Φωτογραφία: Αλίνα Λέφα
Τα μελίσσια στον αγρό μου εργάζονται υπερωριακά και μοιάζουν λιγότερο επιθετικά από ποτέ, σημάδι πως ευδαιμονούν. Οι μελισσοκόμοι, ντόπιοι και νομάδες, τρίβουν κρυφίως τα χέρια τους, επειδή στην πλειονότητά τους είναι προληπτικοί και άρα μετρημένοι στα λόγια. Δεν χωράει πάντως αμφιβολία πως οι κερήθρες ήδη γεμίζουν, στα τέλη του επόμενου μήνα οι φίλοι μου θα τρυγήσουν μεγάλες ποσότητες από πευκοθύμαρο, το εκλεκτό μέλι που βγάζει το βουνό. Τούτο φυσικά οφείλεται στο ότι το θυμάρι ευνοήθηκε από τις ανοιξιάτικες βροχές και από την απουσία, μέχρι τώρα τουλάχιστον, του λίβα που στερεύει απότομα το νέκταρ. Περπάτησα κυριακάτικα μέχρι τον μικρό, πετρώδη θυμαρότοπο που έχω εντοπίσει· ποτέ δεν είχα θαυμάσει την ανθοφορία του πιο εντυπωσιακή. Χρειάζομαι πού και πού να λαμβάνω τέτοιες γενναίες δόσεις ακατάβλητης ομορφιάς, ως αντιστάθμισμα, θαρρώ, της ανθρωποφαγίας που μαίνεται γύρω μας. Ρούφηξα και τη δυνατή ευωδιά του, με βοήθησε να θυμηθώ πως η αγάπη είναι απέραντη και η ελπίδα δεν ηττήθηκε οριστικά.

Η ελληνική μαγειρική σχεδόν δεν το γνωρίζει, καθώς χρησιμοποιεί κατά κόρον τη ρίγανη και λιγότερο το θρούμπι, με τα οποία μοιάζει αρκετά.
Από δυνάμεις το θυμάρι διαθέτει αρκετές, ενώ πολλαπλάσιες είναι οι χρήσεις του. Στο σπίτι μπορούμε εύκολα να αξιοποιήσουμε τις αντισηπτικές ιδιότητές του, παρασκευάζοντας ένα ανακουφιστικό για τον πονόλαιμο έγχυμα, που δρα γρήγορα όταν κάνουμε με αυτό συχνούς γαργαρισμούς. Η ελληνική μαγειρική σχεδόν δεν το γνωρίζει, καθώς χρησιμοποιεί κατά κόρον τη ρίγανη και λιγότερο το θρούμπι, με τα οποία μοιάζει αρκετά, ταιριάζει πάντως πολύ σε σούπες, όσπρια, κόκκινες σάλτσες και λευκά τυριά. Ένα βαζάκι με ζάταρ, τον μεσανατολίτικο συνδυασμό του με σουμάκι και σουσάμι, δεν λείπει ποτέ από το ράφι με τα καρυκεύματά μου. Αρκεί να το ανακατέψω με ελαιόλαδο και να περιχύσω με το μείγμα τα ατμομαγειρεμένα λαχανικά ή να αλείψω τις χειροποίητες ινδικές πίτες με τις οποίες καταγίνομαι τελευταία, ώστε να συνδεθώ αυθωρεί με τη στοργική τραχύτητα του μεσογειακού τοπίου.

