Eπιχείρηση εξόντωσης του Καντάφι

Καθώς οι σχέσεις ΗΠΑ - Λιβύης φθάνουν στο ναδίρ, αμερικανικά μαχητικά βομβαρδίζουν την πρωτεύουσα, τη Βεγγάζη, αλλά και την οικία του Λίβυου ηγέτη

7' 31" χρόνος ανάγνωσης

Κατά τη δεκαετία του 1980, οι σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Λιβύης του Μουαμάρ Καντάφι εισήλθαν σε μια περίοδο έντονης και διαρκούς αντιπαράθεσης, η οποία αποτέλεσε συνέχεια του ήδη τεταμένου κλίματος της δεκαετίας του 1970. Κάποιες προσπάθειες προσέγγισης που είχε αναλάβει η προεδρία Κάρτερ το 1977-1978 ναυάγησαν, καθώς ο Καντάφι στήριξε ανοικτά την Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν, υιοθέτησε μαχητική στάση στο Παλαιστινιακό, απέρριψε κάθε προοπτική ειρήνευσης με το Ισραήλ και ενίσχυσε ποικίλες ένοπλες και τρομοκρατικές οργανώσεις.

Παράλληλα, η Λιβύη κατηγορήθηκε ότι προωθούσε το ριζοσπαστικό Ισλάμ σε γειτονικά κράτη και ότι παρείχε καταφύγιο, εκπαίδευση και χρηματοδότηση σε οργανώσεις που δρούσαν κατά δυτικών συμφερόντων. Το αποκορύφωμα της κρίσης την περίοδο αυτή ήταν η επίθεση Λίβυων σπουδαστών στην αμερικανική πρεσβεία στην Τρίπολη το 1979 και το επακόλουθο κλείσιμο των πρεσβειών των δύο χωρών το 1980-1981.

Μείζων απειλή για την Ουάσιγκτον

Η εκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν σηματοδότησε ριζική σκλήρυνση της αμερικανικής πολιτικής έναντι της Λιβύης. Ο νέος πρόεδρος αντιμετώπισε τον Καντάφι ως μείζονα απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα και τη διεθνή ασφάλεια, σχεδόν ισοδύναμη με εκείνη του καθεστώτος Χομεϊνί στο Ιράν. Στο πλαίσιο μιας γενικότερης στρατηγικής επίδειξης ισχύος στη Μέση Ανατολή και στη Μεσόγειο, η Ουάσιγκτον επιδίωξε τη διεθνή απομόνωση της Λιβύης και την απονομιμοποίηση του καθεστώτος της, μην αποκλείοντας ακόμη και το ενδεχόμενο ανατροπής του.

Αρνητικοί οι Ευρωπαίοι – Η αμερικανική αεροπορική επίθεση αποδείχθηκε αρκετά απαιτητικό εγχείρημα, καθώς οι ΗΠΑ δεν έλαβαν άδεια διέλευσης από τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία, ούτε άδεια χρήσης των βάσεων στην ηπειρωτική Ευρώπη (τα αεροσκάφη απογειώθηκαν από τη Βρετανία και απονηώθηκαν από αεροπλανοφόρα).

Ετσι, ήδη κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου της διακυβέρνησής της, η κυβέρνηση Ρέιγκαν υποβάθμισε δραματικά τις διπλωματικές σχέσεις με τη Λιβύη. Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της αμερικανικής στάσης έπαιξε και το ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Οι στενές σχέσεις της Λιβύης με τη Σοβιετική Ενωση, η μαζική προμήθεια σοβιετικών όπλων και η συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας ενίσχυσαν τις αμερικανικές ανησυχίες, παρότι ο Καντάφι δεν αποτελούσε σοβιετικό «πιόνι» (πράγματι, ο τελευταίος είχε τη δική του ατζέντα στα διεθνή ζητήματα και ήταν αντικομμουνιστής, ενώ και το Κρεμλίνο δεν επιθυμούσε να συνδεθεί στενά με έναν τόσο απρόβλεπτο ηγέτη).

