Ξένια Κουναλάκη
Δημήτρης Ρηγόπουλος
Παντελής Τσομπάνης
Σοφία Χρήστου
Θοδωρής Λέννας
Κατερίνα Αγριμανάκη
Μαρίνα Καρπόζηλου
Ελίνα Δημητριάδη
Γιώργος Ψωμιάδης
Κωνσταντίνος Σαράντης
Βύρωνας Κριτζάς, Κωνσταντίνος Μπούγας, Γεωργία Φέκου, Μαρίνα Πετρίδου
Φόρτωση Text-to-Speech...
Φωνές στον φωταγωγό
της Ξένιας Κουναλάκη
Το πρωί θα ξυπνήσω νωρίς. Το εστιατόριο από κάτω από το σπίτι μου κλείνει τον Αύγουστο κι έτσι κοιμάμαι νωρίτερα και καλύτερα τα βράδια. Θα πάω για μπάνιο. Στο μετρό προς το Ελληνικό θα ακούω το ebook της Ντέμπορα Λίβι για τη Γερτρούδη Στάιν. Το πρωί στην παραλία στο Καβούρι έχει ελεύθερες ομπρέλες, δωρεάν. Εδώ ο ίσκιος, παραδόξως, δεν κοστίζει. Θα απλώσω την πετσέτα μου και θα βουτήξω, αγναντεύοντας τον εξοργιστικό πύργο του Ελληνικού. Μπορεί να πιάσω κουβέντα με τους λουομένους μόνιμους κατοίκους ή παραθεριστές για το μέλλον της περιοχής και του ελληνικού καλοκαιριού. Μπορεί και όχι. Θα έχω πάρει μαζί τα Τραγούδια του Νότου του Κων. Xατζηνικολάου (εκδ. Αντίποδες, 2026). Παρόλο που είναι μάλλον χειμωνιάτικα, μου αρέσει να διαβάζω τους καθησυχαστικούς στίχους για τη –μάλλον– βαρετή ζωή του. Από πάνω ο Γαρμπής έχει αληθινό ψάρι με βραστά λαχανικά και αποφεύγει (σ.σ. δόξα τω Θεώ) να «πειράζει» την ταραμοσαλάτα ή να σου δίνει χωριάτικη σε δοκιμαστικό σωλήνα. Το βράδυ θα πάω σινεμά στο Εκράν, θα δω κάτι vintage με την ελπίδα η εικόνα να μην είναι πολύ σκοτεινή κι ο ήχος να είναι κάπως δυνατός, για να σκεπάζει τις φωνές από τον παρακείμενο φωταγωγό. Καλή η νοσταλγία, αλλά το Σινεμά ο Παράδεισος το θέλω στην οθόνη, όχι στην πραγματική ζωή.
Η ιεροτελεστία του μπαλκονιού
του Δημήτρη Ρηγόπουλου
Δεν είμαι περήφανος που το γράφω, αλλά ο δικός μου Αύγουστος έχει πολύ αυτοκίνητο: εκεί όπου όλο τον χρόνο το έχω περίπου παρατημένο σε κάποιο τυχαίο στενό του Παγκρατίου, κάθε Αύγουστο δαιμονίζομαι και το χρησιμοποιώ για ψύλλου πήδημα. Μάλλον δεν μπορώ να χορτάσω τους άδειους δρόμους και ίσως κάτι μέσα μου χρειάζεται να επιβεβαιώσει την πίστη του στον μηχανοκίνητο πολιτισμό ή απλώς να δικαιολογήσει τα τέλη κυκλοφορίας. Κάπως έτσι οργώνω την Αττική, παίρνω, τρόπον τινά, το αίμα μου πίσω, αδιαφορώντας για την ανύπαρκτη κίνηση ή τις γεμάτες ταβέρνες. Η δεύτερη ιεροτελεστία έχει να κάνει με το μπαλκόνι. Σίγουρα θα έχετε παρατηρήσει το στενάχωρο φαινόμενο των άδειων μπαλκονιών τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Ο Αύγουστος είναι ο ιδανικός μήνας για να επανεκτιμήσετε αυτό το ασύγκριτο πλεονέκτημα της ελληνικής πολυκατοικίας – εντάξει, αρκεί να μη μας κάψει ο Αύγουστος ύστερα από έναν Ιούνιο κι έναν Ιούλιο βγαλμένο από τα καλύτερα θερμοκρασιακά μας όνειρα. Όταν κάθομαι στο μπαλκόνι μου το καλοκαίρι, με πλημμυρίζει ένα κάπως αλλόκοτο συναίσθημα ότι συμμετέχω σε μια άτυπη σταυροφορία που σκοπό έχει να μας βγάλει από την αρρωστημένη βολή του κλιματιστικού. Χάνουμε τόσο πολλά όταν κλεινόμαστε μέσα. Θα κλείσω με κάτι που είναι καταστατική αυγουστιάτικη συνθήκη, αλλά στο περιβάλλον της πόλης αποκτά μια σχεδόν υπερβατική διάσταση: μιλάω για εκείνη τη διαβρωτική, παραγνωρισμένη αίσθηση της ραστώνης που μόνο τον Αύγουστο βουλιάζεις μέσα της χωρίς την παραμικρή ενοχή – ακόμα κι αν δουλεύεις ή δεν βρίσκεσαι στο αγαπημένο σου νησί. Ή ακόμα περισσότερο τότε. Ο Αύγουστος σου ψιθυρίζει στο αυτί ότι δεν χρειάζεται να κάνεις «κάτι». Αρκεί να αφεθείς σε αυτό το είδος ραθυμίας που θέλεις δεν θέλεις σε κάνει καλύτερο άνθρωπο.

