Η Ριόχα δεν είναι μία, αλλά πολλές.

Η ισπανική οινική περιοχή αποκαλύπτει τα διαφορετικά της πρόσωπα, ισορροπώντας ανάμεσα στην παράδοση, τη σύγχρονη οινοποίηση και τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής

8' 15" χρόνος ανάγνωσης

Η Ριόχα απλώνεται στη βόρεια Ισπανία, ανάμεσα στη Sierra de Cantabria και τη Sierra de la Demanda, γεγονός που διαμορφώνει το ιδιαίτερο μικροκλίμα της με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ιδανικό για την παραγωγή εξαιρετικών κρασιών διαφορετικών στιλ. Είναι μια περιοχή λουσμένη στο φως του ήλιου. Τα βουνά, τα διαφορετικά εδάφη, ο ποταμός Έβρος συνθέτουν μια γη που μοιάζει να ήταν από πάντα προορισμένη να γεννά κρασί. H «καρδιά» της χτυπά σε δύο τόνους: ο ένας, παραδοσιακός, επιμένει στις αργές, τελετουργικές μεθόδους· ο άλλος, σύγχρονος, αναζητά καθαρότητα, φρεσκάδα και έναν πιο άμεσο διάλογο με το σήμερα.

Στο πρώτο «στρατόπεδο» συναντάμε ήπιες εκχυλίσεις, αμερικανικά βαρέλια και μακρά παλαίωση. Στο δεύτερο, γαλλικό βαρέλι, πιο έντονη εκχύλιση και κρασιά δομημένα πάνω στο φρούτο. Οι νεότεροι οινόφιλοι συχνά ορκίζονται στο μοντέρνο ύφος των Artadi, Roda και Telmo Rodríguez, όμως το παραδοσιακό στιλ των CVNE –ειδικά στα λευκά– της La Rioja Alta και της θρυλικής López de Heredia εξακολουθεί να μαγνητίζει· αρκεί μία γουλιά από μια Gravonia της τελευταίας για να καταλάβεις γιατί. Τα τελευταία χρόνια, ανάμεσα στους δύο κόσμους γεννήθηκε και ένα τρίτο ρεύμα: το υβριδικό μοντέρνο-παραδοσιακό. Εδώ, τα κρασιά ωριμάζουν τόσο σε αμερικανικό όσο και σε γαλλικό βαρέλι, αποκτώντας πιο στρογγυλή, κομψή προσωπικότητα, όπως αποδεικνύουν οι Muga και Contino.

Η Ριόχα δεν είναι μία, αλλά πολλές.-1
Τo φουτουριστικό ξενοδοχείο του οινοποιείου του Marqués de Riscal. 

Πόσα πρόσωπα έχει, τελικά, η Ριόχα; Παραδοσιακή και μοντέρνα μαζί, αντλεί τη διαχρονική της γοητεία από το νέο κύμα οινοποιών οι οποίοι τιμούν την κληρονομιά του τόπου τους, χωρίς να φοβούνται την εξέλιξη. Είναι αυτός ο ζωντανός διάλογος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα που κρατάει την περιοχή διαρκώς επίκαιρη.

Marqués de Murrieta: Όταν το όραμα δικαιώνεται

Στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν η φυλλοξήρα κατέστρεφε τα αμπέλια του Μπορντό, οι Γάλλοι στράφηκαν νοτιότερα αναζητώντας «καταφύγιο»· έτσι, κατέληξαν στη Ριόχα. Έφεραν μαζί τους τεχνογνωσία, βαρέλια και μια οινική φιλοσοφία που έμελλε να αλλάξει για πάντα τη μοίρα της ισπανικής οινοποιίας. Ο Don Luciano de Murrieta ήταν από τους πρώτους που είδαν ότι η Ριόχα μπορούσε να σταθεί επάξια δίπλα στα μεγάλα ευρωπαϊκά terroir. Το 1850 δημιούργησε την πρώτη εμπορική bodega της περιοχής, διανέμοντας τα κρασιά του στις αποικίες της Ισπανίας, ενώ λίγα χρόνια αργότερα ίδρυσε το οινοποιείο του στο Finca Ygay. Εισήγαγε τις τεχνικές του Μπορντό –ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε γαλλικό βαρέλι στη Ριόχα– και έθεσε τα θεμέλια για το πρώτο μεγάλο «κρασί της Ισπανίας»: το εμβληματικό Castillo Ygay. Δεν είναι τυχαίο ότι ολόκληρο το Logroño ζει και αναπνέει Murrieta· ούτε πως η πόλη έχει μέχρι και δρόμο αφιερωμένο σε εκείνον. Περίπου την ίδια περίοδο, γαλλικές «τεχνικές» υιοθέτησε και το οινοποιείο Marqués de Riscal. Εκτός του ότι προσέλαβε Γάλλο σύμβουλο –τον Jean Pineau του Château Lanessan–, ήταν επίσης εκείνος που έφερε το Cabernet Sauvignon στη Ριόχα – το είχε στις «αποσκευές» του.

