«Πώς είναι η ακτινοβολία; Ισως τη δείχνουν στις ταινίες; Την έχεις δει; Είναι άσπρη ή κάτι τέτοιο; Κάποιοι λένε ότι δεν έχει χρώμα και δεν μυρίζει και άλλοι λένε ότι είναι μαύρη. Σαν τη γη. Αλλά αν είναι άχρωμη, τότε είναι σαν τον Θεό. Ο Θεός είναι παντού, αλλά δεν μπορείς να τον δεις». Αυτή είναι μια από τις «φωνές» του Τσερνόμπιλ, όπως τη μεταφέρει η βραβευμένη με Νομπέλ Σβετλάνα Αλεξίεβιτς στο «Τσερνόμπιλ. Ενα χρονικό του μέλλοντος» (εκδ. Πατάκης, 2015). Ανήκει στην Αννα Μπαντάεβα, ηλικιωμένη κάτοικο χωριού, μερικά μόλις χιλιόμετρα από τον πυρηνικό σταθμό, η οποία δυσκολεύεται να καταλάβει τι σημαίνει έκθεση στην ακτινοβολία. Η έλλειψη επιστημονικής παιδείας την εξωθεί στη σύγκριση με τα θεία.
Η «αργή βία»
Σαράντα χρόνια μετά το δυστύχημα, η Μαρία Ρεντετζή θα μπορούσε να μιλάει ώρες για το Τσερνόμπιλ: «Κατ’ αρχάς δεν έχει τελειώσει. Ενα πυρηνικό ατύχημα δεν είναι ένα γεγονός που συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη στιγμή και απλώς αφήνει πίσω του μια κληρονομιά. Αντιθέτως, αποτελεί μια συνεχή μορφή “αργής βίας” (slow violence), για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Ρομπ Νίξον, ο οποίος περιγράφει την περιβαλλοντική υποβάθμιση σε σχέση με την κλιματική αλλαγή και την τοξική ρύπανση», επισημαίνει στην «Κ» η καθηγήτρια Ιστορίας της Επιστήμης και Τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ Αλεξάντερ Ερλάνγκεν-Νυρεμβέργης.
Νέος εφιάλτης
Η στρατιωτική παρουσία και οι παρεμβάσεις στο έδαφος της ζώνης αποκλεισμού (σ.σ. του Τσερνόμπιλ) επανέφεραν τον κίνδυνο διασποράς ραδιενεργών υλικών.
Μαρία Ρεντετζή
Καθηγήτρια Ιστορίας της Επιστήμης και Τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ Αλεξάντερ
«Το πόσο κομβικό παραμένει για το συλλογικό φαντασιακό αποδεικνύεται και από την τεράστια απήχηση που είχε η ομώνυμη σειρά του HBO το 2019. Εδειξε ότι παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα το οποίο επηρεάζει άμεσα τις συζητήσεις, όχι μόνο για τα πυρηνικά αλλά και ευρύτερα για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες μιας τεχνολογικής καταστροφής, τα όρια της ασφάλειας και το κατά πόσον είναι πολιτικά, ηθικά και κοινωνικά νομιμοποιημένη μια λογική κόστους – οφέλους απέναντι στην ανθρώπινη ζωή και τη συλλογική υγεία», λέει στην «Κ» ο Λουκάς Φρέρης, ιστορικός της επιστήμης, ο οποίος ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο της Νυρεμβέργης με αντικείμενο την πυρηνική διπλωματία και είναι υπότροφος ερευνητής στο ΚΕΙΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών, στο πλαίσιο προγράμματος που χρηματοδοτείται από το European Cooperation in Science and Technology (COST) .
«Στην περίπτωση του Τσερνόμπιλ, οι επιπτώσεις της ραδιενέργειας είναι δραματικές και εξακολουθούν να διαμορφώνουν την πραγματικότητα μέχρι σήμερα», εξηγεί η κ. Ρεντετζή. «Σαράντα χρόνια αργότερα δεν γνωρίζουμε, και πιθανότατα δεν θα μάθουμε ποτέ, τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους ή επηρεάστηκαν από το ατύχημα, είτε άμεσα είτε έμμεσα, οι ίδιοι και οι επόμενες γενιές τους. Επιμένουμε να μιλάμε συνήθως μόνο για τους πρώτους διασώστες (first responders) που έχασαν άμεσα τη ζωή τους προσπαθώντας να περιορίσουν τη ραδιενεργή ρύπανση με φτυάρια και ποδιές. Ξεχνάμε τα εκατομμύρια Ευρωπαίων που επηρεάστηκαν από τη ραδιενεργή βροχή που ακολούθησε το ατύχημα, τους ανθρώπους που εκτοπίστηκαν από τα σπίτια τους, την αύξηση της λευχαιμίας, τις δυσπλασίες και το ψυχολογικό κόστος του ατυχήματος για τους ανθρώπους που το βίωσαν».

Ενας από τους λόγους που ακόμη δεν γνωρίζουμε την ακριβή έκταση της καταστροφής ήταν η αρχική σοβιετική μυστικοπάθεια. Ο κ. Φρέρης, όμως, σπεύδει να τονίσει ότι το πρόβλημα δεν περιορίστηκε εκεί: «Η ιστορική έρευνα έχει δείξει ότι και οι ΗΠΑ, καθώς και διεθνείς οργανισμοί του ΟΗΕ, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), είχαν σοβαρό λόγο να περιορίσουν μια βαθύτερη διερεύνηση και δημοσιοποίηση των συνεπειών, καθώς η πλήρης αναγνώρισή τους θα έπληττε ευθέως το κύρος της πυρηνικής ενέργειας και θα άνοιγε την πόρτα για ένα κύμα νομικών διεκδικήσεων από ανθρώπους που εκτέθηκαν ακούσια σε υψηλή ραδιενέργεια σε όλο τον κόσμο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Αυτό γίνεται ακόμη σαφέστερο αν θυμηθούμε ότι το Τσερνόμπιλ δεν εμφανίστηκε σε έναν “αθώο” πυρηνικό κόσμο. Οι μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις –ΗΠΑ, Σοβιετική Eνωση, Βρετανία, Γαλλία, Κίνα, αλλά και Ινδία και Πακιστάν– είχαν ήδη εκθέσει επί δεκαετίες πληθυσμούς σε ραδιενεργές εκπομπές – αποτέλεσμα των πυρηνικών δοκιμών. Οι δοκιμές πυρηνικών όπλων υπήρξαν ο σημαντικότερος ανθρωπογενής παράγοντας ραδιενεργού έκθεσης του παγκόσμιου πληθυσμού. Γι’ αυτό, το Τσερνόμπιλ δεν αφορούσε μόνο τη Σοβιετική Eνωση, αλλά απειλούσε να ανοίξει συνολικά το ζήτημα των παγκόσμιων πυρηνικών ευθυνών».
Αναζωπύρωση
Mε βάση τις πρόσφατες καταγγελίες των Ουκρανών, η Ρωσία κατευθύνει σήμερα εσκεμμένα drones και πυραύλους υπερβολικά κοντά στον παροπλισμένο σταθμό, καθιστώντας εξαιρετικά πιθανό το φάσμα ενός νέου πυρηνικού ατυχήματος. «Η στρατιωτική παρουσία και οι παρεμβάσεις στο έδαφος της ζώνης αποκλεισμού επανέφεραν τον κίνδυνο διασποράς ραδιενεργών υλικών και ανέδειξαν πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία σε μια ήδη επιβαρυμένη περιοχή», επιβεβαιώνει η κ. Ρεντετζή.
«Ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε αυτό που έως πρόσφατα θεωρούσαμε ειρηνικές εφαρμογές της πυρηνικής ενέργειας –άρα τα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας– και των στρατιωτικών εφαρμογών, δηλαδή τα πυρηνικά όπλα. Η ρωσική επέλαση στο Τσερνόμπιλ, η κατάληψη του σταθμού στη Ζαπορίζια, καθώς και οι συνεχείς βομβαρδισμοί πυρηνικών σταθμών στην Ουκρανία και πιο πρόσφατα στο Ιράν καταδεικνύουν με τον πιο δραματικό τρόπο ότι η κόκκινη γραμμή του ΔΟΑΕ μέσω της Συνθήκης για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Οπλων δεν υπάρχει πια. Εχει ξεθωριάσει», επισημαίνει στην «Κ».
Στρατιωτική «κατάχρηση»
Η ανάπτυξη πυρηνικής τεχνογνωσίας για ενεργειακούς σκοπούς ανοίγει
και δυνατότητες στρατιωτικής αξιοποίησης. Αυτό καθιστά το ζήτημα του
Ιράν τόσο ευαίσθητο.
Λουκάς Φρέρης
Ιστορικός της επιστήμης, υπότροφος ερευνητής στο ΚΕΙΝΕ
της Ακαδημίας Αθηνών
Είναι θεμιτές οι πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν «για ειρηνικές χρήσεις»; O κ. Φρέρης θεωρεί απλουστευτική την ερώτηση: «Συχνά λέγεται ότι η ατομική ενέργεια είναι ένα εργαλείο, όπως το μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε για καλό είτε για κακό, ανάλογα με τα κίνητρα. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το σχήμα είναι υπερβολικά απλουστευτικό και ανιστορικό. Η ατομική ενέργεια είναι μια βαθιά τεχνοπολιτική υπόθεση: από τη γέννησή της συνδέθηκε ταυτόχρονα με στρατιωτικές, διπλωματικές, οικονομικές και ιδεολογικές επιδιώξεις».
