Ήταν 1882 όταν ο Φραντς Λιστ έστειλε μια ιδιόχειρη επιστολή στον Καρλ Οτ, αντιπρόσωπο του Κτήματος Achaia Clauss στη Γερμανία. «Στο σπίτι του γαμπρού μου, του Ρίχαρντ», έγραφε, «δοκιμάσαμε τη Μαυροδάφνη του Κλάους. Μας εντυπωσίασε. Σε παρακαλώ, φρόντισε να φτάσει εγκαίρως η επόμενη παραγγελία». Η μουσική του Βάγκνερ ίσως συντάρασσε τα ανάκτορα της Βαυαρίας, αλλά εκείνο το βράδυ μια σταγόνα ελληνικού κρασιού θα έκλεβε την παράσταση.

Η υπογραφή του Λιστ είναι ακόμη ορατή στην επιστολή που σώζεται ανάμεσα στα πιο πολύτιμα τεκμήρια. Ο Περικλής Μπαλτάς, διαχειριστής Ιστορικού Αρχείου Achaia Clauss, και ο γιος του Αλέξανδρος μας ξεναγούν στο οίκημα. Ανοίγει τη γυάλινη βιβλιοθήκη και ο χώρος ξαφνικά μυρίζει μελάνι. Εκεί βρίσκονται επιστολές, αποδείξεις και εμπορικά βιβλία που καλύπτουν σχεδόν δύο αιώνες, όπως το βιβλίο των συνταγών που κρατούσαν ο Κλάους και ο πρώτος οινολόγος του Κτήματος, Ιάκωβος Κλίπφελ, αλλά και επιστολές σημαντικών προσώπων, όπως ο Ότο φον Μπίσμαρκ, που αποδεικνύουν το κύρος και τη διείσδυση της Achaia Clauss στις διεθνείς ελίτ. Το γραφείο σώζεται σχεδόν άθικτο. Πάνω του ξεδιπλώνεται ένα σκηνικό από παλιά Ευρώπη και νεότερη Ελλάδα. Στους τοίχους, τα βραβεία, οι γκραβούρες, τα μετάλλια και οι φωτογραφίες συνθέτουν το μωσαϊκό μιας εποχής. Μια ευχαριστήρια επιστολή από τους αστροναύτες της αποστολής «Apollo 13» ξεχωρίζει! Η διήγηση δεν σταματά, παρά μόνο ώρες αργότερα, όταν κατευθυνόμαστε στο κελάρι για να δοκιμάσουμε γλυκιά Μαυροδάφνη, πολλές εκφράσεις της που φτιάχνονται σήμερα εδώ, με επικεφαλής οινολόγο τον Σωτήρη Καραγιάννη. Εκεί, θα συναντήσουμε ξανά τους Λιστ και Βάγκνερ, σε προσωπογραφίες του Γιώργου Μπογδανόπουλου.

Από τη σταφίδα στη Μαυροδάφνη
Ο Γουσταύος Κλάους ήρθε στην Ελλάδα ως στέλεχος βαυαρικής εταιρείας, της Fels &Co, που μεταξύ άλλων είχε αναλάβει τη διαχείριση της κορινθιακής σταφίδας, της μόνης, ίσως, πλουτοπαραγωγικής πηγής του ελληνικού κράτους στα μέσα του 19ου αιώνα. Η θέση του και η σχέση του με τη βασιλική Αυλή του Όθωνα του έδωσαν την πρόσβαση να αποκτήσει βασιλικό διάταγμα το 1859, με το οποίο του επετράπη να ιδρύσει το πρώτο οργανωμένο οινοποιείο στην Ελλάδα. Η πορεία του στον κόσμο του κρασιού δεν ήταν στιγμιαία έμπνευση. Είχε μελετήσει βαθιά τον τόπο, το κλίμα, την αγορά.
Το 1866, η Ευρώπη δέχτηκε το πλήγμα της φυλλοξήρας, της ασθένειας που κατέστρεψε τεράστιες εκτάσεις αμπελώνων. Ήταν η αρχή μιας κρίσης αλλά και μιας ευκαιρίας. Τα γλυκά, ενισχυμένα κρασιά –τύπου Πόρτο, Τοκάι, Μαδέρα– βρέθηκαν στο επίκεντρο της ζήτησης. Η Πάτρα και η Κεφαλονιά άδραξαν την ευκαιρία: ο Κλάους στην Αχαΐα και ο Τουλ στην Κεφαλονιά ξεκίνησαν να παράγουν γλυκά κρασιά, με στόχο να μιμηθούν την κατηγορία των μεγάλων οίνων της Ευρώπης. Τα πρώτα αυτά κρασιά δεν έφεραν ελληνικά ονόματα. Οι ετικέτες έγραφαν: Patras Wine, Port-type, Malvasia, με σκοπό να είναι άμεσα αναγνωρίσιμα στις αγορές του εξωτερικού. Έτσι, η Μαυροδάφνη δεν κυκλοφόρησε αρχικά ως τέτοια, αλλά ως τύπου Μαλβαζία ή Πόρτο. Ο Κλάους είχε ήδη θέσει σε λειτουργία το οινοποιείο του το 1866, στον ίδιο αμπελώνα όπου βρίσκεται και σήμερα, όπου το House of Clauss διαχειρίζεται 320 στρέμματα ιδιόκτητων αμπελώνων – παράλληλα, αξιοποιεί σε αποκλειστικότητα την παραγωγή 550 στρεμμάτων από παραγωγούς με τους οποίους διατηρεί μακροχρόνια συνεργασία.