Στο αθόρυβο
του Κωνσταντίνου Σαράντη
Θα είναι μια απλή καθημερινή και εγώ θα έχω πει σε όλους ότι θέλω να ξεκουραστώ. Θα έχω τα βιβλία μου στην τσάντα, το κινητό μου κλειστό και μια θέση στη Γαρδένια, στο Πεδίον του Άρεως. Θα βλέπω τα τελευταία παιδιά της πόλης να παίζουν στο σιντριβάνι και θα ψάχνω με μανία τη μικρή τεχνητή λίμνη που πάντα χάνω. Θα μπερδέψω εκ των πραγμάτων τα μονοπάτια και θα αρχίσω να περπατάω προς του Γκύζη, που όλο ξεχνάω ότι υπάρχει.
Θα βρω ένα τραπέζι σε ένα από τα συνοικιακά καφενεία της γειτονιάς και θα προσπαθήσω να διαβάσω 100 σελίδες ακόμη. Θα είναι πια απόγευμα. Θα φάω κάπου στη Βαλτινών, μάλλον στο Κουτσό, και θα περάσω από το Εκράν με την ελπίδα να παίζει μια ταινία που δεν έχω δει ξανά. Αν όχι, θα συνεχίσω προς τη Μαυρομιχάλη. Θα σκεφτώ κάτι αρνητικό για τους τουρίστες που με ρωτάνε αν υπάρχει κάποιο ανοιχτό μαγαζί και, όσο κι αν δεν το παραδέχομαι, το ίδιο θα ψάχνω κι εγώ. Μάλλον θα καταλήξω στον Ξένο. Θα παρατηρήσω για ώρα τις παρέες αναζητώντας ένα πρόσωπο που ξέρω. Ίσως τότε ανοίξω το κινητό μου και ενημερώσω για το πού βρίσκομαι…

Η τύχη να μένεις πίσω
του Βύρωνα Κριτζά
H ιδανική αυγουστιάτικη μέρα ξεκινά με πρωινή επίσκεψη στο γυμναστήριο. Είναι το Early Birds, στη γειτονιά μου. Χρόνια τώρα με θαυμάζουν για το πνεύμα μου, γιατί όχι λοιπόν και για το σώμα μου;
Λίγο μετά βρίσκομαι στο Millybird House του Παγκρατίου για μπραντς. Έχω έρθει με αμάξι, καθαρά για την ηδονή τού να παρκάρω στη συγκεκριμένη γειτονιά. Η ιδιοκτήτρια, Μελίσσα Παπαγιαννοπούλου, είναι αστεία, αυθόρμητη, σπάει τον πάγο, με κάνει να νιώθω σαν να βρίσκομαι στο καθιστικό της. Παράλληλα διαβάζω το Μυαλό σε διάσπαση – Οι αιτίες και η θεραπεία της ΔΕΠΥ του Γκάμπορ Ματέ (εκδόσεις Key Books). Αφαιρούμαι συνεχώς από το βιβλίο, αλλά αυτός είναι ο λόγος που το διαβάζω. Η ζέστη του μεσημεριού δεν σηκώνει βόλτες… Προτιμώ τη θαλπωρή του κλιματιστικού μου, ενώ παράλληλα ακούω το νωχελικό άλμπουμ Michelangelo Dying της Cate Le Bon. To απόγευμα με βρίσκει στη Νέα Σμύρνη. Απολαμβάνω την αίσθηση γειτονιάς που μεταδίδει η κεντρική πλατεία, με τα παιδιά, τους ηλικιωμένους, την καλτίλα, τα δέντρα, το δροσερό απογευματινό αεράκι. Απολαμβάνω επίσης δύο μπάλες παγωτό με γεύση μπισκόφ στο Bufala Gelato.
Η βραδιά κλείνει με θερινό σινεμά στο Cinobo Μασκώτ, που άνοιξε πρόσφατα στον Ταύρο και προβάλλει κυρίως κλασικά φιλμ. Βλέπω μια ταινία του Σταύρου Τσιώλη. Ο Τσιώλης σατιρίζει ποιητικά και γλυκά την ελληνική επαρχία, για να μου θυμίσει ότι η εξιδανίκευσή της είναι μια απάτη και ότι η Αθήνα διατηρεί την ομορφιά της ακόμα και τον Αύγουστο, όταν οι μισοί μου συνάδελφοι γυρνάνε στα νησιά και εγώ παραμένω εδώ γράφοντας κείμενα, χωρίς να νιώθω λιγότερο τυχερός.

Ένα αθηναϊκό μοντάζ
του Κωνσταντίνου Μπούγα
Δεν είναι τυχαίο που ο Αύγουστος στην Αθήνα έχει εμπνεύσει τόσο τον νέο ελληνικό κινηματογράφο (μια πρόχειρη επιλογή: Απέναντι, Φτηνά τσιγάρα και –λίγο διασταλτικά– Σπιρτόκουτο). Η ραθυμία με την οποία ταυτίζονται οι ζεστές ημέρες του κατεξοχήν καλοκαιρινού μήνα και η άδεια πόλη έχουν αδιαμφισβήτητα κάτι το κινηματογραφικό. Ωστόσο, η δική μου ιδανική ημέρα στην πυρακτωμένη πρωτεύουσα θα ήταν αρκετά πεζή.
Σίγουρα θα επέλεγα να κάνω μια μεγάλη βόλτα από το Κολωνάκι έως το Παγκράτι, με στάσεις για δροσιά σε αγαπημένα μέρη: Στις Πλειάδες στη Σπύρου Μερκούρη, για να προσθέσω ένα ακόμα βιβλίο στη στοίβα με τα αδιάβαστα, έπειτα στην πλατεία Προσκόπων για έναν γρήγορο καφέ ή μπίρα στο Αερόστατο και, τέλος, στην Εθνική Πινακοθήκη, για να δω την έκθεση της Συλλογής Κωστάκη και να θυμηθώ τα φοιτητικά μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όταν είχα την πρώτη επαφή μαζί της.
Το βράδυ είναι απαραίτητο ένα θερινό σινεμά. Θα πήγαινα στο αγαπημένο μου, τη Ριβιέρα στη Βαλτετσίου, που είναι περιτριγυρισμένο από αθηναϊκές πολυκατοικίες, με άνετες καρέκλες, χαλίκι στο πάτωμα και φυτά τριγύρω. Θα ήθελα να δω μια παλαιότερη ταινία. Ιδανικά όχι ένα κλασικό αριστούργημα, αλλά κάποια από τα χιλιάδες παραγνωρισμένα φιλμ που αγνοώ και τυχαίνει να προβάλλονται. Μια τέτοια νύχτα είδα τη Γνωριμία της σάρκας του Μάικ Νίκολς, με έναν συγκλονιστικό Τζακ Νίκολσον.
Το φινάλε ενός τέτοιου εικοσιτετραώρου επιβάλλεται να είναι σε ένα από τα μπαρ της γειτονιάς, σε εξωτερικό τραπέζι, με κουβέντα για την ταινία και το φθινόπωρο που έρχεται.

Πρωί στη θάλασσα, βράδυ στ’ αστέρια
του Νικόλα Ζώη
Το προηγούμενο βράδυ θα έχω πει αποφασιστικά: «Λοιπόν, αύριο, εννιά η ώρα το κλειδί στη μίζα». Θα αθετήσω ελαφρώς την υπόσχεσή μου, αλλά θα είναι ακόμα καλοκαίρι, θα έχουμε ρεπό και δεν θα μας νοιάζει. Θα έχουμε παρκάρει επιτέλους μπροστά από το σπίτι και έτσι, σε μια ωρίτσα, το Μικρό Σέσι, λίγο μετά το Γραμματικό, θα μας υποδεχτεί με τα ήρεμα και καθαρά νερά του όλα δικά μας (εντάξει, σχεδόν όλα). Εκείνο το μικρό σνακ-μπαρ της παραλίας θα επιμένει ακόμα, ευτυχώς, στο λαϊκό ρεπερτόριο.
Δεν θα καθίσουμε με τις ώρες. Τι ρεπό θα είναι αυτό, αν δεν επιστρέψουμε για μια δροσερή, μεσημεριανή σιέστα; Ας αδράξουμε τη μέρα μια άλλη φορά. Και όταν σηκωθούμε, μία λύση θα υπάρχει για να μας φύγει το μαχμουρλίκι: ένας περίπατος, ίσως και ένας απογευματινός καφές στον μεγάλο και πολύχρωμο πεζόδρομο της Φωκίωνος Νέγρη.
Αν το ημερολόγιο δείχνει 24 ή 25 Αυγούστου, για το βράδυ θα έχουμε κλείσει δύο θέσεις στην ξενάγηση του Εθνικού Αστεροσκοπείου, στην Πεντέλη. Εκείνης θα της αρέσει πολύ και θα έχει δίκιο: ο καλοκαιρινός ουρανός σαν να ευνοεί περισσότερο τους ρεμβασμούς, όχι μόνο γιατί είναι αυτός ανέφελος, αλλά και γιατί για λίγο ακόμα είμαστε και εμείς.
Την πήραμε την άδειά μας, ξεκουραστήκαμε. Το ίδιο και οι φίλοι μας, που επίσης έχουν επιστρέψει και συμφωνούν ότι είναι ώρα να ανταλλάξουμε ιστορίες διακοπών. Όχι «πώς τα περάσατε;» ούτε «φάγατε καλά;» ή «πήγατε εκεί;». Κανονικές ιστορίες, όσο μικρές ή ασήμαντες και αν είναι. Ακούγονται ιδανικά ανάμεσα σε χαμηλόφωνα γέλια και τσουγκρίσματα σε κάποιο αθηναϊκό μπαλκόνι. Η αυριανή είναι μια άλλη ημέρα.

Σπίτι πριν από τις έντεκα
του Θοδωρή Λέννα
Η Αθήνα τον Αύγουστο δεν είναι πιο όμορφη. Βιώνεται όμως πιο όμορφα. Μπορείς, για παράδειγμα, να βρεις ελεύθερη μπασκέτα το πρωί στα γήπεδα απέναντι από τη ΓΑΔΑ –προοπτική απαγορευμένη το υπόλοιπο έτος– και να ρίξεις μερικά σουτάκια απαλλαγμένος από τα κριτικά βλέμματα τρίτων για τη δυσκαμψία του χεριού τού πάλαι ποτέ σουτέρ.
Μια ενδεχόμενη κατεβασιά προς το κέντρο γίνεται με τα πόδια, ακόμα και εν μέσω καύσωνα. Οι αραιωμένοι συρμοί των ΜΜΜ το επιβάλλουν. Κάθοδος Αλεξάνδρας, στροφή προς Εξάρχεια, αποστροφή προς τη «νέα Κυψέλη».
Τις ημέρες του Αυγούστου περιορίζονται οι πιθανότητες για ατυχή συναπαντήματα. Μόνο κάποιος «εκλεκτός» μπορεί να έχει μείνει πίσω. Για καφέ ή πρώιμο ποτό το Luxus είναι μια καλή επιλογή: περαντζάδα, ωραίοι άνθρωποι, μπορεί να δεις και κάποιον τριαντάρη με εφημερίδα. Στη Βαλτετσίου ανεβοκατεβαίνουν με σακ βουαγιάζ οι Eξαρχιώτες εκδρομείς που εγκαταλείπουν την Αθήνα και εγώ ζηλεύω το μαύρισμά τους, την «κούραση» για το πλοίο που τους περιμένει και τη μυρωδιά του αντηλιακού.
Θα συνέχιζες στη γειτονιά για επανέκδοση σε θερινό. Φέτος, όμως, σχηματίζονται ουρές ακόμη και για Έλιο Πέτρι. Πέδιλο, στριφτό τσιγάρο, βλέπουμε την ταινία, ξεχνάμε την ταινία. Αθετείς την υπόσχεση περί μη χρήσης των μέσων και σπεύδεις στο Κάρμεν στην Ελληνορώσων, που μπορεί να παίζει Μπέργκμαν. Κοτσονάτοι σινεφίλ εδώ και ελάχιστοι μικρότεροι, συνήθως μόνοι. Η μοναξιά στο σινεμά είναι μια κάποια εγγύηση ποιότητας.
Συνοψίζοντας, η Αθήνα τον Αύγουστο κρύβει κάποιες ευκαιρίες. Κρύβει και παγίδες. Παραφράζοντας έναν άλλο φαν του Μπέργκμαν, το κόλπο είναι να αποφύγουμε τις παγίδες, να αδράξουμε τις ευκαιρίες και να γυρίσουμε σπίτι πριν από τις έντεκα το βράδυ.

Λίγο παραπάνω Αύγουστο, παρακαλώ
της Μαρίνας Πετρίδου
Οδηγώ στην άδεια Ποσειδώνος προς τη Βουλιαγμένη, για να φτάσω σε χρόνο dt στην αγαπημένη μου παραλία. Έχει προηγηθεί η απαραίτητη στάση στο Cultivos της γειτονιάς μου για έναν εσπρέσο με κόκκους από την Κένυα, στα όρθια, και έναν σκέτο φρέντο καπουτσίνο στο θερμός – χωρίς αναμονή.
Περνάω λίγες ώρες στη θάλασσα. Έχω βρει ξαπλώστρα πρώτη σειρά. Κολυμπάω, λιάζομαι και διαβάζω τους Καθεδρικούς της Κλαούδια Πινιέιρο (εκδ. Carnivora). Επιστρέφοντας στην πόλη, σταματώ στο Έπικ, στη Μαβίλη. Παρκάρω απ’ έξω. Το Αρμενοβίλ με κρέμα σεμιφρέντο, καραμελωμένα αμύγδαλα, ψημένη μαρέγκα και ντακουάζ αμυγδάλου είναι δροσερό, χορταστικό και αρκετό για να με κρατήσει μέχρι το βράδυ. Σειρά έχει το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Όσες φορές κι αν το επισκεφθώ, πάντα βρίσκω κάτι που με συναρπάζει. Την τελευταία φορά ήταν η ερυθρόμορφη κύλικα του Ευφρόνιου. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από τις λεπτομέρειες που είχε ζωγραφίσει στα σώματα πριν από 2.500 χρόνια: τις βλεφαρίδες, τα νύχια, τις αρθρώσεις των δαχτύλων. Μου αρέσει όμως να παρατηρώ και τους τουρίστες, να κρυφακούω τις αντιδράσεις τους μπροστά στα εκθέματα, τις διαφορετικές γλώσσες. Το βράδυ με βρίσκει στη Φωκίωνος Νέγρη, στο Topa, με βερμούτ, κρασί και πιάτα που ισορροπούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Ισπανία: ντάκο με πηχτόγαλο, πατάτες με στάκα, τορτίγια Bilbao, pan con tomate, πιπερίτσες padrón και αρνί τσιγαριαστό. Η μέρα κλείνει με μια spicy μαργαρίτα στο Argentina, στη Νεάπολη, με μουσική, κουβεντούλα και φίλους. Και πού και πού περνάει ένα αυτοκίνητο από την Αλεξάνδρας. Μετά, πάλι ησυχία. Μία ακόμη μαργαρίτα και λίγο παραπάνω Αύγουστο στην Αθήνα, παρακαλώ.

Πρωτοπορία, θερινό και negroni
της Μαρίνας Καρπόζηλου
Κοινό μυστικό πως τον Αύγουστο η Αθήνα είναι στα καλύτερά της. Αν και τα τελευταία χρόνια δεν αδειάζει ποτέ πραγματικά, σου επιτρέπει να κάνεις πράγματα που τον υπόλοιπο χρόνο όλο λες ότι θα κάνεις και τελικά τα αναβάλλεις. Σε μια ιδανική μέρα θα ξεκινούσα νωρίς από την Πλάκα. Πριν η ζέστη γίνει ανυπόφορη, τα Αναφιώτικα διατηρούν ακόμη εκείνη την αίσθηση κυκλαδίτικου χωριού, που σε κάνει να ξεχνάς ότι βρίσκεσαι στο κέντρο της πόλης. Έπειτα θα πήγαινα στην Εθνική Πινακοθήκη, που αυτή την περίοδο φιλοξενεί την αγαπημένη έκθεση Ο κόσμος της πρωτοπορίας, με έργα από τη Συλλογή Κωστάκη. Για φαγητό θα ανηφόριζα στην Κυψέλη, στο Ντύλαν. Είναι από αυτά τα εστιατόρια που θα ήθελα να επισκέπτομαι πιο συχνά, αλλά πολλές φορές τα αποκλείω σχεδόν αυτόματα, γιατί ξέρω ότι θα μπλέξω με την κίνηση και το πάρκινγκ. Το βράδυ θα κατέληγα στο θερινό του Πολεμικού Μουσείου. Αν στο πρόγραμμα είχε και μια κλασική ταινία, ακόμη καλύτερα. Και η μέρα θα έκλεινε στο Fadiz Aperitivo Bar, στην πλατεία Βραζιλίας. Ο Φάντι, ο Λιβανέζος ιδιοκτήτης, φτιάχνει, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο negroni της Αθήνας. Θα καθόμουν σε ένα από τα τραπεζάκια έξω, θα λέγαμε δυο κουβέντες χωρίς να σκέφτομαι τι ώρα πρέπει να φύγω ή τι έχω να κάνω την επόμενη μέρα.
Η Δονούσα μπορεί να περιμένει
της Γεωργίας Φέκου
Oι ελεύθερες καλοκαιρινές ημέρες μου στην πόλη είναι λίγο dolce vita, λίγο μικρές χαρές της ζωής, λίγο «τρεις τρόποι να περάσετε καλά χωρίς να μιζεριάσετε που δεν είστε σε κυκλαδίτικο φόντο». Έχω την τελετουργία μου και γι’ αυτό δεν διαπραγματεύομαι το μπάνιο στη θάλασσα. Δεν ήμουν ποτέ από εκείνους που βαριούνται να φτάσουν στις ακτές της Αττικής επειδή έχει κίνηση, πολλή ζέστη και όχι κρυστάλλινο νερό σαν της Δονούσας. Με λίγη έρευνα βρίσκεις τον μικρό σου παράδεισο, ει δυνατόν όσο πιο απομονωμένα, και αν βουτήξεις με τη μία μόλις φτάσεις, ίσως να μην προλάβεις να επεξεργαστείς και τόσο το ότι δεν είσαι στη Δονούσα. Έπειτα το νερό τα «χαϊδεύει» όλα. Προσωπικά, βουτάω στα βραχάκια στο Καβούρι απέναντι από την παραλία, γιατί μου αρέσει η διαδρομή για να φτάσεις. Παρκάρεις και περπατάς σε χωμάτινα δρομάκια με δροσιά που εξάπτουν την ανυπομονησία για τον προορισμό. Μουσική (με ακουστικά), ροδάκινα, βιβλία και απαραιτήτως μια στάση πριν από την παραλία στο Περί Γης στη Γλυφάδα, για την ωραιότερη açaí berry σπιτική μπάρα και χυμό φράουλα-πορτοκάλι – αυτός καταναλώνεται στη διαδρομή, για να περνά πιο γρήγορα ο χρόνος στα φανάρια. Με το που αρχίσει να πέφτει ο ήλιος, μαζεύω πράγματα και ετοιμάζομαι για ποδηλατάδα. Νοικιάζω ποδήλατο κοντά στην παραλία και βλέπω το ηλιοβασίλεμα εν κινήσει, κατά μήκος της ακτής. Επίσης, είναι ιδανικό cardio για να ανοίξει η όρεξη και να πάω ενθουσιώδης στην αγαπημένη μου τρατορία στα νότια, το Peccati Di Gola, για πίτσα μαργαρίτα. Η επιστροφή στο σπίτι έχει σίγουρα καραόκε στο αμάξι με φίλες και, αν υπάρχει διάθεση, αυτοσχέδιο σινεμά με προτζέκτορα στην ταράτσα και σπιτική paloma. Την τελευταία φορά είδαμε το Y Tu Mamá También (2001) και τώρα θα ξεκινήσουμε μαραθώνιο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.