Μετά τη Χιροσίμα
«Ο όρος “ειρηνικές χρήσεις της ατομικής ενέργειας” διαμορφώθηκε ακριβώς μετά τη φρίκη στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, όταν έγινε σαφές ότι η ανθρωπότητα έπρεπε να βρει έναν τρόπο να διαχειριστεί αυτή τη νέα δύναμη η οποία, εκτός από το ότι άνοιγε ένα παράθυρο στο μέλλον, μπορούσε να προκαλέσει ολέθριες συνέπειες σε ένα πολεμικό πλαίσιο. Η ιστορική έρευνα το έχει δείξει καθαρά και σε εθνικό επίπεδο: στη Γαλλία, για παράδειγμα, η επιλογή του τύπου αντιδραστήρα που αναπτύχθηκε μεταπολεμικά για ηλεκτροπαραγωγή συνδέθηκε στενά με τη δυνατότητά του να εξυπηρετήσει και το πυρηνικό οπλικό πρόγραμμα. Γι’ αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε για ένα απολύτως “ειρηνικό” άτομο. Η ανάπτυξη πυρηνικής τεχνογνωσίας για ενεργειακούς σκοπούς ανοίγει ταυτόχρονα και δυνατότητες στρατιωτικής αξιοποίησης. Αυτό ακριβώς καθιστά το ζήτημα του Ιράν τόσο ευαίσθητο: όχι επειδή κάθε πυρηνικό πρόγραμμα είναι εξ ορισμού πολεμικό, αλλά επειδή κανένα δεν είναι ποτέ εξασφαλισμένα ειρηνικό», τονίζει ο κ. Φρέρης.
Το δίλημμα για το ενεργειακό μέλλον της Ελλάδας
Οσον αφορά την Ελλάδα, η Μαρία Ρεντετζή είναι κατηγορηματική: «Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να αναπτύξει μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες και να γεμίσει τα ελληνικά νησιά με μικρούς πυρηνικούς σταθμούς, όπως υπονοούν διάφορες μάλλον ευφάνταστες ιδέες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν θα έπρεπε η Ελλάδα να επιλέξει μια τέτοια λύση, δεδομένου του πόσο ευάλωτα καθίστανται τα πυρηνικά εργοστάσια σε περιόδους ακραίων γεωπολιτικών κρίσεων, όπως αυτή που βιώνουμε». Κατά τη γνώμη της πρέπει να αλλάξουμε τη συζήτηση: «Η πυρηνική ενέργεια δεν αποτελεί λύση στην ενεργειακή κρίση και σίγουρα δεν είναι μια βιώσιμη λύση, αν σκεφτούμε για παράδειγμα ποιος, πού και υπό ποιες συνθήκες κάνει την εξόρυξη ουρανίου. Εκτός αν αποδεχτούμε ότι η βιωσιμότητα και η κάλυψη ενεργειακών αναγκών αφορά μόνο τον Παγκόσμιο Βορρά και αδιαφορούμε για τον Παγκόσμιο Νότο».
Η πυρηνική ενέργεια «ασκούσε στη βασίλισσα Φρειδερίκη μια παράξενη έλξη, που παρέπεμπε σε θρησκεία και που η ίδια την αξιοποίησε στο έπακρο για δικούς της ιδιοτελείς –και μη– λόγους», ανέφερε ο δημοσιογράφος-ερευνητής Αχιλλέας Xεκίμογλου, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Ατομική εποχή» (εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2023). Ο κ. Φρέρης θυμίζει τη «διόλου αθώα» σχέση της χώρας με την πυρηνική ενέργεια: «Από τη δεκαετία του 1950, μέσω του “Δημόκριτου”, των προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας του ΔΟΑΕ και της ένταξης Ελλήνων επιστημόνων στα διεθνή πυρηνικά δίκτυα, η Ελλάδα συμμετείχε ήδη σε μια διαδικασία πυρηνικοποίησης. Αυτή η πορεία δεν υπαγορεύτηκε από μια συγκροτημένη αναπτυξιακή πολιτική, στην οποία η πυρηνική ενέργεια θα αποτελούσε έναν από τους βασικούς πυλώνες. Υπαγορεύτηκε κυρίως από την πολιτική και διπλωματική στοχοθεσία των μεταπολεμικών, φιλοαμερικανικών κυβερνήσεων, ως ένας ακόμη τρόπος να συγχρονίσει η
χώρα το βήμα της με τη Δύση».
Υψηλό ρίσκο
Ο κ. Φρέρης φοβάται ότι κάτι ανάλογο επανέρχεται και σήμερα. «Αντί για μια σοβαρή συζήτηση για τη μείωση της κατανάλωσης, τη δίκαιη ενεργειακή μετάβαση και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας, επανέρχεται η πυρηνική ενέργεια ως τεχνολογική υπόσχεση σωτηρίας. Πολύ περισσότερο από έτοιμη λύση, η πυρηνική ενέργεια συνιστά για την Ελλάδα υψηλού ρίσκου στρατηγικό ενδεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ευκολία, επικοινωνιακό ενθουσιασμό και πυροτεχνήματα πυρηνικών φαντασιώσεων, αλλά μόνο με πλήρη επίγνωση του κόστους, των εξαρτήσεων και των κινδύνων που συνεπάγεται», προειδοποιεί.

