Ο Γιώργος Σκούρας κατάγεται από το «Ελ Ντοράντο» του κρασιού, όπως αποκαλεί ο ίδιος τη γη του Αγιωργίτικου. Σπούδασε Οινολογία στην Καμπανία και στην Ντιζόν, και επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ξεκίνησε την καριέρα του στην Κεφαλονιά. Λίγο αργότερα, καβάλα σε μια μηχανή μοτοκρός, όργωσε την Αργολίδα και χαρτογράφησε όλα τα αμπέλια της Νεμέας. «Το μεγάλο μυστικό της επιτυχίας μου είναι αυτή η μηχανή», λέει γελώντας. «Με οδήγησε στους τόπους που αγάπησα και επέλεξα για να φτιάξω αμπελώνες». Το 1983, σε ένα αυτοσχέδιο οινοποιείο στις αποθήκες του πατέρα του, έγραψε ιστορία οινοποιώντας ένα πρωτοφανές χαρμάνι από Αγιωργίτικο και Cabernet Sauvignon, το οποίο έκανε ντεμπούτο στην αγορά το 1988. Επρόκειτο για τον περίφημο «Μέγα Οίνο», ένα κρασί που παράγεται από σταφύλια από το αμπέλι Μεγαβούνι, στο ομώνυμο βουνό, και απεδείχθη διαχρονικό, αποτελώντας ακόμα και τώρα τη ναυαρχίδα του οινοποιείου. «Μου αρέσει να υπηρετώ μια κλασική ιδέα, αμετάβλητη», λέει ο ίδιος. Το 1997 δημιουργήθηκε το δεύτερο οινοποιείο του Κτήματος, στο Γυμνό Νεμέας, που αργότερα μεταφέρθηκε στο Μαλανδρένι, λίγο έξω από το Άργος, στις σύγχρονες εγκαταστάσεις όπου στεγάζεται μέχρι και σήμερα. Τα κρασιά που ακολούθησαν τον Μέγα Οίνο, δημιουργημένα με την ίδια φιλοσοφία, συνεπή και αντιπροσωπευτικά του κλασικού στιλ που πρεσβεύει το οινοποιείο Σκούρα, είναι στο σύνολό τους αναγνωρίσιμα και τα περισσότερα, όπως λόγου χάρη η Αρμύρα, η Νεμέα Grande Cuvée, τα δύο Viognier (Eclectique και Cuvée Larsinos), ο Λαβύρινθος, το Σύνορο, έγιναν συν τω χρόνω καθιερωμένες αξίες στο πάνθεον των σπουδαίων ελληνικών κρασιών. Σήμερα, στο υπερσύγχρονο, επισκέψιμο οινοποιείο με το θρυλικό κελάρι των 1.000 βαρελιών, η παραγωγή τους φτάνει περίπου στις 850.000 φιάλες, μοιρασμένες σε 18 ετικέτες, εκ των οποίων εξάγεται περί το 40%.
Διαβάστε τη συνέχεια στον Γαστρονόμο

