Για μεγάλα χρονικά διαστήματα ζω, με σχεδόν απόλυτη την έννοια του όρου, μακριά από την πόλη. Κατοικώ σε ένα μικρό αγροτόσπιτο που βρίσκεται εντός μεγάλου ξέφωτου, περικυκλωμένο από ένα γερασμένο πευκοδάσος. Έχω βιώσει μέχρι τώρα δύο φορές την αγωνία της επελαύνουσας δασικής πυρκαγιάς, αλλά υπήρξα και μάρτυρας των τεράστιων δυνατοτήτων κατάσβεσής της που διαθέτουν οι τοπικές κοινωνίες. Γνωρίζω πως η σχέση του μεσογειακού δάσους με τη φωτιά είναι υπαρξιακή, βλέπω επίσης πόσο ελπιδοφόρα εξελίσσεται η φυσική αναγέννηση στις καμένες πλαγιές του βουνού που αγαπώ. Δεν είμαι ειδικός επί του αντικειμένου, έχω όμως διαμορφώσει γνώμη σχετικά με το πώς και το πότε της διαχείρισης και των επεμβάσεων που θα ήταν φρόνιμο να γίνονται.

Στα ελληνικά φυτώρια συναντάμε, εκτός από την αριά, τη χνοώδη βελανιδιά (Q. ithaburensis ssp. macrolepis), το κατάλληλο για βορειότερα μέρη ρουπάκι (Q. robur) και το παραγνωρισμένο πουρνάρι (Q. coccifera). Γίνονται όλα επιβλητικά, είναι πολύτιμα για τη βιοποικιλότητα, μέχρι πριν από λίγες γενιές ήταν και για την οικονομία. Δεν είναι τυχαίο ασφαλώς που για τους αρχαίους κατοίκους αυτού του τόπου όλα τα είδη δρυός ήταν ιερά, ενώ μέσα από το θρόισμα των φύλλων μιας βελανιδιάς ο Δίας αποκάλυπτε στους προσκυνητές του μαντείου της Δωδώνης τα μελλούμενα. Ας ευχηθούμε να είναι αίσια για την περίπτωσή μας…

