Πριν από λίγο καιρό, εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μου ένα δυσάρεστο επεισόδιο, από αυτά που μαθαίνουμε ότι δεν είναι πλέον σπάνια στη χώρα μας. Το μέχρι προχθές προσφυγοχώρι και σήμερα ήσυχη περιοχή των βορείων προαστίων όπου κατοικώ αναστατώθηκε από μια σφοδρή, κανονισμένη από πριν προφανώς, σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ομάδες νεαρών, εξοπλισμένων με καδρόνια. Με αναστάτωσε αρκετά τούτο το συμβάν και με έβαλε για καιρό σε σκέψεις σχετικά με τα αίτια της νεανικής βιαιοπραγίας. Μάλιστα, θυμήθηκα και τις δικές μου εφηβικές ακρότητες· φαίνεται ότι μάλλον δεν γεννήθηκα πασιφιστής.

Διαθέτει, βλέπετε, πολλά πλεονεκτήματα: είναι αειθαλής, με σκουροπράσινα, δερματώδη και γυαλιστερά φύλλα, έχει προσιτή τιμή, όταν ανθίζει ανοιξιάτικα ευωδιάζει όπως τα εσπεριδοειδή, προσαρμόζεται ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ επίσης αντέχει πολύ στην ατμοσφαιρική ρύπανση και στις παραθαλάσσιες φυτεύσεις.
Ετσι εξαπλώθηκε σχετικά γρήγορα σε πολλές περιοχές του πλανήτη από τότε, στα τέλη του 17ου αιώνα, που ο Γερμανός φυσιοδίφης, γιατρός και εξερευνητής Ένγκελμπερτ Κέμπφερ την «ανακάλυψε» στο ιαπωνικό σήμερα σύμπλεγμα των νήσων Ριού Κιού. Μεταχειρίστηκε μάλιστα και το τοπικό της όνομα, «τομπέρα», πειράζοντας λιγάκι ένα φωνήεν, για να βαφτίσει επιστημονικά το μέχρι τότε άγνωστο στη Δύση νέο είδος. Διεθνώς σήμερα κυκλοφορεί τουλάχιστον μία ντουζίνα ποικιλιών της αγγελικής. Στα ελληνικά φυτώρια, εκτός από την κοινή της μορφή, που σε ύψος και διάμετρο συνήθως δεν υπερβαίνει τα τρία μέτρα, βρίσκουμε ακόμα μόνο την ιδίων διαστάσεων ποικιλόχροη (πανασέ), με τις χαρακτηριστικές λευκές κηλίδες στα φύλλα, καθώς και τη νάνα, που λαμβάνει το σχήμα σφαίρας διαμέτρου περίπου 90 εκατοστών. Η τελευταία είναι ιδανική για καλλιέργεια σε γλάστρα, οι άλλες δύο προσφέρονται για μεμονωμένη φύτευση αλλά και πυκνή ομαδική, όταν στόχος μας είναι η δημιουργία ενός ψηλού φράχτη που να παραμένει καταπράσινος όλο τον χρόνο.

