Πάντοτε όταν γράφω για κάποιο φυτό, για την ιστορία, τις ιδιότητες ή τη φροντίδα που χρειάζεται, επιδιώκω πρώτα να συνδέομαι μαζί του στο υλικό πεδίο. Κόβω ένα λουλούδι ή ένα φύλλο από τον κήπο, κλείνω τα μάτια και το μυρίζω βαθιά. Με αυτόν τον τρόπο έμαθα να ακούω και να θυμάμαι. Έτσι, έκοψα ένα φυλλαράκι αρμπαρόριζας (Pelargonium odoratissimum) από τη γλάστρα, πρόσθεσα για μια πινελιά αναψυκτικής ξινάδας λίγο καρκαντέ (έτσι ονομάζεται στα μπαχαροπωλεία ο βυσσινόχρους κάλυκας ενός αφρικανικού είδους ιβίσκου) και τα περιέχυσα με βραστό νερό. Το έγχυμά τους έχει άρωμα απολαυστικό και γεύση πλούσια, με νότες από τριαντάφυλλο, πορτοκάλι και μήλο. Μετά από λίγο χαλάρωσε η διάθεσή μου· ποιος δεν το θέλει αυτό;
Και όμως, πολλοί επιμένουν πως η αρμπαρόριζα τους προκαλεί διέγερση, ενώ σε σχέση με την ευωδιά που αναδίδει οι γνώμες καλύπτουν τεράστιο εύρος. Το παράδοξο αυτό εξηγείται πάντως εύκολα: στα φύλλα της η αρμπαρόριζα συνθέτει ουσίες με ηρεμιστική επίδραση, αλλά και άλλες με τονωτική. Ανάλογα λοιπόν με την ευαισθησία του καθενός σε αυτές, ενδεχομένως και τις προσωπικές του ανάγκες, κάποιες εκδηλώνονται εντονότερα. Φυσικά, σημαντικός είναι και ο ρόλος των συνθηκών καλλιέργειας, καθώς έδαφος, κλίμα και άρδευση επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως, λόγω της μεγάλης δημοφιλίας που απολαμβάνει παγκοσμίως η αρμπαρόριζα, δημιουργήθηκαν μετά από αλλεπάλληλες διασταυρώσεις πολλές ποικιλίες που εμφανίζουν σημαντικές διαφορές στα χαρακτηριστικά τους.

Αφού δοκίμασα πολλές συνταγές, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι σμίγει ακαταμάχητα ως προς το αποτέλεσμα κυρίως με το κυδώνι, το σταφύλι, το βύσσινο και τη φράουλα. Μπορείτε να πειραματιστείτε και εσείς με τα εποχικά φρούτα, προσθέτοντας προς το τέλος του «δεσίματος» δυο-τρία νωπά φύλλα της για κάθε κιλό οπωρικής ύλης.