Παράλληλα, οι ΗΠΑ επικεντρώθηκαν και στην ιδεολογική διάσταση της πολιτικής του, με Αμερικανούς αξιωματούχους να θεωρούν ότι επιδίωκε τη δημιουργία ενός παναραβικού και ευρύτερου ισλαμιστικού πολιτικού μορφώματος, που θα απειλούσε τα φιλοδυτικά καθεστώτα της περιοχής. Επίσης, η αμερικανική κυβέρνηση έλαβε, σε διάφορες φάσεις και αρχής γενομένης από το 1981, μια σειρά οικονομικών κυρώσεων εναντίον της Λιβύης.

Εκατοντάδες Αμερικανοί που εργάζονταν στη λιβυκή πετρελαϊκή βιομηχανία εγκατέλειψαν τη Λιβύη, ενώ τον Μάρτιο του 1982 οι ΗΠΑ επέβαλαν πλήρη απαγόρευση στην εξαγωγή εξοπλισμού σχετιζομένου με την εξόρυξη και επεξεργασία πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και σημαντικούς περιορισμούς στην εξαγωγή όλων των αμερικανικών αγαθών που προορίζονταν για τη Λιβύη (εκτός από τρόφιμα, φάρμακα και ιατρικά προϊόντα).

Οικονομικό εμπάργκο – Η Ουάσιγκτον απαγόρευσε την εισαγωγή όλων των λιβυκών πετρελαϊκών προϊόντων, δέσμευσε εκατοντάδες εκατ. δολάρια λιβυκών περιουσιακών στοιχείων σε αμερικανικές τράπεζες και προχώρησε στην επιβολή πλήρους απαγόρευσης όλων των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών με τη Λιβύη.

Το τετράμηνο Νοεμβρίου 1985 – Φεβρουαρίου 1986 η Ουάσιγκτον κλιμάκωσε τις οικονομικές πιέσεις και κυρώσεις: αρχικά, απαγόρευσε πλήρως την εισαγωγή όλων των λιβυκών πετρελαϊκών προϊόντων, δέσμευσε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια λιβυκών περιουσιακών στοιχείων σε αμερικανικές τράπεζες και θυγατρικές τους και προχώρησε στην επιβολή πλήρους απαγόρευσης όλων των εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών με το καθεστώς Καντάφι.

Οι αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις διατηρήθηκαν και στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990. Οι αμερικανικές ενέργειες συνδυάστηκαν με μυστικές επιχειρήσεις που ενέκρινε ο Ρέιγκαν. Εκείνες περιελάμβαναν προπαγανδιστικό και ψυχολογικό πόλεμο εναντίον του καθεστώτος Καντάφι, καθώς και τη χορήγηση ποικίλης αρωγής σε εξόριστες αντικαθεστωτικές ομάδες. Η δράση των Λίβυων αντικαθεστωτικών, πάντως, δεν σημείωσε τότε κάποια επιτυχία και δεν αποτέλεσε σοβαρή απειλή για τον Καντάφι.

Θρυαλλίδα η βόμβα στην ντισκοτέκ

Η αμερικανολιβυκή αντιπαράθεση έλαβε και στρατιωτικά χαρακτηριστικά, με επεισόδια κυρίως στον Κόλπο της Σύρτης, τον οποίο ο Καντάφι θεωρούσε ήδη από τη δεκαετία του 1970 ως χωρικά ύδατα της Λιβύης, έχοντας οριοθετήσει μονομερώς ζώνη ελέγχου, την αποκαλούμενη από το λιβυκό καθεστώς, πομπωδώς, «Γραμμή του Θανάτου». Ωστόσο, οι ΗΠΑ (και γενικώς η διεθνής κοινότητα) δεν είχαν αναγνωρίσει τις εν λόγω λιβυκές αξιώσεις, είχαν καταγγείλει τις διεκδικήσεις του Καντάφι ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της αρχής της ελευθερίας των θαλασσών.

