Παλιά, λόγω της τετριμμένης φύσης και της απανταχού παρουσίας του, δεν τον εκτιμούσα και σπανίως τον χρησιμοποιούσα. Προτιμούσα, βλέπετε, ανέκαθεν πιο ασυνήθιστα και δυσεύρετα μυρωδικά, σαν το χλωρό κόλιαντρο ή τα φυλλαράκια του μοσχοσίταρου – φαίνεται πως η αναζήτηση του ασυνήθιστου όριζε τότε σε μεγάλο βαθμό την ενασχόλησή μου (και) με τη μαγειρική. Δεν νέρωσα και πολύ από τότε το κρασί μου, το παραδέχομαι, η σχέση μου όμως με τον μαϊντανό έχει ολότελα αλλάξει, σήμερα θα τη χαρακτήριζα ένθερμη. Έπρεπε όμως πρώτα να ξενιτευτώ για να τον αγαπήσω.
Στην επικράτεια του αυστηρού πρωτοκόλλου και της γερμανικής πειθαρχίας όπου ταλαιπωρήθηκα για χρόνια, οι φιλίες με τους ντόπιους δεν ήταν εύκολες, παρέα οι Έλληνες κάναμε κυρίως μεταξύ μας, τακιμιάζαμε πάντως εύκολα και με τους Μεσανατολίτες. Σε ένα τρελό πανηγύρι που στήθηκε για τον γάμο κάποιου Πέρση φίλου, σαγηνεύτηκα από την ανεπιτήδευτη χάρη των παρευρισκόμενων γυναικών και ταυτόχρονα λάτρεψα ένα από τα καταπληκτικά εδέσματα που μαγείρεψε η μητέρα του ομού μετά γιαγιάδων και θειάδων. Αφού γέμισα και άδειασα τρεις φορές το πιάτο μου, βρήκα χρόνο να ρωτήσω σχετικώς. Έμαθα λοιπόν πως λέγεται γκόρμε σαμπζί, το οποίο σημαίνει γιαχνερά μυρωδικά και θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά «εθνικά φαγητά» του Ιράν. Κύριο συστατικό του είναι ο μαϊντανός, ο οποίος μαγειρεύεται μαζί με κρεμμυδάκια και τα χόρτα της εκάστοτε εποχής, συμμετέχουν απαρεγκλίτως ξερά μοσχολέμονα και κοκκινοφάσουλα, στο τέλος ο υπέροχος συνδυασμός τους, αχ βαχ, σερβίρεται με πιλάφι. Το έχω φτιάξει μερικές φορές από τότε, θέλω πάντως δουλίτσα ακόμα για να φτάσει στο επίπεδο του θεϊκού προτύπου. Ετοιμάζω πάντως στο πι και φι εξαιρετικό ταμπούλε, στο οποίο ο άφθονος μαϊντανός δένει ονειρικά με πλιγούρι και ντομάτα – ας μην κομπάζω όμως, η συνταγή του είναι απλή και γρήγορη. Μυήθηκα στη λατρεία του, εκείνα πάνω κάτω τα χρόνια, από μια Λιβανέζα φίλη, αρχιέρεια της λεβαντίνικης μαγειρικής. Έφτασα μάλιστα σε τέτοιο βαθμό έρωτα μαζί της (με τη συνταγή και μόνο, φευ, εννοώ…), που, επειδή ο μαϊντανός τής εκεί αγοράς είναι εντελώς άοσμος, άρχισα καλοκαιριάτικα να τον καλλιεργώ σε ζαρντινιέρες. Η επιτυχία ήταν ανέλπιστα μεγάλη, χρειάζεται βεβαίως να κάνεις μέχρι και τρεις μήνες υπομονή και να μην ξεχνάς τα τακτικά ποτίσματα, ύστερα πάντως κόβεις και ξανακόβεις, για εβδομάδες ασταμάτητα. Τότε, από σπόρους υπήρχαν μόνο η καθιερωμένη πλατύφυλλη και η πιο κατάλληλη για γαστρονομικά στολίσματα, αλλά λιγότερο πικάντικη, σγουρή του ποικιλία, αμφότερες δεν ψηλώνουν παραπάνω από μια σπιθαμή. Σήμερα βρίσκουμε εύκολα και από τη γιγαντόσωμη εκδοχή που, επειδή φτάνει σε ύψος μέχρι τα εβδομήντα εκατοστά, είναι πιο παραγωγική, ενώ επίσης προσφέρεται περισσότερο για το παρατεταμένο μαγείρεμα, καθώς διατηρεί καλύτερα το άρωμά της και δεν πικρίζει. Αν διαθέτετε τον ελάχιστο χώρο που απαιτείται για να προκόψει στον κήπο ή στο μπαλκόνι σας ο μαϊντανός, προτείνω με τούτη την ποικιλία να ασχοληθείτε. Η άνοιξη που έρχεται προσφέρεται απολύτως για ένα ξεκίνημα, μπορείτε φυσικά να κερδίσετε χρόνο μεταφυτεύοντας σπορόφυτα.
Τα φύλλα, σε μικρότερο βαθμό και οι σπόροι του, περιέχουν ένα αιθέριο έλαιο που διαθέτει διουρητικές, ορεκτικές, χωνευτικές και αντιφυσητικές ιδιότητες.
Ο μαϊντανός (Petroselinum crispum), ένα διετές φυτό που κατάγεται από την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, μπορεί να αποτελεί στις μέρες μας ένα από τα δημοφιλέστερα μυρωδικά παγκοσμίως, στην αρχαιότητα πάντως και μέχρι την Αναγέννηση τον αξιοποιούσαν κατά κύριο λόγο ως θεραπευτικό βότανο. Τα φύλλα, σε μικρότερο βαθμό και οι σπόροι του, περιέχουν ένα αιθέριο έλαιο που διαθέτει διουρητικές, ορεκτικές, χωνευτικές και αντιφυσητικές ιδιότητες, ενώ προσφέρει βοήθεια και σε πολλές παθήσεις του ουροποιητικού. Αποτελεί επίσης πλούσια πηγή βιταμινών, με πιο σημαντική την K, η οποία θωρακίζει την υγεία των οστών και προλαμβάνει την οστεοπόρωση – η συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία της περιέχεται σε μόλις μία κουταλιά ψιλοκομμένου μαϊντανού. Μόνο οι εγκυμονούσες και όσοι ακολουθούν αντιπηκτική αγωγή ή αποφεύγουν τα οξαλικά άλατα φρόνιμο είναι να περιορίσουν την κατανάλωσή του.

