Τη συναντήσαμε τυχαία μαζί με μέλη της οικογένειάς της στο μονοπάτι που οδηγεί από το Παλιό Χωριό της Αλοννήσου στο εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, στη νοτιοδυτική πλευρά του νησιού. Μέσα Ιουνίου, μετά από μια ξαφνική βροχή, το χώμα μύριζε θυμάρι και ρίγανη, η μεσημεριανή ζέστη ήταν ανεκτή. Η Τζούλι Τέιλορ φορούσε παλιά δερμάτινα μποτάκια πεζοπορίας, ένα καπέλο με πλατύ γείσο, γυαλιά ηλίου και κουβαλούσε ένα σακίδιο με νερό και λίγα κεράσια. Στα ογδόντα τρία της, η συνταξιούχος Αμερικανίδα δασκάλα έχει επαναλάβει την ίδια διαδρομή, όπως και πολλές άλλες, αμέτρητες φορές. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι το ψευδώνυμο που τους έχουν δώσει οι ντόπιοι είναι «No bus Julie», δηλαδή η «Τζούλι χωρίς λεωφορείο».

Από το 1984, με εξαίρεση την περίοδο του κορωνοϊού, επισκέπτεται το νησί ανελλιπώς κάθε καλοκαίρι. Μάθαμε τη συναρπαστική ιστορία της σε τρεις ξεχωριστές συναντήσεις, αφού, ως ντόπια και η ίδια πλέον, προθυμοποιήθηκε να μας βοηθήσει με την ταξιδιωτική μας εξερεύνηση. Γευματίσαμε μια φορά την επόμενη ημέρα στην ψαροταβέρνα Μελτέμι, στην παραλία Μεγάλος Μουρτιάς, την οποία επισκέπτεται πάνω από σαράντα χρόνια. Εκεί πήραμε κάποιες πρώτες πληροφορίες για την οικογένεια που θύμιζαν μυθιστόρημα. Ο σχεδόν συνομήλικος αδελφός της, που καθόταν δίπλα μου, ο Κόλιν Κάμπελ, πρώην δημοσιογράφος και ανταποκριτής, μεταξύ άλλων για την εφημερίδα New York Times, μας περιέγραψε ατάραχος πώς φυγαδεύτηκε από τη Μέση Ανατολή στην Αθήνα το 1982.

Μαζί με έναν δημοσιογράφο της Washington Post είχαν αποκαλύψει την προσχεδιασμένη σφαγή Παλαιστινίων κατά την εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο. Εκείνη την ημέρα, ένας ομοεθνής διπλωμάτης τούς συμβούλευσε να πάνε απευθείας στο αεροπλάνο γιατί στο ξενοδοχείο τούς την είχαν «στημένη». Η ιστορία του ήταν εντυπωσιακή, αλλά είχε να ακούσω πολλά ακόμα. Τη σκυτάλη των αφηγήσεων πήρε μετά η γυναίκα του, η Ντέμπορα Σκρόγκινς, δημοσιογράφος και συγγραφέας του Ο πόλεμος της Έμμα. Στο βιβλίο περιγράφει την τραγική ιστορία της Έμμα ΜακΚιουν, μιας νεαρής εργαζόμενης σε ανθρωπιστική βοήθεια. «Έφτασε στο εμπόλεμο Σουδάν για να αλλάξει τον κόσμο και παντρεύτηκε τον αντάρτη πολέμαρχο Ρικ Μάτσαρ. Όταν ήταν έγκυος πέντε μηνών, χτυπήθηκε από ένα τοπικό λεωφορείο», μας λέει, με τρόπο που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο της δολοφονίας. Τα γεγονότα αυτά συνέβησαν το 1993.

«Αγόρασα σπίτι!»
Όσο την άκουγα, σκεφτόμουν πώς τα φέρνει έτσι η ζωή ή, καλύτερα, η αόρατη ενέργεια της Αλοννήσου. Το προηγούμενο μεσημέρι ήμασταν άγνωστοι. Τώρα απολαμβάναμε θαλασσινές λιχουδιές με μια πολυβραβευμένη συγγραφέα, έναν διάσημο ανταποκριτή και την κόρη τους, Άννα, η οποία παντρεύτηκε τον Γάλλο σύζυγό της στον Λεφτό Γιαλό, μια μαγική παραλία στην ανατολική πλευρά. Η ιστορία της αμερικανικής αποικίας ξετυλίχθηκε ακόμα καλύτερα όταν ανανεώσαμε το ραντεβού με την Τζούλι στο σπίτι της, ένα βράδυ πριν από την αναχώρησή μας. Περπατώντας στα λαβυρινθώδη σοκάκια του Παλιού Χωριού, φτάσαμε σε ένα διώροφο ανακαινισμένο κτίριο, με ξύλινα πατώματα, χειροποίητα κιλίμια, αντίκες και μια θέα στη θάλασσα βγαλμένη από καρτ ποστάλ. Η οικοδέσποινα, μαζί με τον έναν της γιο, τον εξηντάχρονο Τζιμ, πρώην διευθυντή σε αμερικανικό εκδοτικό οίκο περιοδικών, μας αφηγήθηκαν τη σχέση τους με το νησί.