Πλέον, οι Αμερικανοί αποφάσισαν να κινηθούν με δυναμικό τρόπο. Τον Αύγουστο του 1981, έλαβε χώρα το πρώτο στρατιωτικό επεισόδιο, όταν η παρουσία του αμερικανικού Εκτου Στόλου στην περιοχή οδήγησε σε εμπλοκή και στην κατάρριψη δύο λιβυκών μαχητικών από αμερικανικά αεροσκάφη. Τον Μάρτιο του 1986, έλαβε χώρα άλλο ένοπλο επεισόδιο, με αποτέλεσμα τη βύθιση δύο λιβυκών περιπολικών σκαφών από δυνάμεις του αμερικανικού Εκτου Στόλου.

Η ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ – Λιβύης έφτασε στο αποκορύφωμά της τον Απρίλιο του 1986 με την αεροπορική επιδρομή στην Τρίπολη και στη Βεγγάζη (επιχείρηση El Dorado Canyon), ως αντίποινα για την τρομοκρατική επίθεση σε νυχτερινό κέντρο στο Δυτικό Βερολίνο, με θύματα και Αμερικανούς στρατιωτικούς, που αποδόθηκε σε Λίβυους πράκτορες και σε τρομοκράτες της φιλοπαλαιστινιακής οργάνωσης Αμπού Νιντάλ (η οποία είχε στενούς δεσμούς με τη Λιβύη).

Eπιχείρηση εξόντωσης του Καντάφι-1
16.4.1986. Αποφασιστικό πλήγμα στον Καντάφι, γράφει η «Κ», το οποίο τελικά δεν είχε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Αν και η επίσημη αιτιολόγηση ήταν η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η διενέργεια αντιποίνων, ο επιχειρησιακός σχεδιασμός είχε ως απώτερο σκοπό την εξόντωση του Καντάφι, αν αυτό καθίστατο δυνατό. Η αμερικανική αεροπορική επίθεση αποδείχθηκε αρκετά απαιτητικό εγχείρημα, καθώς οι ΗΠΑ δεν έλαβαν άδεια διέλευσης από τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία, ούτε άδεια χρήσης των βάσεων στην ηπειρωτική Ευρώπη (τα αεροσκάφη απογειώθηκαν από τη Βρετανία και απονηώθηκαν από αεροπλανοφόρα). Παρότι επλήγησαν κυρίως στρατιωτικοί στόχοι σε Τρίπολη και Βεγγάζη, βομβαρδίστηκε και η οικία του Καντάφι (με αποτέλεσμα να σκοτωθεί και η 18 μηνών θετή κόρη του).

Η αμερικανική κοινή γνώμη στήριξε σε μεγάλο βαθμό την επιχείρηση. Αντιθέτως, η διεθνής υποστήριξη προς τις ΗΠΑ ήταν περιορισμένη (έστω και αν και οι αντιδράσεις εναντίον της αμερικανικής επίθεσης δεν είχαν κάποιον πρακτικό αντίκτυπο).

Περιορισμένα τα αποτελέσματα της επίθεσης

Οι κλιμακούμενες αμερικανικές κυρώσεις εναντίον της Λιβύης, όπως και η εξαπόλυση της αεροπορικής επίθεσης του Απριλίου 1986, αιτιολογήθηκαν από την Ουάσιγκτον ως αντίμετρα στη συνεχιζόμενη –τουλάχιστον σύμφωνα με τις αμερικανικές εκτιμήσεις– υποστήριξη που πρόσφερε το καθεστώς Καντάφι σε τρομοκρατικές ενέργειες (φιλο)παλαιστινιακών οργανώσεων στη Δύση. Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 1985 οι τρομοκρατικές ενέργειες των ακραίων (φιλο)παλαιστινιακών οργανώσεων αυξήθηκαν σημαντικά, με την υποστήριξη και των κυβερνητικών υπηρεσιών της Λιβύης, της Συρίας, αλλά και του Ιράν.

