Το όσπριο που αποτελεί μια απρόσμενη πηγή πρωτεΐνης

Το όσπριο που αποτελεί μια απρόσμενη πηγή πρωτεΐνης

Το μπιζέλι γνωστό στη Μεσόγειο ήδη από τη Νεολιθική εποχή και τρώγεται ωμό, σοταρισμένο ή αφού το «ζεματίσουμε»

το-όσπριο-που-αποτελεί-μια-απρόσμενη-π-564214252 (Φωτογραφία: Αλίνα Λέφα)
(Φωτογραφία: Αλίνα Λέφα)
Φόρτωση Text-to-Speech...

Δίχως την αποτυχία δεν θα υπήρχε πρόοδος. Με αυτή τη σκέψη προσπαθώ να παρηγορηθώ. Και ταυτόχρονα πασχίζω να περιορίσω τη σκληρή αυτοεπικριτική επίθεση που δέχομαι. Δικαίως ασφαλώς, επειδή υπέπεσα στο ίδιο σφάλμα, όπως είχε συμβεί ξανά πριν από κάποια χρόνια. Έσπειρα δηλαδή υπερβολικά νωρίς, ενώ το έδαφος παρέμενε ψυχρό, ήρθαν ύστερα και οι νεροποντές, με αποτέλεσμα οι σπόροι να σαπίσουν μέσα στο χώμα, πριν φυτρώσουν. Τζάμπα πήγαν όλοι μου οι κόποι, το τσάπισμα του παρτεριού και η φθινοπωρινή προσθήκη κοπριάς, καθώς και η πρόσφατη επίπονη εγκατάσταση από πασσάλους και σύρματα, πάνω στα οποία θεωρητικά θα αναρριχούνταν οι μπιζελιές. Φέτος λοιπόν δεν θα απολαύσω φρέσκο αρακά, τον ωμό που λατρεύω να ρίχνω στις σαλάτες, τον ζεματισμένο που τόσο ωραία σμίγει με ζυμαρικά ή τον μαγειρεμένο στα λαδερά. Θα αρκεστώ, ωιμέ, στον φτωχό συγγενή του, τον κατεψυγμένο. Ούτε θα σοτάρω στο γουόκ τους εξαίσιους, γλυκούς και τραγανούς λοβούς της ποικιλίας mangetout («τρώγεται ολόκληρο», γαλλιστί) που απαρεγκλίτως καλλιεργώ κάθε χρόνο. Και φυσικά, δεν θα χαρώ τις μπιζελοκορφάδες, τους τρυφερούς βλαστούς, δηλαδή, μαζί με τα φύλλα και τις έλικες του φυτού, οι οποίες προστίθενται ωμές στις σαλάτες για να απονείμουν χλωριδική χαρά. Τις πρωτοδοκίμασα, ως «γένια του δράκου», πριν από δύο δεκαετίες σε κινέζικο εστιατόριο του Βερολίνου. Τότε ήταν ένα εντελώς άγνωστο στη Δύση εξωτικό λαχανικό, τώρα πια τις συναντάμε στα καλύτερα μανάβικα πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Πωλούνται ακριβούτσικα πάντως, επειδή απαιτείται ταχύτατη και άρα κοστοβόρος μεταφορά τους από το χωράφι, καθώς παραμένουν φρέσκες μόνο για μια-δυο μέρες. 

Το όσπριο που αποτελεί μια απρόσμενη πηγή πρωτεΐνης-1

Επιστρέφω φουρκισμένος στο μικρό μου μαγειρειό. Για να καταστείλω τον θυμό μου, μουλιάζω σε νερό με μηλόξιδο μία κούπα μπιζέλια – διαθέτω ακόμα αρκετή ποσότητα από τα φυτά που άφησα πέρυσι να μαραθούν. Αύριο λοιπόν θα φτιάξω τη στυλωτική μπιζελοφάβα, της οποίας πρώτη γραπτή αναφορά, ως «πίσινον έτνος», συναντάμε στους Ιππής του Αριστοφάνη. Γνωρίζουμε ότι πλανόδιοι την εμπορεύονταν ζεστή στους πολύβουους και ρυπαρούς δρόμους της τότε Αθήνας. Μια απλούστατη συνταγή βεβαίως είναι, την οποία φροντίζω να καρυκεύω με άφθονο κύμινο και ξύσμα λεμονιού, λόγω της ελλιπούς, συγκριτικά με τον νωπό αρακά, γεύσης που διαθέτει το μπιζέλι. Λίγος φρέσκος κόλιανδρος για γαρνίρισμα επίσης δεν βλάπτει, εκτός κι αν έχω μουσαφιραίους που τον απεχθάνονται, γι’ αυτό πάντοτε ρωτώ σχετικώς εκ των προτέρων. 

Αν διαθέτετε μια ηλιόλουστη γωνιά στον κήπο σας ή έστω μια ευρύχωρη ζαρντινιέρα στο μπαλκόνι, καλλιεργήστε στα μέσα φθινοπώρου ή στις αρχές της άνοιξης την πολύδωρη μπιζελιά.

Για την καταγωγή και την ιστορία της μπιζελιάς (Pisum sativum) γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα. Ανήκει στα μονοετή φυτά της Μεσογείου που εξημερώθηκαν πρώτα, στην αυγή ήδη της «νεολιθικής επανάστασης», όταν οι τροφοσυλλεκτικές κοινότητες βαθμηδόν μετασχηματίστηκαν σε αγροτικές. Για χιλιάδες χρόνια προσέφερε, χωρίς μεγάλες καλλιεργητικές απαιτήσεις, ένα από τα βασικά τρόφιμα της ανθρωπότητας, υμνήθηκε μάλιστα από πολλούς για την ικανότητά του να ξορκίζει την πείνα των λαών σε δύσκολες εποχές. Και τούτο συμβαίνει κυρίως λόγω της αξιοσημείωτα υψηλής περιεκτικότητας (23-25%) των αποξηραμένων σπόρων του σε πρωτεΐνη. Μέχρι τα τέλη του 16ου αιώνα καταναλωνόταν αποκλειστικώς σε τούτη τη μορφή, τότε μόνο πρωτοεμφανίστηκε ο νωπός αρακάς, αρχικώς φυσικά για να προσφέρει απόλαυση στους Βουρβόνους βασιλείς και τους αυλοδούλους τους. Έπρεπε να περάσουν δύο αιώνες μέχρι να τον δοκιμάσει και το ευρύ κοινό, μόνο από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα όμως, χάρη στη ραγδαία διάδοση της συσκευής που ονομάζεται ψυγειοκαταψύκτης, κέρδισε τη δημοφιλία που απολαμβάνει σήμερα παγκοσμίως. Θα τελειώσω με μια προτροπή: Αν διαθέτετε μια ηλιόλουστη γωνιά στον κήπο σας ή έστω μια ευρύχωρη ζαρντινιέρα στο μπαλκόνι, καλλιεργήστε στα μέσα φθινοπώρου ή στις αρχές της άνοιξης την πολύδωρη μπιζελιά. Για υψηλότερες αποδόσεις ενδείκνυνται ασφαλώς οι αναρριχητικές ποικιλίες, αν όμως ο διαθέσιμος χρόνος και χώρος σας είναι περιορισμένοι, δοκιμάστε τις νάνες, οι οποίες δεν υστερούν καθόλου σε γευστικό αποτέλεσμα.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT