Στις 5 Απριλίου του 1986, μια βόμβα εξερράγη σε δημοφιλή ντισκοτέκ στο βρετανικό τμήμα του Δυτικού Βερολίνου. Μια τρομοκρατική επίθεση με νεκρούς και τραυματίες, που στη συνέχεια έδωσε ώθηση σε μια προϋπάρχουσα διεθνή κρίση για να κορυφωθεί μέσω πολεμικών πράξεων. Η τρομοκρατική επίθεση είχε συνέπεια τον θάνατο ενός Αμερικανού στρατιώτη και μιας γυναίκας από την Τουρκία, ενώ τραυματίστηκαν περισσότεροι από 200 θαμώνες της ντισκοτέκ. Ενας δεύτερος Αμερικανός στρατιώτης απεβίωσε αργότερα από τα τραύματα που είχε υποστεί.
Οι γερμανικές αρχές σε συνεργασία με τις βρετανικές άρχισαν αμέσως τις έρευνες, ενώ κάποιες οργανώσεις που ανέλαβαν την ευθύνη δεν θεωρήθηκαν αξιόπιστες. Οι έρευνες προσανατολίστηκαν σε πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους οργανώσεις, όπως σε ομάδες νεοναζί, στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (ΟΑΠ), αλλά και σε πράκτορες από τη Λιβύη. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από τη βομβιστική επίθεση υπήρξε κινητικότητα εκ μέρους των αμερικανικών αρχών ασφαλείας καθώς ανέφεραν ότι υπήρχε «πιθανότητα τρομοκρατικής επίθεσης».

Ακολούθως, είχαν σπεύσει να ενισχύσουν την ασφάλεια στις στρατιωτικές βάσεις τους, αλλά και σε όλες τις εγκαταστάσεις τους. Καθώς βρίσκονταν σε κατάσταση επιφυλακής, ετοιμάζονταν να ενισχύσουν την ασφάλεια σε ήπιους στόχους, δηλαδή σε περιοχές όπου σύχναζαν οι Αμερικανοί στρατιώτες. Η στρατιωτική αστυνομία ήλεγχε περιοχές πολιτών και βρισκόταν καθ’ οδόν στο να ελέγξει την ντισκοτέκ όταν εξερράγη η βόμβα. Εκείνη την ώρα εντός της ντισκοτέκ βρίσκονταν περίπου 450 άτομα.
Αεροπορικοί βομβαρδισμοί
Οι ΗΠΑ αμέσως κατηγόρησαν τη Λιβύη, μια και η βομβιστική επίθεση συνέβη σε εποχή που οι σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Λιβύης βρίσκονταν σε ιδιαίτερη ένταση. Η ένταση είχε ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ενώ κατά διαστήματα υπήρξαν λεκτικές, αλλά και άλλου τύπου εξάρσεις. Μία από αυτές ήταν οι επιθέσεις του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού στον Κόλπο της Σύρτης (Σίντρας). Σε αυτό το πλαίσιο η βομβιστική επίθεση αποδόθηκε στη Λιβύη και, δέκα ημέρες αργότερα, ο Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν έδωσε εντολή για αεροπορικές επιθέσεις σε Τρίπολη και Βεγγάζη. Οι αμερικανικές αεροπορικές επιθέσεις είχαν στόχο τον πρόεδρο της Λιβύης Μουαμάρ Καντάφι, αλλά αυτός κατάφερε να διαφύγει. Αντιθέτως, τριάντα στρατιώτες και δεκαπέντε πολίτες σκοτώθηκαν μαζί με την υιοθετημένη μικρή κόρη του Καντάφι. Βάσει άλλων πηγών οι αμερικανικές επιθέσεις είχαν πάνω από εκατό θύματα.
Οι διεθνείς αντιδράσεις στα περιστατικά ήταν μεικτές, όμως η αμερικανική απόφαση τόσο για την απόδοση ευθύνης όσο και για τον βομβαρδισμό αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό. Το 1987, ο Γερμανός επικεφαλής των ερευνών ανακοίνωσε ότι δεν υπήρξαν στοιχεία που να ενοχοποιούν τη Λιβύη. Με αυτό το σκεπτικό συμφωνούσαν πολλές υπηρεσίες πληροφοριών της Ευρώπης. Τα επόμενα χρόνια κατηγορήθηκαν τέσσερα άτομα, παρ’ όλ’ αυτά ικανά στοιχεία που να ανταποκρίνονται στα κίνητρα της επίθεσης δεν βρέθηκαν.
Τα αρχεία της Στάζι
Το 1993, με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την ενοποίηση της Γερμανίας, οι γερμανικές και οι αμερικανικές αρχές άρχισαν τον έλεγχο των αρχείων της Στάζι, της υπηρεσίας ασφαλείας της Ανατολικής Γερμανίας. Οι αμερικανικές αρχές εστίασαν τις έρευνες κυρίως για την τρομοκρατική επίθεση στην ντισκοτέκ La Belle. Σχεδόν όλες οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας (NSA, CIA, NIS, DIA, OSI, Army Intelligence) συμμετείχαν στις έρευνες. Οι έρευνες απέδειξαν ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν καμία συγκεκριμένη πληροφορία σχετικά με προειδοποίηση για τη βομβιστική ενέργεια. Η CIA όμως ζήτησε να αλλάξουν τη διατύπωση του κειμένου και οι άλλες υπηρεσίες αναγκάστηκαν να το αποδεχθούν.
Ερευνες τέλος – Μετά την έκρηξη της βόμβας στην ντισκοτέκ La Belle, οι ΗΠΑ καθιέρωσαν τις άμεσες μαζικές επιθέσεις των ενόπλων δυνάμεων κατά στόχων στους οποίους απέδιδαν την ευθύνη τρομοκρατικών πράξεων, ανατρέποντας τη μέχρι τότε παγιωμένη λογική της διενέργειας ερευνών από διωκτικές αρχές.
Το 1996 δόθηκαν στη δημοσιότητα αρκετοί ύποπτοι, που τελικά εκδόθηκαν στη Γερμανία, δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση. Βάσει των αρχείων της Στάζι ή, τουλάχιστον, έτσι όπως δόθηκαν στη δημοσιότητα, ορισμένα άτομα που εργάζονταν στην πρεσβεία της Λιβύης στο Ανατολικό Βερολίνο ήταν υπεύθυνα για την τρομοκρατική επίθεση. Οι έρευνες των υπηρεσιών ασφαλείας έδειξαν συγκεκριμένα άτομα, τα οποία συνελήφθησαν στον Λίβανο, στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στη Γερμανία (Βερολίνο). Η δίκη έγινε στο Βερολίνο.
Το 1998 μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες στην Κένυα και στην Τανζανία, οι Αμερικανοί βομβάρδισαν το Αφγανιστάν και το Σουδάν. Η τρομοκρατική επίθεση στην ντισκοτέκ La Belle καθιέρωσε τις άμεσες μαζικές επιθέσεις, ανατρέποντας τη μέχρι τότε παγιωμένη λογική της διενέργειας ερευνών από διωκτικές αρχές. Η απάντηση μέσω της χρήσης των ενόπλων δυνάμεων σε μαζικές επιθέσεις τέτοιου χαρακτήρα δημιούργησε νέο προηγούμενο. Εκτοτε, συχνά κατέφευγαν σε επιθέσεις κατά στόχων στους οποίους απέδιδαν τη διενέργεια τρομοκρατικών πράξεων, αλλά χωρίς την ανάγκη τεκμηρίωσης της ενοχής των δραστών μέσω των προβλεπόμενων ερευνητικών μεθόδων, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Καταδίκη χωρίς ουσιαστικά στοιχεία
Το 2001, έπειτα από την παρέλευση τεσσάρων ετών, η δίκη φάνηκε ότι ολοκληρώθηκε, ενώ συντριπτικά ήταν τα σχόλια ότι ήταν «ασαφής» και δίχως πραγματικά αποδεικτικά στοιχεία, καθώς ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Γερμανία παρείχαν ουσιαστικά στοιχεία για τις κατηγορίες κατά της Υπηρεσίας Πληροφοριών της Λιβύης ή της πρεσβείας της Λιβύης στο Ανατολικό Βερολίνο. Στη δίκη δεν κατηγορήθηκε ο ίδιος ο Καντάφι, εφόσον δεν αποδείχθηκε η γνώση ή η συμμετοχή του στον σχεδιασμό της βομβιστικής επίθεσης. Καταδικάστηκαν τέσσερις εργαζόμενοι στην πρεσβεία της Λιβύης, μαζί με τη Γερμανίδα σύζυγο ενός εξ αυτών.