Το 1884 επιτυγχάνεται μια ελληνογερμανική εμπορική συμφωνία, που επιτρέπει στην Ελλάδα να εισάγει οινόπνευμα από τη Γερμανία χωρίς δασμούς. Αυτό δίνει στον Κλάους τη δυνατότητα να ενισχύει τα γλυκά κρασιά του οικονομικά και τεχνικά, χωρίς να θυσιάζει την ποιότητα. Έτσι, δημιουργείται η Μαυροδάφνη τύπου Πόρτο, που μπορεί να αντέξει στον διεθνή ανταγωνισμό. Με βάση αυτό το ρομαντικό τοπίο, μπροστά στο οποίο απλώνεται όλη η πόλη και η θάλασσα, στα δεξιά ο όγκος της Παλιοβούνας, στα αριστερά η Βαράσοβα και στο βάθος η Κεφαλονιά, ο Κλάους αποκτά διεθνή παρουσία και καθιερώνει τα κρασιά του σε αγορές και στις πέντε ηπείρους. Η Γκούντλαντ, όπως «βάφτισε» η μικρή του κόρη αυτό το κτήμα στο βουνό, αποτελεί μια μικρή, πολυπολιτισμική πολιτεία, με ανθρώπους από τέσσερις εθνότητες, Βαυαρούς, Ιταλούς, Μαλτέζους, Έλληνες, και τρεις θρησκευτικές κοινότητες να ζουν αρμονικά.
Η Μαυροδάφνη, το δημιούργημα του Κλάους, αποκτά αναγνωρισιμότητα με το δικό της όνομα που, κατά την παράδοση, αποδόθηκε από τον ίδιο προς τιμήν μιας όμορφης μελαχρινής κοπέλας με το όνομα Δάφνη, που ζούσε στο κτήμα και πέθανε πρόωρα. Τα επόμενα χρόνια, τα κρασιά της Achaia Clauss βρίσκονται στις κάβες των εύπορων και των ισχυρών σε όλο τον κόσμο. Οι αγορές περιλαμβάνουν περιοχές όπως η Βομβάη, η Αργεντινή, το Χαρτούμ, το Κέιπ Τάουν, οι χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης. Τα ελληνικά γλυκά κρασιά εμφανίζονται στους διεθνείς καταλόγους ως Patras Wine ή Mavrodaphne of Patras, δίπλα στα μεγάλα ονόματα των ευρωπαϊκών επιδορπίων.

Το 1885 σημειώνεται μια ξεχωριστή επίσκεψη: η αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστρίας, γνωστή ως Σίσι, δοκιμάζει Μαυροδάφνη. Της αφιερώνεται το Αυτοκρατορικό Κελάρι –εξ ου και η ονομασία του–, ένας χώρος-θησαυροφυλάκιο, όπου φυλάσσονται τα παλαιότερα βαρέλια της Μαυροδάφνης. Πολλά από αυτά είναι αφιερωμένα σε πρόσωπα υψηλού κύρους που επισκέφτηκαν την Achaia Clauss: βασιλείς, ιεράρχες, διπλωμάτες, καλλιτέχνες και επιστήμονες. Σκοτεινός χώρος, αλλά ζωντανός· το να περπατάς εδώ είναι μια βόλτα στην Ιστορία. Κάθε βαρέλι φέρει ένα όνομα, μια ημερομηνία, μια ιστορία που τη ρούφηξαν το ξύλο και το κρασί. Ένα από τα σημαντικότερα βαρέλια περιέχει τη Μαυροδάφνη του 1873, το παλαιότερο ελληνικό κρασί που διασώζεται μέχρι σήμερα και ένα από τα αρχαιότερα της Ευρώπης. Το κρασί αυτό δεν διατίθεται στην αγορά· εμφιαλώνεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως για την επετειακή εμφιάλωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, όταν κυκλοφόρησαν μόλις 108 φιάλες της σοδειάς 1896 – χρονιάς των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Ακούμπησα το δάχτυλό μου στο πυκνό μαύρο σιρόπι που έχει με τα χρόνια ξεγλιστρήσει ανάμεσα στις ραφές του βαρελιού. Κολλούσε σαν ρητίνη, ένα ίζημα υπεραιωνόβιο. Το έφερα στα χείλη μου. Η γεύση του αλκαλική, βαριά, γήινη, σαν καμένο καρύδι, με μια υπόνοια αλατιού. Τι περίεργο!
Ο Κλάους έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο του 1908, εν πλω, στο πλοίο που τον έφερνε από την Τεργέστη πίσω στην Πάτρα. Η σορός του ενταφιάστηκε στον λόφο, δίπλα στον Άγιο Θωμά, μέσα στο κτήμα που ο ίδιος δημιούργησε. Το τέλος του συνέπεσε με το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας δύσκολης μετάβασης. Με την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιχείρηση, που διοικείτο ακόμη από Γερμανούς συνεργάτες, αντιμετωπίζει κρατικές πιέσεις. Οι Γερμανοί απελαύνονται, καθώς θεωρούνται υπήκοοι εχθρικού κράτους. Το 1918, το οινοποιείο περνά στα χέρια της οικογένειας Βλάση Αντωνόπουλου, εμπόρου σταφίδας, και συνεχίζει τη λειτουργία του με ελληνική πλέον διοίκηση.

