Κάθε απόγευμα, σχεδόν την ίδια ώρα, στην Κυανή Ακτή της Πρέβεζας αρχίζει να σχηματίζεται μια γνώριμη παρέα. Μετά τη δουλειά, τις υποχρεώσεις, το καφενείο ή το μπάνιο στη θάλασσα, δεκάδες άνθρωποι καταλήγουν στα τρία γήπεδα της παραλίας, σε ένα άτυπο ραντεβού που δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. Για τους παλιούς Πρεβεζάνους λέγεται αμπαλί. Για τους νεότερους είναι το πετάνκ. Στις δύο διαφορετικές λέξεις αποτυπώνεται και η διαδρομή ενός παιχνιδιού που ξεκίνησε ως καθημερινή συνήθεια της πόλης, σε ανοιχτούς χώρους και ελαιώνες, και σήμερα διεκδικεί τη θέση του οργανωμένου αθλήματος σε συλλόγους, προπονήσεις, αγώνες και διεθνείς κανόνες.

Μπάλες από ρίζα ελιάς
Ο Πάνος Σκαριώτης γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1951. Από παιδί θυμάται τους άντρες να μαζεύονται στην περιοχή του ελαιώνα, κοντά στα σημερινά γήπεδα, και να παίζουν αμπαλί με μπάλες φτιαγμένες, όπως λέει, από ρίζα ελιάς. «Τους έβλεπα και απορούσα. Μα τι κάνουν κάθε μέρα; Μόνο ένας κατακλυσμός ήταν ικανός να τους σταματήσει. Τότε ήταν αποκλειστικά αντρικό παιχνίδι, κυρίως των εργατών και των μεγαλύτερων», λέει. Ο ίδιος ξεκίνησε να παίζει στα 40 του, όταν επέστρεψε στην Πρέβεζα έπειτα από χρόνια παραμονής στη Σαουδική Αραβία. «Εκείνη την περίοδο χρειαζόμουν χρόνο για να ηρεμήσω και να σκεφτώ τι θα κάνω στο μέλλον. Σε μια από τις βόλτες μου αποφάσισα να πάω στον ελαιώνα. Και φυσικά τους βρήκα εκεί. Διαφορετικοί παίκτες από αυτούς που θυμόμουν ως παιδί, αλλά εξίσου πιστοί στο ραντεβού τους. Από περιέργεια πήρα μια μπάλα στα χέρια μου και αυτό ήταν. Το “παντρεύτηκα”. Εκτοτε μετρούσα την ώρα αντίστροφα, πότε θα έρθει η στιγμή να πάω να παίξω. Μαζευόμασταν από τις 15.30, γύρω στα 20 άτομα, και παίζαμε μέχρι το σούρουπο».

Από την Ενετοκρατία στη χρυσή εποχή
Στην απλούστερη εκδοχή του, το παιχνίδι μοιάζει εύκολο. Οι παίκτες ρίχνουν τις (πλέον μεταλλικές) μπάλες τους, προσπαθώντας να τις φέρουν όσο γίνεται πιο κοντά σε μια μικρή μπάλα που αποτελεί τον στόχο. Κερδίζει η ομάδα που θα βρεθεί πιο κοντά. Στην πράξη, όμως, το αμπαλί απαιτεί ακρίβεια, υπολογισμό και στρατηγική, καθώς κάθε βολή μπορεί είτε να πλησιάσει τον στόχο είτε να αλλάξει τη θέση της μπάλας του αντιπάλου. Για τον κύριο Σκαριώτη, αυτό είναι και το στοιχείο που διαφοροποιεί το παιχνίδι από μια απλή απασχόληση. «Στο αμπαλί δεν πας για να ξεχαστείς, πας για να σκεφτείς», σημειώνει. Ο ίδιος πλέον έχει απομακρυνθεί από τον ρόλο του παίκτη, καθώς έχει πιστοποιηθεί ως διαιτητής. Καθώς παρακολουθεί από κοντά την εξέλιξη του αθλήματος θεωρεί πως το αμπαλί διανύει σήμερα τη χρυσή εποχή του. «Πλέον υπάρχει εθνική ομάδα καθώς και Ελληνική Ομοσπονδία Εδαφοσφαίριση. Και φυσικά έχουμε φύγει από το αυτοσχέδιο γήπεδο του ελαιώνα, η Πρέβεζα διαθέτει τρία γήπεδα και φιλοξενεί μέχρι και διεθνείς οργανώσεις», σχολιάζει.

