Παλιά, λόγω της τετριμμένης φύσης και της απανταχού παρουσίας του, δεν τον εκτιμούσα και σπανίως τον χρησιμοποιούσα. Προτιμούσα, βλέπετε, ανέκαθεν πιο ασυνήθιστα και δυσεύρετα μυρωδικά, σαν το χλωρό κόλιαντρο ή τα φυλλαράκια του μοσχοσίταρου – φαίνεται πως η αναζήτηση του ασυνήθιστου όριζε τότε σε μεγάλο βαθμό την ενασχόλησή μου (και) με τη μαγειρική. Δεν νέρωσα και πολύ από τότε το κρασί μου, το παραδέχομαι, η σχέση μου όμως με τον μαϊντανό έχει ολότελα αλλάξει, σήμερα θα τη χαρακτήριζα ένθερμη. Έπρεπε όμως πρώτα να ξενιτευτώ για να τον αγαπήσω.

Τα φύλλα, σε μικρότερο βαθμό και οι σπόροι του, περιέχουν ένα αιθέριο έλαιο που διαθέτει διουρητικές, ορεκτικές, χωνευτικές και αντιφυσητικές ιδιότητες.
Ο μαϊντανός (Petroselinum crispum), ένα διετές φυτό που κατάγεται από την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, μπορεί να αποτελεί στις μέρες μας ένα από τα δημοφιλέστερα μυρωδικά παγκοσμίως, στην αρχαιότητα πάντως και μέχρι την Αναγέννηση τον αξιοποιούσαν κατά κύριο λόγο ως θεραπευτικό βότανο. Τα φύλλα, σε μικρότερο βαθμό και οι σπόροι του, περιέχουν ένα αιθέριο έλαιο που διαθέτει διουρητικές, ορεκτικές, χωνευτικές και αντιφυσητικές ιδιότητες, ενώ προσφέρει βοήθεια και σε πολλές παθήσεις του ουροποιητικού. Αποτελεί επίσης πλούσια πηγή βιταμινών, με πιο σημαντική την K, η οποία θωρακίζει την υγεία των οστών και προλαμβάνει την οστεοπόρωση – η συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία της περιέχεται σε μόλις μία κουταλιά ψιλοκομμένου μαϊντανού. Μόνο οι εγκυμονούσες και όσοι ακολουθούν αντιπηκτική αγωγή ή αποφεύγουν τα οξαλικά άλατα φρόνιμο είναι να περιορίσουν την κατανάλωσή του.

