Αγαπάτε πολύ τα φυτά και τα καταφέρνετε εξαιρετικά στην περιποίησή τους. Μάθατε να τα κλαδεύετε σωστά, αναπαράγετε ορισμένα με μοσχεύματα, σας επαινούν για τον θαλερό σας κήπο; Λαμπρά! Δεν απομένει παρά να υποβληθείτε σε μια μικρή δοκιμασία, αν επιθυμείτε να φέρετε επάξια τον τίτλο του «πράσινου χεριού»: να διατηρήσετε εν ζωή, για δύο καλοκαίρια, ένα από τα πιο απαιτητικά και ευαίσθητα φυτά, την αειθαλή γαρδένια (Gardenia jasminoides). Δεν θα ’ναι εύκολο, καθώς είναι το καλλωπιστικό που μαραίνεται συχνότερα από κάθε άλλο, συχνά μάλιστα τόσο ξαφνικά, ώστε δεν υπάρχουν περιθώρια για διορθωτικούς χειρισμούς.
Θα αναρωτηθεί ίσως κάποιος: ποιος λόγος υπάρχει λοιπόν για να ασχοληθεί κανείς μ’ ένα τόσο δύστροπο πλάσμα; Η εύλογη απορία του θα απαντηθεί εμφατικά αν μυρίσει ένα από τα ολόλευκα, ευμεγέθη, συνήθως διπλά λουλούδια της. Σμίγοντας νότες από την ευωδιά της νεραντζιάς, του αγιοκλήματος και του γιασεμιού, αποπνέει το πιο μεθυστικό μοσκοβόλημα της μεσογειακής κηποκομίας. Δεν αποτελεί όμως γέννημα της περιοχής μας, καθώς στην άγρια μορφή της ευδοκιμεί σε όχθες ποταμών και πλαγιές βουνών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Παρότι η καλλιέργειά της ξεκίνησε στην Κίνα πριν από περίπου χίλια χρόνια, στη Δύση έφτασε μόλις πριν από δύο αιώνες. Ήταν όμως τέτοιος ο ενθουσιασμός που προκάλεσε στις τάξεις των φιλανθών και τόσο ραγδαία η διάδοσή της, που σήμερα καταγράφονται αρκετές δεκάδες ποικιλίες της, οι οποίες ταξινομούνται βάσει κυρίως των διαφορετικών μορφών που έχουν τα άνθη τους.

Όσον αφορά τη θέση που προτιμά, επιλέξτε ένα ημισκιερό σημείο, καθώς η απευθείας έκθεση στον ήλιο την καταβάλλει ταχύτατα. Μέσα στο καταχείμωνο προφυλάξτε την οπωσδήποτε από τον παγετό. Σημειωτέον, τέλος, ότι ως ιδιότροπο φυτό που είναι, δεν αγαπά τις αλλαγές θέσεων και συχνά αντιδρά σε αυτές με έντονη φυλλόπτωση.