Το αμπαλί για τους Πρεβεζάνους αποτελεί έναν άτυπο θεσμό της πόλης. Τη σύνδεσή του με την περιοχή την αποδίδουν συχνά στην περίοδο της Ενετοκρατίας, χωρίς όμως το παιχνίδι να μένει μόνο ως ανάμνηση μιας παλιάς επιρροής. «Ηταν μια λύση για τους άντρες που ήθελαν να βγουν από το σπίτι, αλλά όχι απαραίτητα για να πάνε στο καφενείο», εξηγεί η Κατερίνα Καπελάνου, που μόλις έχει ολοκληρώσει την προπόνησή της, ή αλλιώς την «ψυχοθεραπεία» της, όπως αποκαλεί την ενασχόλησή της με το άθλημα.
Το πετάνκ όχι μόνο με βοήθησε να ξαναβρώ τον εαυτό μου, αλλά ένωσε και τρεις γενιές.
«Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 δημιουργήθηκαν τα γήπεδα της Κυανής Ακτής. Θυμάμαι ως παιδί να πηγαίνω για μπάνιο στη θάλασσα και να τους βλέπω να παίζουν. Σκεφτόμουν, μα καλά, γιατί ασχολούνται με κάτι τόσο βαρετό; Ως ενήλικη, και μετά τη γέννηση της κόρης μου, έψαχνα τρόπους κοινωνικοποίησης. Ετσι αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία, και φυσικά κόλλησα. Δεν ντρέπομαι να πω ότι ήταν ο λόγος για να βγαίνω από το σπίτι. Είναι η ψυχοθεραπεία μου». Πλέον παίζει μαζί της η μητέρα της και η αδελφή της, ενώ στα γήπεδα πηγαίνει και η κόρη της, η Ασπα. «Στην περίπτωσή μας, το πετάνκ όχι μόνο με βοήθησε να ξαναβρώ τον εαυτό μου, αλλά ένωσε και τρεις γενιές», λέει η Κατερίνα.

Αντίστοιχα, σε αγωνιστικό επίπεδο, αυτό που κάποτε ήταν μια τοπική συνήθεια έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να αποκτά μια καθαρή αθλητική ταυτότητα. Η δημιουργία της Ελληνικής Ομοσπονδίας Εδαφοσφαίρισης, η αναγνώριση του αθλήματος από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, τα διασυλλογικά πρωταθλήματα και οι διεθνείς διοργανώσεις έδωσαν στο πετάνκ μια θεσμική υπόσταση που μέχρι πρόσφατα δεν είχε. Στην Πρέβεζα, αυτή η μετάβαση είναι ορατή, καθώς στην πόλη δραστηριοποιούνται σωματεία που συμμετέχουν σε επίσημες διοργανώσεις, ενώ τα γήπεδα της Κυανής Ακτής φιλοξενούν πλέον και διεθνή τουρνουά.
Το αμπαλί έχει κάτι σπάνιο. Επιτρέπει σε διαφορετικές ηλικίες να μοιραστούν τον ίδιο χώρο χωρίς να υποκρίνονται ότι είναι ίδιες.
«Ερχονται στην Πρέβεζα ομάδες από όλη την Ευρώπη και φυσικά αυτό είναι καλό και για την πόλη», λέει η Κατερίνα. «Παραμένει, βέβαια, ένα άθλημα που δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστό, οπότε ρεαλιστικά είναι πιο εύκολο να εξελιχθεί κανείς μέσα σε αυτό. Και για να είμαστε ειλικρινείς, δεν απαιτεί ιδιαίτερες σωματικές δεξιότητες. Απαιτεί όμως συνεργασία, αυτοσυγκέντρωση, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, να δέχεσαι ότι μια μικρή απόκλιση αρκεί για να αλλάξει όλο το παιχνίδι». Η ίδια πρόσφατα έκανε μια αρκετά γενναία αγορά, προκειμένου να προμηθευτεί επαγγελματικού τύπου εξοπλισμό για το αγαπημένο της άθλημα. «Μπάλες, μαγνήτες, κοσονέ, τα μικρά μπαλάκια που λειτουργούν ως στόχοι, μπορούν άνετα να φτάσουν και να ξεπεράσουν τα 400 ευρώ», λέει.
Ο Στράτος Μέξης συστήνεται ως «ο καλύτερος παίκτης αμπαλί στην Πρέβεζα» και αμέσως μετά ρωτάει γελώντας: «Σας το είπαν αυτό, σωστά;». Γεννημένος το 1942, ο κύριος Μέξης θυμάται ακόμη τον μάστορα που έφτιαχνε τις ξύλινες μπάλες, αλλά και τα στοιχήματα που έβαζαν οι άντρες της εποχής. «Εγώ δεν είχα χρήματα και δεν στοιχημάτιζα. Πήγαινα όμως και έπαιζα κάθε μέρα. Καθόμουν στο γήπεδο τέσσερις και πέντε ώρες. Και συνεχίζω μέχρι σήμερα. Τώρα έχω μια εβδομάδα να πάω και μου λείπει. Ξέρετε πόσο μου λείπει;».

Ο κύριος Μέξης είναι από τους παλιότερους παίκτες, μαζί με τον Τάσο Δημητρίου, που εκτός απροόπτου εξακολουθούν να δίνουν το «παρών» επτά ημέρες την εβδομάδα. «Σε αυτή την ηλικία, έχει σημασία να υπάρχει ένα σταθερό ραντεβού. Για τους μεγαλύτερους, αυτό μπορεί να είναι εξίσου σημαντικό με τη νίκη», σχολιάζει ο κύριος Δημητρίου, που πλέον παίζει μαζί με τις εγγονές του.
«Δεν είναι τυχαίο ότι στο άθλημα συνυπάρχουν παιδιά επτά ετών και παίκτες άνω των 80. Το αμπαλί έχει κάτι σπάνιο. Επιτρέπει σε διαφορετικές ηλικίες να μοιραστούν τον ίδιο χώρο, χωρίς να υποκρίνονται ότι είναι ίδιες». Από τις ρίζες ελιάς στις μεταλλικές μπάλες, από τους ελαιώνες στα οργανωμένα γήπεδα, από την παρέα των εργατών στις προπονήσεις και στα διεθνή τουρνουά, το παιχνίδι συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε πάντα: να δίνει στους ανθρώπους έναν λόγο να συναντιούνται.