Για δύο ώρες δεν πρόφταινα να κρατάω σημειώσεις. Η μητέρα της Τζούλι, η Μπέτι Κάμπελ, καθηγήτρια σχολείου, γεννηθείσα το 1919 στην Ατλάντα, ήρθε στην Αλόννησο για πρώτη φορά το 1980. «Ήθελε να βρει τον αδελφό μου, που εργαζόταν ως ανταποκριτής στην Μπανγκόκ. Στον γυρισμό της από την Ασία, σκέφτηκε να επισκεφτεί κάτι φίλους από τη Νότια Αφρική που είχαν αγοράσει εξοχικό στο νησί. Η οικογένεια Φίσερς, ένας διπλωμάτης και μια γενική γιατρός με τέσσερα παιδιά, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου είχαν καταταγεί στον αγγλικό στρατό και υπηρετούσαν στη Θεσσαλονίκη, έτσι είχαν μάθει για το νησί. Δεν είχα νέα της πάνω από δύο μήνες ώσπου χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο. “Αγόρασα σπίτι!” μου φώναξε με ενθουσιασμό», περιγράφει η Τζούλι.

Μετά τον φονικό σεισμό των 6,1 ρίχτερ στην Αλόννησο το 1965, όπου έχασαν τη ζωή τους δύο γυναίκες και κατέρρευσε σχεδόν το 65% των κτιρίων, το Παλιό Χωριό ερήμωσε. Έτσι, οι περιουσίες πωλούνταν κοψοχρονιά. «Αγόρασε ολόκληρο σπίτι μόλις με 24.000 δολάρια», συμπληρώνει η Τζούλι, η οποία εν τέλει δάνεισε στη μαμά της χρήματα. «Ο αδελφός μου, μετά τη φυγή του από τη Μέση Ανατολή, την επισκέφθηκε το 1982 και την έπεισε να αγοράσει ένα μεγαλύτερο σπίτι, αυτό όπου είμαστε σήμερα. Επειδή η μαμά μου δεν μπορούσε να βγάλει χρήματα από τη χώρα για να πληρώσει τον ιδιοκτήτη, έναν Νοτιοαφρικανό που τότε ζούσε στην Ελβετία, τον πλήρωσα εγώ». Η κόρη της, Κάθυ, έμελλε να είναι η επόμενη που ηλεκτρίστηκε από τη γοητεία της Αλοννήσου.
Μια ολάκερη αμερικανική παροικία στήθηκε στο νησί λόγω της Τζούλι και περιμένει πώς και πώς το καλοκαίρι για να ανταμώσει.
Η Τζούλι αντίκρισε για πρώτη φορά το νησί το 1984, μαζί με τον άλλο της γιο, Μάικ, και μερικούς από τους μαθητές της. Έκτοτε, συνήθιζε να οργανώνει σχολικά γκρουπ για την Αλόννησο. «Θυμάμαι κάναμε βόλτα στην Πλάκα, στην Αθήνα, και με ρωτούσαν οι καταστηματάρχες πού θα πάω. Όταν τους απαντούσα “στην Αλόννησο”, με κοιτούσαν έκθαμβοι». Παρότι δεν είχε ακούσει τίποτα για το νησί, εξίσου έκθαμβη έμεινε κι εκείνη όταν πάτησε το πόδι της στο Πατητήρι, στο λιμάνι. «Δεν είχαμε ηλεκτρικό, άρα ούτε ψυγείο. Και η αντλία του νερού δεν ήταν αξιόπιστη, καθώς οι ταβέρνες κρατούσαν το νερό για τις ανάγκες τους. Αμάξι αποκτήσαμε μόλις προ δεκαετίας, συγκοινωνία δεν λειτουργούσε, οπότε τα κάναμε όλα με τα πόδια. Πηγαίναμε μέχρι το Πατητήρι, σαράντα λεπτά περπατώντας, για να αγοράσουμε τη Herald Tribune. Σήμερα στο νησί δεν πουλιούνται εφημερίδες», σημειώνει.

