ενδιέφερε να είναι καινούργια ούτε να ανήκει στην τελευταία συλλογή. Ηθελα πάντα μια Louis Vuitton και αυτή ήταν μια τιμή που μπορούσα να διαθέσω χωρίς να νιώθω ότι κάνω μια παράλογη αγορά. Και το ότι είχε ήδη μια ζωή πριν από μένα δεν με ενοχλεί καθόλου», λέει στην «Κ». Παλιότερα, παραδέχεται, η βασική της επιφύλαξη θα ήταν κατά πόσο η τσάντα ήταν αυθεντική. Στην ολοκλήρωση της αγοράς επέλεξε, με επιπλέον χρέωση 15 ευρώ, τον φυσικό έλεγχο γνησιότητας και ποιότητας της Vestiaire Collective. Αντί να σταλεί απευθείας από την πωλήτρια στη Μαρία, η τσάντα πέρασε πρώτα από κέντρο ελέγχου της πλατφόρμας, όπου εξετάστηκε τόσο η αυθεντικότητά της όσο και το αν η κατάστασή της ανταποκρινόταν στις φωτογραφίες και στην περιγραφή της αγγελίας. Μόνο μετά την έγκρισή της πήρε τον δρόμο για τη νέα ιδιοκτήτρια.

Τώρα, όταν βλέπω μια ακριβή τσάντα, η πρώτη μου σκέψη είναι να ψάξω αν υπάρχει μεταχειρισμένη. Δεν θεωρώ πια ότι το καινούργιο είναι αυτονόητα και η καλύτερη επιλογή.

Η δευτερογενής αγορά δεν επιφυλάσσει, πάντως, την ίδια πορεία σε όλα τα προϊόντα πολυτελείας. Πολύ διαδεδομένα μοντέλα μπορεί να πωλούνται με μεγάλη έκπτωση, ενώ κλασικές ή καταργημένες τσάντες εξακολουθούν να έχουν ισχυρή ζήτηση. Η Louis Vuitton Speedy, για παράδειγμα, κατέγραψε αύξηση 13% στη μεταπωλητική της αξία από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Ιούλιο του 2025, σύμφωνα με τη The RealReal, αμερικανική πλατφόρμα μεταπώλησης ειδών πολυτελείας. Αντίστοιχα, μοντέλα που δεν παράγονται πλέον, όπως η Louis Vuitton Eva, μπορεί να πωλούνται ακριβότερα από την αρχική τους τιμή, ακριβώς επειδή η διαθέσιμη προσφορά είναι περιορισμένη. Η ανάπτυξη αυτής της αγοράς δείχνει ότι το second hand δεν αποτελεί μόνο οικονομική διέξοδο. Μπορεί να προσφέρει πρόσβαση σε προϊόντα τα οποία, στην αρχική τους τιμή, θα ήταν απρόσιτα, αλλά και τη δυνατότητα να εντοπιστούν σχέδια που έχουν εξαφανιστεί από τα καταστήματα. Η Μαρία, από την πλευρά της, λέει ότι μετά την πρώτη αγορά άρχισε να κοιτάζει διαφορετικά ακόμη και τις βιτρίνες. «Τώρα, όταν βλέπω μια ακριβή τσάντα, η πρώτη μου σκέψη είναι να ψάξω αν υπάρχει μεταχειρισμένη. Δεν θεωρώ πια ότι το καινούργιο είναι αυτονόητα και η καλύτερη επιλογή».

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT