Πρώτη φορά διάβασα γι’ αυτά πριν από περίπου είκοσι χρόνια, σε ένα άρθρο βρετανικού περιοδικού κηπουρικής που επιχειρηματολογούσε υπέρ της οκνηρίας στον κήπο. Ξεκινούσε ρωτώντας: Γιατί σκαλίζεις κάθε χρόνο τα παρτέρια σου, γιατί επιμένεις να λιπαίνεις και να φυτεύεις ακατάπαυστα, όταν υπάρχουν πλήθος λαχανικών που σε απαλλάσσουν από αυτόν τον κόπο; Τεμπέλης δεν γεννήθηκα, αλλά κάποιες φορές πράγματι κουράζομαι υπερβολικά με την τσάπα στα χέρια, χωρίς μάλιστα εγγυήσεις για το τελικό αποτέλεσμα. Και κάπως έτσι άρχισε η περιπέτεια της ενασχόλησής μου με τα πολυετή λαχανικά, τα οποία, θεωρητικώς, προσφέρουν για πολλά χρόνια στη σειρά αφθονία τροφής, δίχως απαιτήσεις. Ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη όμως υπάρχει πάντοτε απόσταση, πολλάκις και χάσμα. Κανενός, έτσι, από τα είδη πεντάνευρων (Plantago spp.) που καλλιέργησα δεν με ξετρέλανε η γεύση, το γευστικότατο ξινολάπαθο (Rumex acetosa), πάλι, είχε χαμηλή απόδοση, ενώ η άγρια ρόκα (Diplotaxis tenuifolia) ήταν υπέρ το δέον έντονη..
Δοκιμάζοντας λοιπόν πάνω από είκοσι υποψηφίους και σταδιακώς απορρίπτοντας τους περισσότερους, κατέληξα να μείνω σήμερα με τρία τέσσερα, από τα οποία ξεχωρίζω τους διάφορους τύπους «πολυετών λαχανίδων» (γνωστών διεθνώς ως «perennial kales»), που φιλοξενώ στο αγρόκτημά μου. Διαθέτουν μεγάλη ανθεκτικότητα στο ψύχος και στον καύσωνα, σπανίως προσβάλλονται από ασθένειες ή εχθρούς, ενώ επίσης πολλαπλασιάζονται πολύ εύκολα με μοσχεύματα· έχω, έτσι, χαρίσει ήδη αρκετά σε φίλους. Το υπέρτατο πλεονέκτημά τους πάντως είναι το ότι προσφέρουν, σχεδόν ολόκληρο τον χρόνο, τα ακανόνιστου σχήματος μεν, απίστευτης νοστιμιάς δε, σαρκώδη φύλλα τους. Ανοιξιάτικα βρίσκονται στην καλύτερη εποχή τους, καθώς είναι τρυφερά και τα απολαμβάνω, ψιλοκομμένα, ακόμα και ωμά. Ο καθιερωμένος πάντως τρόπος κατανάλωσής τους είναι να μαγειρεύονται στον ατμό για περίπου δέκα λεπτά, ώστε να μαλακώσουν, αλλά κυρίως να ξεδιπλώσουν τον γευστικό τους χαρακτήρα. Τον χειμώνα επικρατούν αναμφίβολα οι γλυκές πινελιές, όσο όμως ανεβαίνει το θερμόμετρο ενισχύονται οι απολαυστικά πικρούτσικες – κοινός παρονομαστής παραμένει πάντοτε η ενδιαφέρουσα επίγευση, η οποία θυμίζει αμυδρά το ωμό καρύδι.

Περπατώ ανάμεσά τους, καμαρώνοντάς τα και δένοντάς τα με σπάγκο πάνω στα καλάμια της υποστύλωσης, είναι η μόνη εργασία που απαιτούν κάθε χρόνο. Α ναι, ρίχνω και από μια φτυαριά κοπριά στον λάκκο τους, στα τέλη κάθε χειμώνα. Τα φυτά της ποικιλίας «Taunton Deane» κοντεύουν πια να με φτάσουν στο μπόι και έχουν ξυλώδη κορμό, χοντρό σαν το μπράτσο μου· εκείνα πάλι της «Daubenton kale» παραμένουν πιο χαμηλά και φουντωτά. Καθώς γεμίζω τσάντες με τα (σκουροπράσινα στην πλειονότητα, υπάρχουν όμως και κοκκινωπά) φύλλα, κλαδεύω και τις πανέμορφες λευκές ταξιανθίες. Έτσι προάγεται η παραγωγή νέων, ενώ επίσης διατηρούνται για περισσότερο καιρό τρυφερά. Φέτος έκλεισαν μία πενταετία ζωής, σύμφωνα με τα συγγράμματα που συμβουλεύομαι σε δύο τρία θα αρχίσουν να μαραίνονται. Παρατηρώντας τη ζωτικότητά τους, δυσκολεύομαι να το πιστέψω, καλού κακού πάντως φύτεψα ήδη αρκετά κλαδάκια τους σε γλαστράκια για να ριζώσουν.
Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν γενικότερα τεράστια κενά όσον αφορά την αφεντιά τους, γνωρίζουμε μόνο ότι προέρχονται από το πολυετές σκαρολάχανο (Brassica cretica) της ανατολικής Μεσογείου, το οποίο οι τοπικοί πληθυσμοί συνέλεγαν στην αρχαιότητα και κατόρθωσαν σταδιακά να εξημερώσουν, δημιουργώντας έτσι τις πρώιμες μορφές των λάχανων που καλλιεργούνται σήμερα. Φαίνεται ότι οι Ρωμαίοι τα μετέφεραν μέχρι τα Βρετανικά Νησιά και την Ιβηρική Χερσόνησο, απ’ όπου, ως διαφεύγοντα στη φύση, επανήλθαν, σε κάποιον βαθμό, σε πρωτόγονη μορφή. Σίγουρο είναι πως μια πολυετής λαχανίδα μπορεί, κατά μέσο όρο, να καλύψει τις ημερήσιες ανάγκες ενός ανθρώπου, αλλά, αν το αποφασίσετε, παραγγείλτε, για σιγουριά, τουλάχιστον δύο νεαρά φυτά. Σας βάζω δύσκολα τούτη τη φορά, το γνωρίζω, αλλά δυστυχώς δεν αναπαράγονται με σπόρους. Τα διαθέτουν πάντως αρκετοί ευρωπαϊκοί οίκοι στο διαδίκτυο, αποφύγετε όμως τους βρετανικούς, διότι το τελωνείο δεν θα επιτρέψει την εισαγωγή τους.