Η Ριόχα δεν είναι μία, αλλά πολλές.-2

Ας επιστρέψουμε όμως στο Castillo Ygay, το κρασί-θρύλο που σκοράρει 100άρια με χαρακτηριστική ευκολία και αναδείχθηκε καλύτερο της χρονιάς το 2020 σύμφωνα με το Wine Spectator. Είχα την τιμή να δοκιμάσω το ερυθρό Ygay του 2012 και το λευκό Ygay του 1986, το οποίο παραμένει η τρέχουσα χρονιά (!). Τα λόγια είναι φτωχά μπροστά σε αυτά τα κρασιά-εμπειρίες, πόσω μάλλον όταν συνοδεύονται από αστεράτο φαγητό – το οινοποιείο διαθέτει κουζίνα με τέσσερις καταξιωμένους σεφ και έναν εξαιρετικό σομελιέ. Μας φιλοξένησαν στην υπέροχη σάλα τους, όπου δοκιμάσαμε όλα τα κρασιά του οινοποιείου, καθώς και του δεύτερου κτήματος στο Rías Baixas, σε ένα πραγματικό ρεσιτάλ ταιριάσματος φαγητού και κρασιού. Και, ναι, όλα τα κρασιά ήταν εξαιρετικά· όμως, αξίζει να σταθούμε στο πιο «ταπεινό» της συλλογής, τη Rioja Reserva. Εδώ αποκαλύπτεται η ουσία της φιλοσοφίας του οινοποιείου: αποκλειστική χρήση αμερικανικών βαρελιών και μακρά παλαίωση, τιμή στο παραδοσιακό ύφος, αλλά με ένα κρασί σύγχρονης κομψότητας και φρεσκάδας, όπου το φρούτο πρωταγωνιστεί. Το μυστικό; Πέρα από την άριστη πρώτη ύλη, η επιλογή βαρελιών ήπιου καπνίσματος που επιτρέπουν στο φρούτο να λάμψει – παραδοσιακή προσέγγιση μέσα από σύγχρονη ματιά. Αξιοσημείωτο είναι ότι, όπως μας είπαν, έχουν αρχίσει να φυτεύουν περισσότερο Mazuelo (Carignan) στους αμπελώνες τους, καθώς προσφέρει οξύτητα και φρεσκάδα στα κρασιά, στοιχεία πολύτιμα στη νέα εποχή της κλιματικής αλλαγής.

CVNE: Πάντα με το βλέμμα στο μέλλον

Η Compañía Vinícola del Norte de España, γνωστή ως CVNE, ιδρύθηκε το 1879 στο Haro από δύο αδέλφια, τον Eusebio και τον Raimundo Real de Asúa. Οι δυο τους ήταν από τους πρώτους που αντιλήφθηκαν τη σημασία της τεχνολογίας και της μεγάλης κλίμακας οργάνωσης. Έχτισαν, λοιπόν, ένα οινοποιείο που συνδύαζε την αισθητική του 19ου αιώνα με εξαιρετικά προοδευτικές για την εποχή εγκαταστάσεις. Το κελάρι τους στο Haro, με τα 400 βαρέλια, είναι ένα κτίριο δίχως εσωτερικές κολόνες, με αυτοστηριζόμενη σκεπή από μεταλλικά δοκάρια. Ο αρχιτέκτονας δεν ήταν άλλος από τον Gustave Eiffel, και σκοπός του ευρηματικού σχεδιασμού ήταν ένα κελάρι με άριστο αερισμό, χαμηλές και σταθερές θερμοκρασίες και πρακτικότητα στην αποθήκευση και τη μετακίνηση των βαρελιών – παραμένει μέχρι σήμερα ιστορικό και αρχιτεκτονικό σύμβολο.