Κάποια στοιχεία από διπλωματικές πηγές ανέφεραν ότι σε μια συνομιλία μεταξύ του Μουαμάρ Καντάφι και του τότε επικεφαλής συμβούλου του Γερμανού καγκελαρίου Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο Καντάφι είχε ομολογήσει ότι η Λιβύη είχε ανάμειξη στις επιθέσεις στο Βερολίνο και στον βομβαρδισμό της πτήσης PanAm 103 πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας το 1988. Oι συγκεκριμένες πληροφορίες δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, ο Γερμανός δικαστής όταν ολοκλήρωσε την ομιλία του δήλωσε ότι «…το κράτος της Λιβύης ήταν υπόλογο για τη βομβιστική επίθεση στο Βερολίνο».
Επισήμανε σχετικά ότι η βόμβα προετοιμάστηκε στην Ανατολική Γερμανία και ήρθε στη Δυτική μέσα σε διπλωματικό σάκο της Λιβύης. Οι υπαίτιοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση από 12 έως 14 χρόνια. Οι οικογένειες των θυμάτων θεώρησαν τις ποινές εξαιρετικά επιεικείς. Τρία χρόνια αργότερα και ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ του κράτους της Γερμανίας και του International Foundation for Charity Association του Καντάφι, δόθηκε αποζημίωση 35 εκατ. δολαρίων (46 εκατ. κατ’ άλλους) σε μη Αμερικανούς, θύματα της τρομοκρατικής ενέργειας στο Βερολίνο. Οι αποζημιώσεις έφεραν εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Γερμανίας και Λιβύης. Δεν δόθηκαν αποζημιώσεις στις οικογένειες των Αμερικανών στρατιωτών.
Αποζημιώσεις από τη Λιβύη
Το 2003 υπήρξαν συναντήσεις του Καντάφι με τον Βρετανό πρωθυπουργό Τόνι Μπλερ αλλά και με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες, με στόχο τη λήξη της απομόνωσης της Λιβύης από τον δυτικό κόσμο. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2008, η Λιβύη δέχθηκε και πλήρωσε 1,5 δισ. δολάρια σε συγγενείς θυμάτων για τις ενέργειες:
1. Στους συγγενείς θυμάτων στην τρομοκρατική ενέργεια στην ντίσκο La Belle του Βερολίνου (1986).
2. Στους συγγενείς των θυμάτων στη Λιβύη από τον αμερικανικό βομβαρδισμό στην Τρίπολη και στη Βεγγάζη (1986).
3. Στους συγγενείς θυμάτων της βομβιστικής ενέργειας στο Λόκερμπι της Σκωτίας (1988).
4. Στους συγγενείς των Αμερικανών θυμάτων της πτήσης UTA flight 772 (1989).
Η υπόθεση της τρομοκρατικής ενέργειας στο Βερολίνο ανέδειξε την πολυπλοκότητα της διεθνούς τρομοκρατίας και την εργαλειακή διάσταση της χρήσης της στο επίπεδο της επιβολής ισχύος. Η ασάφεια των κατηγοριών κατά Λιβύων σε συνδυασμό με τα σκληρά τιμωρητικά μέτρα εναντίον της Λιβύης (εμπάργκο) έφεραν την απόγνωση στη λιβυκή πλευρά και τελικά την αποδοχή μιας πράξης, δίχως την παρουσίαση στοιχείων.
Τα αμερικανικά αντίποινα κατά τη διάρκεια του διπολισμού έδωσαν ώθηση στη μετέπειτα διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια. Μία από τις διαστάσεις της, που έκτοτε επαναλαμβάνεται, είναι η χρήση ή η εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων ως απάντηση σε επιθέσεις που σχετίζονται με την τρομοκρατία.
*Η κ. Μαίρη Μπόση είναι ομότιμη καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας
του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