Η πρέσβης της Αλοννήσου
Γενικότερα, τη δεκαετία του ’80, ελλείψει σταθερών και κινητών τηλεφώνων, περπατούσε συνέχεια, για το καθετί. «Ακόμα κι αν ήθελα να επισκεφθώ κάποιους φίλους σε έναν άλλον οικισμό, έπρεπε να περπατήσω μια δυο ώρες για να φτάσω στο σπίτι τους και να κανονίσουμε πότε θα βρεθούμε». Ύστερα, το περπάτημα της έγινε συνήθεια. Όπως και η Αλόννησος. Παρότι μένει σε ένα πολυτελές τουριστικό θέρετρο στην Αμερική, στο ακρωτήριο Κοντ στη Μασαχουσέτη, εκεί όπου οι Κένεντι είχαν τη θερινή τους κατοικία, παίζοντας γκολφ και μαγειρεύοντας για τα εφτά της εγγόνια, το νησί έχει περάσει στο DNA της. Γύρω στις έντεκα που βγήκαμε για φαγητό, όπου χαιρετούσε όλους τους καταστηματάρχες, κάποιους σε σπαστά ελληνικά, τη ρωτάω αν αισθάνεται εγκλωβισμένη στο όνειρο της μαμάς της. Αφού διευκρινίζει ότι διδάχτηκε αρχαία ελληνικά στο σχολείο, απαντάει αρνητικά.

«Σε καμία περίπτωση», λέει. «Κατ’ αρχάς, στην Αλόννησο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Δεν παίζει ρόλο ο τίτλος και η οικονομική σου κατάσταση, αυτό που μετράει είναι το πόσο ενδιαφέρων είσαι. Κι εδώ γνώρισα πολλούς ενδιαφέροντες τύπους από όλο τον κόσμο. Δεύτερον, ζεις μια πολύ ήρεμη και δίχως άγχος ζωή. Δεν χρειάζεται να κλείσεις τραπέζι για φαγητό, δεν σε πιέζουν να φύγεις αφού τελειώσεις το γεύμα σου, δεν έχεις φασαρία στην παραλία από τα beach bars», εξηγεί και, αφού πίνει μια γερή γουλιά κόκκινο κρασί, συνεχίζει. «Σίγουρα, ερχόμενη στην Αλόννησο, έχω εξελιχθεί σε έναν πολύ καλύτερο άνθρωπο από αυτόν που θα ήμουν αν δεν είχα επισκεφθεί την Ελλάδα. Η μαμά μας, με την επιλογή της να έρθει εδώ, μας δίδαξε να μην είμαστε υλιστές. Μας έμαθε ότι τα πιο όμορφα πράγματα, όπως ο κοκκινωπός ουρανός στο ηλιοβασίλεμα και το γαλάζιο της θάλασσας, μπορείς να τα απολαμβάνεις δίχως χρήματα».
«Στην Αλόννησο μπορείς να είσαι ο εαυτός σου. Δεν παίζει ρόλο ο τίτλος και η οικονομική σου κατάσταση, αυτό που μετράει είναι το πόσο ενδιαφέρων είσαι», λέει η Τζούλι Τέιλορ.
Σε μια αποστροφή του λόγου της, θα μου πει ότι η Αλόννησος είναι δημοκρατικό μέρος, υπό την έννοια ότι πλούσιοι και φτωχοί απολαμβάνουν πάνω κάτω τις ίδιες υπηρεσίες. Κι αυτό το στοιχείο, μαζί με την απαράμιλλη φυσική ομορφιά του τοπίου, είναι που της αρέσει περισσότερο. Κι αυτά τα χαρακτηριστικά μεταφέρει ως άτυπη πρέσβης του νησιού στους δεκάδες φίλους και συγγενείς που κάθε χρόνο, χάρη σε εκείνη, επισκέπτονται την Αλόννησο. Μα πόσο περίεργο! Μια ολάκερη αμερικανική παροικία στήθηκε στο νησί λόγω της Τζούλι και περιμένει πώς και πώς το καλοκαίρι για να ανταμώσει. Εκείνη, τον χειμώνα, αν τύχει και μελαγχολήσει, κοιτάζει στον τοίχο της όπου έχει κολλήσει μια φωτογραφία από την αγαπημένη της θέα στο μονοπάτι όπου τη συναντήσαμε. Δύο λυγερόκορμες ελιές σε έναν γκρεμό, «αγκαζέ» με μερικά πεύκα, και στο φόντο όλες οι αποχρώσεις του μπλε. Η δεύτερη πατρίδα της σε μια φωτογραφία.

