«Μια χιονόλευκη ανθοδέσμη για τις δέσποινες του οίκου» ανακοίνωσα, χαμογελώντας πλατιά, τη στιγμή της προσφοράς. Τη δέχτηκε εγκάρδια, χωρίς έκπληξη πάντως, καθώς ήταν από μέρες κανονισμένο να μαγειρέψουμε μαζί μέσα στις γιορτές, ώστε να πειστεί επιτέλους η νεάνιδα κόρη της ότι η υγιεινή μαγειρική δεν είναι υποχρεωτικώς άνοστη. Οι σφιχτές ταξιανθίες είχαν κοπεί μόλις πριν από λίγες ώρες, διαπίστωσα μάλιστα ότι ήταν δυστυχώς από τις τελευταίες στη βραγιά. Το ερχόμενο φθινόπωρο σκοπεύω να προσφέρω περισσότερο χώρο στο κουνουπίδι, δεν θα την ξαναπατήσω όπως φέτος που, ειδικά αφότου ανακάλυψα τη σπουδαία βελουτέ σούπα που δίνει όταν συνδυάζεται με γάλα καρύδας, είδα τις γραμμές του να αραιώνουν ταχύτατα. Δεν σκοπεύαμε όμως να μαγειρέψουμε σούπα με τη φίλη μου, η κόρη της θα αρνιόταν πεισματικά να τη δοκιμάσει. Καταφύγαμε έτσι στη δοκιμασμένη λύση του βιεννέζικου παναρίσματος. Χωρίσαμε λοιπόν το κουνουπίδι σε μπουκετάκια και τα περάσαμε αρχικώς από αλεύρι, στη συνέχεια χρίστηκαν με αυγό που είχε χτυπηθεί μαζί με αλάτι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο και καυτερή πάπρικα, και στο τέλος τα βουτήξαμε στη γαλέτα. Τα ψήσαμε για είκοσι λεπτά σε φριτέζα αέρος (με γυάλινο δοχείο – η φίλη είναι ομοϊδεάτισσα), αφού αλείφτηκαν πρώτα με ελάχιστο ελαιόλαδο. Τα απολαύσαμε συνοδεία στραγγιστού γιαουρτιού στο οποίο προσθέσαμε αρκετό ψιλοκομμένο άνηθο. Η μικρή πράγματι ενθουσιάστηκε από τη νοστιμιά τους, έφαγε πολύ παραπάνω απ’ όσο συνηθίζει και επανειλημμένως με συνεχάρη. Ως μάγειρα βεβαίως μόνο, οι αγρότες παραμένουν εσαεί αθέατοι κομπάρσοι στη διαδικασία παραγωγής των εδεσμάτων. Παρότι πολύ περισσότερο χρόνο ξοδεύουν, υπέρμετρα μεγάλα ρίσκα παίρνουν και ελάχιστα αμείβονται σε σύγκριση με τους δαφνοστεφανωμένους σεφ. Ας το θυμόμαστε αυτό, ειδικά τώρα που παλεύουν για τα δίκια τους αλλά και για να διατηρηθεί (το ελπίζω, χωρίς πάντως πια να το πιστεύω) ζωντανή η πρωτογενής παραγωγή της χώρας μας.
Αν διαθέτετε κήπο ή έχετε μεγάλες γλάστρες, προμηθευτείτε φθινοπωριάτικα τα σπορόφυτά του.