Η Ριόχα δεν είναι μία, αλλά πολλές.-3
Το κελάρι της CVNE, μοναδικής αρχιτεκτονικής, σχεδιασμένο από τον Gustave Eiffel, ξεχωρίζει ως αρχιτεκτονικό ορόσημο στην περιοχή.

Η οικογένεια της CVNE πάλεψε όσο λίγοι για να μπει η Ριόχα στον παγκόσμιο χάρτη και παραμένει στο τιμόνι του οινοποιείου αδιάλειπτα επί 146 χρόνια, γεγονός σπάνιο. Στην πορεία υπήρξαν δύο χρονιές-σταθμοί, όχι μόνο για τα κρασιά της CVNE, αλλά και για ολόκληρη τη Ριόχα. Η πρώτη ήταν το 1915, όταν κυκλοφόρησε το Monopole Clásico, το λευκό κρασί με την παλαιότερη καταχωρισμένη ονομασία σε όλη την Ισπανία. Πίσω του κρυβόταν μια σχεδόν μυστηριώδης «συνταγή», που αναμείγνυε Viura με Manzanilla (Sherry). Το κρασί συνεχίζει να παράγεται, με ελαφρώς διαφοροποιημένη συνταγή, αφού πλέον δεν επιτρέπεται η εισαγωγή κρασιού από άλλη περιοχή. Δοκιμάσαμε τη χρονιά 2021: Viura που παλαιώνει σε δρύινα βαρέλια διαφόρων μεγεθών –μερικά από Sherry– για οκτώ μήνες, με κάποιους μήνες κάτω από flor – όπως και στη Manzanilla. Πρόκειται για ένα πολύ ιδιαίτερο, βαθιά γαστρονομικό κρασί, με αρώματα ξηρών καρπών και φλούδας πορτοκαλιού, φρέσκο φρούτο και αλμυρές νότες που θυμίζουν πράσινη ελιά. Αν αναζητάτε το ιδανικό κρασί για ψαροφαγίες και μεζεδάκια –και δεν θέλετε να πιείτε Ρετσίνα–, μόλις το βρήκατε. Η δεύτερη χρονιά είναι το 2013, όταν το θρυλικό Imperial Gran Reserva 2004 κατέκτησε την πρώτη θέση (Wine of the Year) στο Top 100 του Wine Spectator, μια στιγμή-ορόσημο για το ισπανικό κρασί, που άνοιξε τον δρόμο και σε άλλες Ριόχες. Το Imperial Gran Reserva δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’20 για την αγγλική αγορά, σε φιάλες τύπου «imperial pint» – εξ ου και το όνομα. Το κρασί ωριμάζει σε νέα γαλλικά και αμερικανικά βαρέλια.

Από το 2016 και μετά, το οινοποιείο μειώνει σταδιακά τη χρήση αμερικανικού βαρελιού, φτάνοντας σήμερα περίπου στο 10%. Όταν ρώτησα γιατί, η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: θέλουν να γίνουν πιο σύγχρονοι, αλλά χωρίς να εγκαταλείψουν το αμερικανικό βαρέλι, που αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του στιλ και της παράδοσης της Ριόχα. Δοκιμάζοντας τη χρονιά 2018, καταλαβαίνει κανείς ακριβώς αυτό. Το trademark ύφος της Imperial παραμένει παρόν: εντυπωσιακή συμπύκνωση φρούτου που «αγκαλιάζει» το βαρέλι αντί να κυριαρχείται από αυτό, και μια τεράστια δομή στο στόμα που μπορεί να αντέξει δεκαετίες. Το υπογραμμίζω για δύο λόγους: Πρώτον, τα υπόγεια κελάρια ήταν γεμάτα φιάλες όπου δεν διακρίνονταν καν οι ετικέτες. Δεύτερον, πέρυσι δοκίμασα τη χρονιά 1988 και έμεινα άφωνη από τη μαγική της εξέλιξη. Ρώτησα, φυσικά, τι συμβαίνει με εκείνες τις «ξεχασμένες» φιάλες στα υπόγεια. Ανοίγονται; Δοκιμάζονται; Η απάντηση ήταν πως, ναι, ανοίγονται συχνά, η οικογένεια τις απολαμβάνει. Θα ήθελα πολύ να βρεθώ σε ένα τέτοιο κάλεσμα!

