Αγαπώ πολύ τις αχλαδιές και ξέρω πώς να τις φροντίζω. Φέτος πάντως δεν μου έκαναν τη χάρη· απ’ όλες μαζί τις ποικιλίες, θερινές και φθινοπωρινές, μάζεψα μόλις ένα τελάρο αχλάδια. Δεν παραπονιέμαι όμως, ήταν απολαυστικά, ενώ είχαν και διδακτική επίδραση πάνω μου. Να ασκηθώ παραπάνω στην αρετή της ολιγάρκειας ήταν το μήνυμα που ως ψίθυρο έστειλαν τα δέντρα. Δεν ακούγεται βεβαίως εύκολα κάτω από τις νικητήριες ιαχές, τα σαλπίσματα της απληστίας και τον θρήνο των ηττημένων που χαλούν τον κόσμο. Κάπως έτσι θυμήθηκα και σας παρουσιάζω ένα παραμύθι από την ογκώδη συλλογή Παράξενες ιστορίες απ’ το κινέζικο σπουδαστήριο του Που Σονγκλίνγκ (εκδ. Αιώρα), ενός Κινέζου συγγραφέα του 17ου αιώνα, για τη ζωή του οποίου ελάχιστα είναι γνωστά. Στις περισσότερες από αυτές σατιρίζει ανθρώπινες αδυναμίες και καταφέρεται ενάντια στην κοινωνική αδικία της εποχής του. Αλλά και κάθε, φαίνεται, εποχής, γι’ αυτό διαβάζονται σήμερα μεταφρασμένες σε πολλές γλώσσες.

Ένα βλαστάρι ξεπετάχτηκε. Ψήλωνε γρήγορα, μέχρι που έγινε μεγάλο δέντρο, με χοντρά κλαδιά και πυκνό φύλλωμα. Άνθισε για μια στιγμή και αμέσως μετά γέμισε αχλάδια, μεγάλα, γινωμένα και ζουμερά.
Ανάμεσα στο πλήθος βρισκόταν και ο χωρικός, που για να δει καλύτερα έσπρωχνε τους μπροστινούς του και σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών του. Είχε όμως ολότελα ξεχάσει το εμπόρευμά του. Μόλις έφυγε ο ιερέας και γύρισε στο κάρο, του κόπηκαν τα γόνατα. Γιατί ήταν εντελώς αδειανό. Και σκέφτηκε τότε πως τα αχλάδια που ’χε φάει ο κόσμος μπορεί να ήταν τα δικά του. Είδε επίσης πως έλειπε ένα απ’ τα δύο ξύλινα χερούλια του κάρου. Ψάχνοντας το βρήκε μπροστά από έναν μαντρότοιχο. Και τότε κατάλαβε πως η αχλαδιά που φανερώθηκε μπροστά τους ήταν τούτο το χερούλι. Ο ιερέας ήταν άφαντος και όλοι στο παζάρι γελούσαν με την καρδιά τους για το πάθημα του χωρικού.