Χωρίς ενοχές
του Γιώργου Ψωμιάδη
Το αυγουστιάτικο ρεπό ξεκινά πάντα αργά, σε αντίθεση με όλες τις άλλες μέρες του χρόνου. Με τα παντζούρια σχεδόν κλειστά, με καφέ και μια ταινία «βραδύφλεκτη», μάλλον κουλτουριάρικη, αγγελοπουλική, συμβατή με τη βραδύτητα των ημερών, να παίζει στο λάπτοπ. Έπειτα (γιατί όχι;) άλλη μία ή μάλλον άλλο ένα βίντεο με μισάωρες συνεντεύξεις αστροφυσικών για σκουληκότρυπες ή μαύρες τρύπες ή άλλα για τη συμμετρία των μυρμηγκοφωλιών.
Μετά φεύγω για κέντρο χωρίς να βρίζω μέσα μου που ο συρμός περνά σε 12 λεπτά, πάντα με ακουστικά στα αυτιά και κινήσεις νωχελικές για να μην ιδρώσω, ειδικά αν δεν έχει αιρκοντίσιον. Έπειτα φτάνει η ώρα για το αγαπημένο μου ψάξιμο από ράφι σε ράφι στα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Πολλοί έχουν μαζέψει ήδη τη σοδειά τους και διαβάζουν στα νησιά ή τα φωτογραφίζουν με λευκά βότσαλα στην αμμουδιά· έτσι μπορώ πια να χαζεύω κι εγώ με το πάσο μου δίπλα στους πωλητές, που ξέμειναν κι αυτοί εδώ, χωρίς να τσουγκρίζουμε τους αγκώνες μας και να λέμε δέκα φορές «συγγνώμη».
Στη συνέχεια σουβλάκι στο χέρι στον Λευτέρη τον Πολίτη, που ίσως τώρα να μην έχει ουρές απ’ έξω (μέχρι τον Δεκαπενταύγουστο, που φεύγει κι αυτός για διακοπές), και έπειτα ραντεβού για μπιλιάρδο απογευματινό στο Roi Mat, στην πλατεία Αμερικής. Εκεί, σε αυτό το υπόγειο του ’70, με ρετρό φλιπεράκια και μουσική υπόκρουση Έλβις Πρίσλεϊ ή ροκιές κλασικές, με θαμώνες να κουβεντιάζουν στην μπάρα και με μια μπίρα παγωμένη, θαρρώ πως μπορεί κανείς να συμφιλιωθεί με τη θερινή μελαγχολία. Όταν ο ήλιος πέσει, βγαίνω ξανά στον κόσμο. Πριν επιστρέψω σπίτι, θα τσεκάρω αν παίζει στο Βοξ κάτι που αξίζει το δίωρο – ίσως έχει θέσεις ελεύθερες, ίσως να φυσάει στην ταράτσα και να είναι ωραία με φίλους και λεμονάδα και ποπ κορν. Εάν όχι, τότε βουρ για σπίτι και Playstation μέχρι τις τρεις τη νύχτα. Χωρίς ενοχές. Γιατί έτσι είναι τα ρεπό του Αυγούστου.

Στα ανοιχτά της πόλης
της Κατερίνας Αγριμανάκη
Πάει καιρός που η «ρίζα» μέσα μου βαραίνει επιτακτικά. Μου λείπει η θάλασσα. Αλλά κάτι η φούρια της καθημερινότητας, κάτι οι άλλες χάρες του αττικού κέντρου, κάτι τα 400 χλμ. από τις αμμουδιές του Λιβυκού, η ανάγκη κουκουλώνεται. Βολικά. Όμως, εδώ έχουμε ένα ιδανικό αυγουστιάτικο ρεπό και χρόνο, διάθεση, σχέδιο και ευχέρεια στην τσέπη. Είναι αργούτσικα πρωί καθημερινής. Και δροσερά. Η θάλασσα μας περιμένει.
Πρώτος σταθμός: Μαρίνα Φλοίσβου. Πώς ζουν «εγκιβωτισμένοι», ζωντανοί για μήνες, στα σωθικά μιας αργόσυρτης ατσάλινης ατράκτου στα ανήλιαγα βάθη των πελάγων; Πάγια απορία. Ώρα να δω από κοντά το νεότερο έκθεμα του Πάρκου Ναυτικής Παράδοσης, το παροπλισμένο υποβρύχιο «Πρωτεύς», δίπλα στο επίσης ιστορικό «Γ. Αβέρωφ».
Μεσημεράκι. Με την πείνα οδηγό κατηφορίζουμε προς Κερατσίνι. Ιχθυόσκαλα. Πώς το φαντάζομαι; Λιτά και στερεοτυπικά. Καρό τραπεζομάντιλο και ξύλινη καρέκλα, αφθονία θαλασσινών και κρύα κρύα μπίρα, θέα λιμανίσια και οσμή ιωδίου, κάνα γλαρόνι και μερικές γάτες να διεκδικούν μεζέ, χταπόδια στα μανταλάκια, Πάνος Γαβαλάς υπόκρουση, στη βαριά ιστορική σκιά του Ατμοηλεκτρικού Σταθμού, με τους ατσάλινους γίγαντες της COSCO στο φόντο. Ευωχία.
Απομεσήμερο. Ο ήλιος ακόμα ψηλά, αλλά την ελπίδα μας για δροσιά κρατούν ζωντανή οι νεαρές μουριές πέριξ του δημοτικού αναψυκτηρίου των Λιπασμάτων. Καφές; Μία μπίρα ακόμη; Παγωτάκι; Όπως και να ’χει, η αυγουστιάτικη αυτή νωχέλεια θέλει λίγα λόγια, το βλέμμα στα ράθυμα μπες-βγες των πλοίων και η σκέψη (ασυγκράτητη) στον ανοιχτό ορίζοντα. Με μπόνους μια χορταστική δίτροχη περατζάδα μέσω των ακτών Κονδύλη, Τζελέπη, Μιαούλη, μέσω Χατζηκυριάκειου και Φρεαττύδας, φτάνουμε στην Καστέλλα για θερινό στο Σινέ Βοτσαλάκια. Οι τίτλοι τέλους της ημέρας πέφτουν. Κουρασμένη-ξεκούραστη εγώ, με ένα χαμόγελο πληρότητας.

Ή τώρα ή ποτέ
του Παντελή Τσομπάνη
Κοπάνα. Ούτε προσωπικό μήνυμα ούτε μέιλ. Άλλωστε, ποιος δουλεύει πραγματικά την Παρασκευή πριν από τον Δεκαπενταύγουστο; Θα είχα ήδη νοικιάσει ένα ποδήλατο από ένα συνοικιακό μαγαζί, για να οργώσω τους δρόμους της Αθήνας – όχι τους ανηφορικούς, βέβαια. Είναι άλλο πράγμα ο Αύγουστος στην πρωτεύουσα. Οι δρόμοι αδειάζουν, τα τσιμέντα ανασαίνουν και η πόλη απευθύνει πρόσκληση ώστε να την ανακαλύψεις ήρεμη, χωρίς το ενοχλητικό της σάουντρακ. Το πρωί θα κινούσα για ψώνια στη Βαρβάκειο, έχοντας στην τσέπη ένα χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ. Λίγες σαρδελίτσες, λίγες ντοματούλες και λίγο σκορδάκι για ένα σύντομο μαγείρεμα στον φούρνο. Σε μία ώρα το σπίτι θα μυρίσει ρίγανη και θάλασσα – σκέτο καλοκαίρι. Μετά τη μεσημεριανή σιέστα, με το κινητό πάντοτε σε λειτουργία πτήσης, μην τυχόν και ενοχλήσει κανείς, θα ξεχυθώ εκ νέου στους δρόμους. Χωρίς αυτοκίνητα νιώθω πιο ασφαλής να κατακτήσω τις μεγάλες λεωφόρους αυτής της πόλης. Στις διασταυρώσεις και στα φανάρια απλώνω τους βραχίονές μου για να δηλώσω στροφή. Ανεβαίνω προς τα Πατήσια, ανακαλύπτω τις γειτονιές που δεν προλαβαίνω να περπατήσω μέσα στη χρονιά, όπως η Κυπριάδου με τους κήπους και την προαστιακή αρχιτεκτονική της και η Λαμπρινή με τον πυρήνα της, την πλατεία Αγίου Ανδρέα, η οποία σφύζει από ζωή. Θα σουρουπώσει, ο καιρός θα μαλακώσει, η ζέστη θα υποχωρήσει. Στο τέλος, απλώς θα περάσω από όλα εκείνα τα στέκια για τα οποία μιλάνε όλοι, αλλά ποτέ δεν βρίσκεις θέση. Αυτή είναι η ευκαιρία μου. Ή τώρα ή ποτέ.

Από λόφο σε λόφο
της Σοφίας Χρήστου
Η μέρα ξεκινά νωρίς, πριν οι τουρίστες ξεχυθούν στους δρόμους. Aθλητικά ρούχα, απαραιτήτως ακουστικά και χαλαρό περπάτημα στη γειτονιά μου, στον λόφο του Φιλοπάππου. Ανάβαση από τα σκαλάκια του Περιφερειακού και βόλτα στα μονοπάτια του. Συνηθισμένη και αγαπημένη στάση για λίγο στον λόφο απέναντι από την Ακρόπολη, παρατηρώντας την πόλη και με background ποπ μουσικές: Dua Lipa, Τhe Head and the Heart, Paramore. Ό,τι μου κάνει κέφι.
Ο πρώτος καφές της ημέρας είναι στο Dalu, στην Αποστόλου Παύλου. Αν βρω θέση κάτω από τη μεγάλη μουριά, ακόμη καλύτερα. Μου αρέσει εκεί, γιατί μπορώ να χαζεύω τον κόσμο, να διαβάσω λίγες σελίδες από ένα βιβλίο ή απλώς να απολαύσω την ηρεμία και το μελτεμάκι που χαρίζει στην πόλη ο Αύγουστος. Συνεχίζω με τα πόδια. Σειρά έχει μια βόλτα στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων, στο Μεταξουργείο. Έχω ανάγκη να επιστρέφω στα έργα του Λύτρα, του Γύζη, του Παρθένη, του Μόραλη, όταν το βλέμμα μου έχει κουραστεί από την ψηφιακή οθόνη. Λίγο πιο πέρα, μια στάση στον Μπλε Παπαγάλο είναι σχεδόν αυτονόητη – όσο ένα απογευματινό παγωτό στις διακοπές.
Αν υπάρχει χρόνος, θα περάσω και από το MOMus – Μουσείο Άλεξ Μυλωνά για την έκθεση της Niki de Saint Phalle, που τελειώνει στις 30 Αυγούστου. Αφού προηγηθεί μια απαραίτητη σιέστα, η μέρα θα κλείσει στην Πράσινη Τέντα, στον Λυκαβηττό. Νομίζω πως είναι το ιδανικό σημείο για να καταστρώσουμε ακόμη ένα αυγουστιάτικο σχέδιο με οδηγίες για το πώς θα «την παλέψουμε» από Σεπτέμβρη σε αυτή τη πόλη που δεν μας χωράει, αλλά εκείνη την ώρα την αγαπάμε λίγο παραπάνω.
Μικρές πατρίδες στα βόρεια
της Ελίνας Δημητριάδη
Δεν είναι το πρώτο καλοκαίρι που θα περάσω τον Αύγουστο σε μια «Αττική απροσδόκητη», όπως έλεγε στο ποίημά του Τρόμος και ήλιος ο Νίκος Καρούζος. Έτσι, έχω καταφέρει να γεμίζω τις ημέρες μου στην ανακουφιστικά άδεια πρωτεύουσα εξερευνώντας την ιστορία, τις γεύσεις, την αισθητική και τη φύση των προαστίων όπου μεγάλωσα. Αν είσαι γέννημα-θρέμμα Νέας Ιωνίας, όπως εγώ, ο προσφυγικός χαρακτήρας της είναι το πιο οικείο στοιχείο της. Η πιο αγαπημένη μου βόλτα στο παρελθόν της ξεκινά με το πρωινό των ντόπιων πρωταθλητών στο Πεϊνιρλί της Ραμνούντος, όπου η πιο θρυλική συνταγή πεϊνιρλί της Αθήνας έφτασε στη Νέα Ιωνία μαζί με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που άνοιξαν το κατάστημα ως φούρνο το 1942. Από εκεί κατευθύνομαι προς τα Πέτρινα στον Περισσό, μια νοσταλγική προσφυγική συνοικία όπου ο χρόνος έχει παγώσει, θυμίζοντας περισσότερο ορεινό χωριό και διαφυλάσσοντας τον χαρακτήρα της γειτονιάς. Στη συνέχεια, περπατάω μέχρι να χαθώ στους ήσυχους, καταπράσινους δρόμους της Φιλοθέης, που σχεδιάστηκε στα αγγλικά πρότυπα της κηπούπολης. Με μια βόλτα κατά μήκος του Ποδονίφτη νιώθω ότι βρίσκομαι σε ένα δάσος, καθώς τα τζιτζίκια και τα βατράχια συνθέτουν το πιο δροσερό σάουντρακ, ενώ περνάω ώρες διαβάζοντας σε κάποιο από τα ξύλινα κιόσκια στα πάρκα της. Η διαδρομή της επιστροφής με βγάζει στην Καλογρέζα, για θαλασσινά στην ταβέρνα Το Μονόγραμμα, που μου με μεταφέρει για λίγο σε κάποιο κυκλαδίτικο νησί. Η βραδιά κλείνει σε μια σεζ λονγκ του θερινού Σινέ Άνοιξις, στο Νέο Ηράκλειο, που χτίστηκε τη δεκαετία του ’50 και, ευτυχώς, διασώθηκε ως διατηρητέο. Το αθηναϊκό καλοκαίρι δεν χρειάζεται πολλά για να σε ταξιδέψει.