Eπιχείρηση εξόντωσης του Καντάφι-2
Η Ναυτική Ακαδημία της Λιβύης μετατράπηκε σε ερείπια από τα αμερικανικά βομβαρδιστικά. [ASSOCIATED PRESS]

Τον Δεκέμβριο του 1985, η Λιβύη κατηγορήθηκε για βομβιστικές επιθέσεις σε αεροδρόμια της Ρώμης και της Βιέννης, ενώ τον Απρίλιο του 1986 εξερράγη βόμβα σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στο Δυτικό Βερολίνο με θύματα και Αμερικανούς στρατιωτικούς. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 η Λιβύη φάνταζε και ως πιο εύκολος στόχος εναντίον του οποίου θα μπορούσαν να ασκήσουν μια δυναμική πολιτική οι ΗΠΑ, αλλά και ως μια χώρα η οποία είχε πιο περιορισμένη βαρύτητα σε σχέση με το Ιράν και τη Συρία.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική πίεση δεν έφερε σοβαρά αποτελέσματα, καθώς το καθεστώς Καντάφι συνέχισε να υποστηρίζει ενεργά τη διεθνή τρομοκρατία. Μάλιστα, τον Δεκέμβριο του 1988 οι ίδιες οι λιβυκές μυστικές υπηρεσίες θεωρήθηκαν υπεύθυνες για την πτώση, κατόπινέκρηξης βόμβας, της πτήσης Pan Am 103, της αμερικανικής εταιρείας Panamerican, πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας, με θύματα εκατοντάδες Αμερικανούς πολίτες (ανάμειξη που πράγματι αποδείχθηκε και μεταγενέστερα έγινε παραδεκτή ακόμη και από τον ίδιο τον Καντάφι).

Η Λιβύη κατηγορήθηκε και για αντίστοιχη ανάμειξη στην τρομοκρατική ενέργεια που προκάλεσε την πτώση γαλλικής επιβατικής πτήσης πάνω από τον Νίγηρα το 1989. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι περίπου την ίδια περίοδο (1987-1988), οι Ηνωμένες Πολιτείες κατηγόρησαν τη Λιβύη ότι κατασκεύαζε μεγάλο εργοστάσιο χημικών όπλων, αν και εντέλει απέφυγαν να προχωρήσουν σε ανάληψη στρατιωτικής δράσης προς εξουδετέρωσή του.

Επιφυλακτικοί οι νατοϊκοί σύμμαχοι

Πρέπει, τέλος, να υπογραμμιστεί ότι η εκστρατεία της Ουάσιγκτον επί προεδρίας Ρέιγκαν για την επίτευξη διεθνούς απομόνωσης του καθεστώτος Καντάφι και τη σύμπραξη των συμμάχων των ΗΠΑ στην άσκηση πιέσεων εναντίον της Λιβύης δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία. Η στάση των Δυτικοευρωπαίων συμμάχων απέναντι στην αμερικανική πολιτική υπήρξε επιφυλακτική. Χώρες όπως η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία και η Ιταλία, καθώς και άλλοι νατοϊκοί σύμμαχοι των ΗΠΑ (όπως η Ελλάδα και η Τουρκία), απέφυγαν να υιοθετήσουν τις αμερικανικές θέσεις και, ιδίως, τις αμερικανικές οικονομικές κυρώσεις, τόσο επειδή ήθελαν να προστατεύσουν τις διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις τους με τη Λιβύη, όσο και επειδή θεωρούσαν ότι πολιτικές όπως η επιβολή εμπάργκο ήταν αντιπαραγωγικές και αναποτελεσματικές.

Επιπλέον, εξέφραζαν αμφιβολίες για την εμπλοκή (ή τον βαθμό εμπλοκής) της Λιβύης σε διάφορα περιστατικά διεθνούς τρομοκρατίας, ενώ αποστασιοποιήθηκαν ή και άσκησαν κριτική στη χρήση στρατιωτικής βίας τον Απρίλιο του 1986 εκ μέρους των ΗΠΑ. Μόνη εξαίρεση ήταν η Βρετανία, η οποία σε γενικές γραμμές ήταν πιο υποστηρικτική προς την αμερικανική πολιτική έναντι της Λιβύης και παρείχε υποστήριξη, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο (παρέχοντας βάσεις και διευκολύνσεις σε αμερικανικά αεροσκάφη), κατά τη διεξαγωγή της επιχείρησης El Dorado Canyon. Ωστόσο, ακόμη και το Λονδίνο δεν τασσόταν υπέρ της οικονομικής απομόνωσης της Λιβύης.
 
*Ο κ. Διονύσης Χουρχούλης είναι αναπληρωτής καθηγητής  στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT