Η καμέλια(Camellia japonica) είναι ένας αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος που λατρεύεται στην Ελλάδα χάρη στα άοσμα μεν, αλλά μεγάλα και πανέμορφα άνθη του. Εδώ και πολλές δεκαετίες ρίζωσε στα χώματά μας ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, στις γλάστρες μας, καθώς είναι είδος οξύφιλο και αποτελεί δεδομένο πως οι περιοχές με όξινα χώματα είναι σπάνιες στη χώρα μας. Επίσης ζορίζεται αρκετά όταν εκτίθεται στον καυτό ήλιο ή πλήττεται από τον δυνατό άνεμο, αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως απαιτείται φροντίδα για να παραμείνει θαλερή στις κλιματικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα μας. Υπάρχει όμως ένα άλλο είδος καμέλιας (C. sasanqua), γνωστή στους φίλους της ως «αγριοκαμέλια», της οποίας η δημοφιλία αυξάνεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια. Τούτο οφείλεται κυρίως στην ικανότητά της να αντέχει παραπάνω στον ήλιο και στη ζέστη, ενώ διαθέτει ακόμα ένα πλεονέκτημα συγκριτικά με την προηγούμενη: τα άνθη της αποπνέουν μια ντελικάτη, γλυκιά ευωδιά. Είναι μεν μικρότερα, συνήθως μονά (με μια σειρά πετάλων) και σπανιότερα ημίδιπλα (με διπλή ή τριπλή σειρά), εμφανίζονται όμως σε ασυνήθιστα μεγάλους αριθμούς, και μάλιστα πολύ νωρίτερα, ακόμα και στην καρδιά μιας εποχής λειψής σε χρώμα, του χειμώνα. Ας τελειώσουμε όμως εδώ με τη συγκριτική παράθεση γνωρισμάτων, για να εστιάσουμε στην περιπετειώδη διαδρομή που ακολούθησε ένα άγριο φυτό μέχρι την παγκόσμια αναγνώριση.

Η μορφή της αγριοκαμέλιας είναι πιο χαλαρή και «αέρινη» από ό,τι της κλασικής, προσφέρεται έτσι για τη μετατροπή μιας άχαρης γωνιάς σε εστία ενδιαφέροντος. Χάρη στους σχετικώς εύκαμπτους βλαστούς της, δεν θα δυσκολευτείτε επίσης να προτρέψετε την ανάπτυξή της μπροστά από έναν μουντό τοίχο και τη ριζική, έτσι, μεταμόρφωσή του σε διάστημα λίγων χρόνων.

*αφορούν την Camellia sasanqua