Contino: Με σεβασμό στην παράδοση

Το boutique οινοποιείο Contino ήταν η τελευταία στάση μας. Αποτελεί την premium ναυαρχίδα της οικογένειας CVNE, με ετήσια παραγωγή που δεν ξεπερνά τις 80.000 φιάλες. Η λέξη «Contino» προέρχεται από την ισπανική Αυλή του 15ου αιώνα και αναφέρεται στους βασιλικούς φρουρούς ή συνοδούς που υπηρετούσαν συνεχώς (de continuo) τον Ισπανό μονάρχη. Το όνομα του οινοποιείου, Viñedos del Contino, είναι εμπνευσμένο από αυτές τις ιστορικές φιγούρες, συνδέοντας την παράδοση και την αριστοκρατία με την ποιότητα του κρασιού – μέσα στο οινοποιείο, η πανοπλία που αποκαλούν χαριτωμένα «ιππότης Peter» το επιβεβαιώνει με τον τρόπο της.

Η Ριόχα δεν είναι μία, αλλά πολλές.-4
Ο τρύγος στο Contino γίνεται αποκλειστικά με το χέρι, για τη διασφάλιση της καλύτερης ποιότητας των καρπών. 

Το οινοποιείο ιδρύθηκε το 1973 και αναγνωρίζεται ευρέως ως το πρώτο στην Ισπανία που λειτούργησε με το μοντέλο τύπου château. Είναι επίσης το πρώτο που ασχολήθηκε σοβαρά με την έννοια του «single vineyard» στη Ριόχα. Πρακτικά, οινοποιούν ξεχωριστά κάθε κομμάτι αμπελώνα, μια προσέγγιση που φέρνει την περιοχή πιο κοντά στη λογική του terroir όπως τη γνωρίζουμε από τη Βουργουνδία. Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο: εδώ βρίσκουμε Ριόχα από μία και μόνο ποικιλία –και όχι χαρμάνι, όπως ήταν ο κανόνας– απ’ όσες επιτρέπει η νομοθεσία. Δοκιμάσαμε Rioja Mazuelo, Rioja Graciano και Rioja Garnacha, με τις δύο τελευταίες να δίνουν μαθήματα φινέτσας και να ξεχωρίζουν από οποιαδήποτε άλλη Rioja είχα δοκιμάσει μέχρι τότε. Από την άλλη, η «σημαία» του οινοποιείου, το Viña del Olivo, αποτελεί χαρμάνι βασισμένο στο Tempranillo και άλλες τοπικές ποικιλίες. Προέρχεται από έναν και μόνο αμπελώνα, ηλικίας 60 ετών, ο οποίος είναι φυτεμένος με διαφορετικές ποικιλίες και στο κέντρο του έχει μια αρχαία ελιά – εξ ου και το όνομα.

Στα CVNE και Contino, όπως και στον Murrieta, μας τόνισαν ότι φυτεύουν περισσότερο Mazuelo προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης και να εξασφαλίσουν φρεσκάδα και οξύτητα στα κρασιά τους. Παράλληλα, έχουν επενδύσει σημαντικά στη βιοποικιλότητα, δημιουργώντας «σπιτάκι» για πουλιά, έντομα και βατράχια γύρω από τα αμπέλια, πρακτική κρίσιμη για την υγεία του οικοσυστήματος και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Η διαφορετική προσέγγιση στο βαρέλι –όχι μόνο σε αυτά τα τρία οινοποιεία, αλλά και σε πολλούς άλλους παραγωγούς της Ριόχα– αντικατοπτρίζει μια περιοχή με μεγάλη ιστορία αλλά και λαμπρό μέλλον· μια περιοχή που ακούει τις ανάγκες της εποχής, αλλά τις ενσωματώνει στην παράδοση. Σήμερα, πέρα από μονοποικιλιακές εμφιαλώσεις από ποικιλίες εκτός του Tempranillo, όπως είδαμε στο Contino, εμφανίζεται και carbonic Rioja –με τη μέθοδο του Beaujolais– από νέους και τολμηρούς παραγωγούς, όπως ο Artuke. Κλείνοντας, νομίζω ότι μπορούμε πλέον να απαντήσουμε στην ερώτηση της εισαγωγής: τα πρόσωπα της Ριόχα είναι πολλά και αξίζει να τα ανακαλύψουμε όλα, μαζί με την ιστορία τους.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT