Αποφεύγω ανέκαθεν τη χρήση του όρου «ζιζάνιο», καθόσον αποτελεί παράγωγο μιας χρησιμοθηρικής ματιάς απέναντι στη φύση. Στο περιβόλι μου, λοιπόν, ανοιξιάτικα αφθονούν οι όμορφες, λευκές ταξιανθίες του άγριου καρότου (Daucus carota) – πρόκειται για «σκιάδια», όπως θα θυμάστε, αν στα μαθητικά σας χρόνια βρίσκατε συναρπαστική τη φυτολογία. Η επίπεδη επιφάνειά τους προσελκύει πλήθος από ωφέλιμα έντομα, θηρευτές άλλων βλαπτικών, καθώς και επικονιαστές, τείνοντάς μου έτσι χείρα βοηθείας. Και τούτο όμως αν δεν ίσχυε, δεν θα μου έκανε καρδιά να τα περιλάβω με την τσάπα. Είναι μάλιστα τόσο κομψά που, σε συνδυασμό με λίγα μεστωμένα στάχυα, γεμίζω με αυτά τα βάζα που στολίζουν τα υπαίθρια τραπεζώματα της εποχής.

Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάτε αν αποφασίσετε να μαζέψετε τους σπόρους του, είναι ότι εμφανίζει κάποια ομοιότητα με το άκρως τοξικό κώνειο (Conium maculatum). Δεν είναι πάντως λίγες οι διαφορές ανάμεσά τους, με κυριότερες ότι το κώνειο μυρίζει δυσάρεστα και έχει βλαστό λείο, στικτό, ενώ το άγριο καρότο έχει άρωμα καρότου και ο βλαστός του είναι τριχωτός.
Διαθέτει και άλλα αξιοσημείωτα ταλέντα, πέραν του καλλωπιστικού. Στην Κρήτη διατηρούν την αρχαιοελληνική συνήθεια της κατανάλωσης των βρασμένων φύλλων και βλαστών του που συλλέγονται πριν από την άνθιση, σπανιότερα και της ινώδους ρίζας του. Το έγχυμα των αποξηραμένων φύλλων του βρίσκει εφαρμογές στη φυτοθεραπεία, ενώ το αλμυρό στην τιμή αιθέριο έλαιο των σπόρων του συμμετέχει στην παραγωγή ευγενών αρωμάτων και καλλυντικών με φημολογούμενη αντιρυτιδική δράση.