Δοκιμασίες του 20ού αιώνα
Κατά τον Μεσοπόλεμο, η δημοτικότητα της Μαυροδάφνης προκαλεί κύμα απομιμήσεων. Πολλοί μικροποτοποιοί χρησιμοποιούν οινόπνευμα για να παράγουν φθηνά γλυκά κρασιά και τα κυκλοφορούν υπό την ίδια ονομασία, χωρίς προδιαγραφές. Η ποιότητα πέφτει και η φήμη του αυθεντικού προϊόντος κινδυνεύει. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανάγκη προστασίας είναι πλέον επείγουσα. Η Achaia Clauss ξεκινά αγώνα για την κατοχύρωση της ονομασίας. Τη δεκαετία του 1960 θεμελιώνεται η έννοια της «Μαυροδάφνης Πατρών» ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ), με τη συμβολή της οινολόγου Σταυρούλας Κουράκου. Η ονομασία, ωστόσο, θα αφορά μόνο τη γλυκιά εκδοχή του κρασιού. Η ξηρή Μαυροδάφνη, αν και υπήρξε ιστορικά, δεν αναγνωρίζεται επίσημα ως ΠΟΠ.

Η Achaia Clauss στον 21ο αιώνα
Το Κτήμα σήμερα είναι επισκέψιμο και διατηρεί την ιστορική του ταυτότητα με σεβασμό. Στην εξοχική κατοικία του Κλάους, με θέα το αμπέλι και την πόλη, λειτουργεί το μουσείο της οινοποιίας, ενώ εκεί κατοικεί σήμερα ο Νικόλαος Καραπάνος, συνεχιστής του έργου. Οι κήποι, με τις παλιές μαρμάρινες επιγραφές και τη θέα στο αχαϊκό τοπίο, προκαλούν μια ανάσα θαυμασμού. Η House of Clauss έχει ετήσια παραγωγή που φτάνει τις 570.000 φιάλες, με 36 διαφορετικές ετικέτες που καλύπτουν όλο το φάσμα του οίνου: από ξηρά και ημίξηρα έως φυσικώς γλυκά και ενισχυμένα κρασιά, με διαφορετικούς τύπους παλαίωσης, είτε σε δρύινα βαρέλια είτε σε ανοξείδωτες δεξαμενές με οινολάσπες. Εξάγουν περίπου το 75% της παραγωγής τους σε 34 χώρες, με τη γλυκιά Μαυροδάφνη να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της ελληνικής οινοποιίας στο εξωτερικό. Στους αμπελώνες της καλλιεργούνται ελληνικές και διεθνείς ποικιλίες: Λαγόρθι, Παύλος, Σκιαδόπουλο, Αθήρι, Ρομπόλα, Μοσχάτο, Ροδίτης, Μαυροδάφνη, αλλά και Sauvignon Blanc, Chardonnay, Syrah, Cabernet Sauvignon, Merlot, Cabernet Franc. Ο τρύγος ξεκινά γύρω στις 10 Αυγούστου και ολοκληρώνεται μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, ανάλογα με την ποικιλία, την ωρίμανση των σταφυλιών και το στιλ κρασιού που πρόκειται να δημιουργηθεί.

Στο Αυτοκρατορικό Κελάρι φυλάσσονται οι πρώτες ιστορικές εσοδείες του 19ου αιώνα: 1873, 1883, 1885, 1892, 1896, 1898. Βαρέλια-κιβωτοί. Αυτά τα κρασιά δεν εμφιαλώνονται για την αγορά· παραμένουν στις δρύινες κοιλότητες για δεκαετίες, ως αποδείξεις της παλαίωσης, της υπομονής και της επιδέξιας οινοποίησης.
Πετρωτό, Πάτρα, τηλ. 2610-580.100

