Με συγκινούν βαθιά τα ανέξοδα θαύματα που ξεπηδούν ανοιξιάτικα μέσα από το χώμα. Ξημέρωσε Κυριακή. Στο ένα χέρι βαστώ μια τσάντα, με το άλλο αποσπώ τους εύσαρκους λοβούς από τις κουκιές, οι οποίες φέτος, ευεργετημένες μάλλον από τις πρόσφατες, ποτιστικές βροχές, ψήλωσαν ασυνήθιστα πολύ. Έσπειρα δύο γραμμές στο έμπα του Φλεβάρη και άπλωσα στα αυλάκια λίγες φτυαριές κοπριά, απολύτως τίποτε άλλο δεν έκανα έκτοτε. Πέρασαν τρεις μήνες και η βραγιά τώρα μεταμορφώθηκε σε κήπο της αφθονίας. Η τσάντα γεμίζει γρήγορα, την άλλη Κυριακή, ίσως και την παράλλη, θα μαζέψω ξανά ένα από τα αγαπημένα μου ανοιξιάτικα λαχανικά. Αφήνω και αρκετές αμάζευτες πάντως, σε περίπου δύο μήνες θα συγκομίσω αρκετή ποσότητα από ένα όσπριο το οποίο δίνει την υπέρτατη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, φάβα.
Η παρόρμηση που προκαλεί η ανάμνησή της είναι ισχυρή, γυρίζω στο αχυρόσπιτό μου και μουλιάζω αμέσως δύο κούπες από τα περσινά. Τη φυσική γλυκύτητά τους αντισταθμίζω πάντοτε με πικρόχορτα, για την αυριανή πανδαισία θα κόψω ανθισμένες κορυφές «θαλασσοκράμβης» (sea kale στα αγγλικά, Crambe maritime για τη φυτολογία), ένα, ευρωπαϊκό μεν αλλά απόν από τη Μεσόγειο, αρχέγονο λάχανο με σπουδαία γεύση και ιστορία. Αξίζει σίγουρα μελλοντικώς μια εκτενέστερη αναφορά η ύπαρξή του, αναμφίβολα και μια θέση κάποτε στα ράφια των μανάβικων. Και με τα φρέσκα, ιδιαίτερα τρυφερά ακόμη, κουκιά τι θα κάνω; Χλωροκούκια στο τηγάνι για απόψε, ολόκληρα δηλαδή, με γαλέτα και φέτα από πάνω – δοκιμάστε τα, είναι όνειρο.

Στο ψυγείο τα κουκιά διατηρούνται για τουλάχιστον μία εβδομάδα, το επόμενο διάστημα θα τα παντρέψω, ξεκουκισμένα από τους λοβούς, με αγκινάρες και μάραθο, άπαντες ομνύουν πίστη σε τούτο τα παραδοσιακό λαδερό. Για να είμεθα ακριβείς, εξαιρούνται όσοι παρουσιάζουν την όχι πολύ σπάνια στη Μεσόγειο κληρονομική έλλειψη σε ένα συγκεκριμένο ένζυμο· αν τα καταναλώσουν, κινδυνεύουν από την εμφάνιση σοβαρού αιμολυτικού επεισοδίου. Ο φαβισμός (ή κυάμωση), όπως ονομάζεται τούτη η διαταραχή, ίσως να αποτελεί την αιτία της αρκετά διαδεδομένης στον αρχαίο κόσμο σχετικής απαγόρευσης. Οι ιερείς στην αρχαία Αίγυπτο τα θεωρούσαν μιαρά και φυσικά δεν τα έτρωγαν ποτέ, ενώ τις απόψεις τους υιοθέτησε ο φιλόσοφος και μαθηματικός Πυθαγόρας όταν μυήθηκε στα Μυστήριά τους. Ίσως πάντως, με τη γνωστή φράση «κυάμων απέχεσθαι», απέτρεπε απλώς τους μαθητές του από τη συμμετοχή στην πολιτική, καθώς τότε εξέλεγαν τους άρχοντες ρίχνοντας κουκιά στην κάλπη. Στη Σχολή, πάντως, που ίδρυσε στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας τα κουκιά ήταν απαγορευμένα ως τροφή, λόγω της αρνητικής επίδρασης που πίστευαν ότι έχουν στο σώμα και στον νου.
Ιδεαλιστικές ακρότητες, θαρρώ, οι οποίες δεν είχαν ποτέ μεγάλο αντίκτυπο, καθώς τα κουκιά, ξερά και χλωρά, ήταν ανέκαθεν ιδιαίτερα αγαπητά στον ελληνικό κόσμο. Η καλλιέργεια της κουκιάς ήταν ήδη γνωστή σε αρκετές περιοχές της Μεσογείου πριν από πέντε χιλιετίες, ενώ στην Ιλιάδα του Ομήρου εντοπίζουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στα κουκιά («κύαμοι μελανόχροες») καθώς και μια σύντομη περιγραφή του πώς τα λίχνιζαν με το δικράνι. Τα κουκιά που κατανάλωναν οι άνθρωποι αλλά και τα ζωντανά ήταν τότε μικρά, ίδια και απαράλλαχτα με το σημερινό κτηνοτροφικό κουκί (Vicia faba var. equina).
Στην Ιλιάδα του Ομήρου εντοπίζουμε την πρώτη γραπτή αναφορά στα κουκιά («κύαμοι μελανόχροες») καθώς και μια σύντομη περιγραφή του πώς τα λίχνιζαν με το δικράνι.
Η ποικιλία της κουκιάς (Vicia faba var. faba) με τα μεγάλα, καστανόχρωμα σπέρματα, που καλλιεργείται αποκλειστικώς για την ανθρώπινη διατροφή, εμφανίστηκε αργότερα, περίπου πριν από δεκαπέντε αιώνες. Από τις αρχές του 17ου αιώνα, όμως, το μεγαλύτερο μέρος των εκτάσεων που κατείχε η κουκιά στη Γηραιά Ήπειρο παραχωρήθηκε βαθμηδόν στα νεοφερμένα, από τον Νέο Κόσμο, είδη φασολιάς, λόγω κυρίως της ικανότητας των φασολιών να μαγειρεύονται πιο γρήγορα.
Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να ανακτήσουν ξανά τα κουκιά τη θέση που δικαιωματικά τους αξίζει, να τα ζητάμε περισσότερο και να τα απολαμβάνουμε τακτικά, ακολουθώντας τις παραδοσιακές ή και «πειραγμένες» συνταγές τους.

