Είχε μια βερικοκιά στην αυλή της η γιαγιά μου. Όταν ήμουν μια σταλιά και ζητούσα να βγω να παίξω με τα άλλα πιτσιρίκια της γειτονιάς, μου έβαζε καπέλο και ένα βερίκοκο στη χούφτα. Πορτοκαλοκόκκινο, αναψοκοκκινισμένο θαρρείς από τον ήλιο. Καλοκαίρι χνουδωτό στο χέρι. Όποτε βλέπω τα εν λόγω φρούτα απλωμένα στους πάγκους της λαϊκής πάντα μου ’ρχεται αυτή η εικόνα στο μυαλό. Μαζί με εκείνα τα πλυμένα στη θάλασσα βερίκοκα –με μια στάλα αλμύρα– που τρώγαμε μετά τις βουτιές και το μπισκοτογλυκό που σκάρωνε με μαρμελάδα βερίκοκο η μητέρα μου όταν ομαδόν ζητούσαμε γλυκάκι.
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

