Γιώργος Ιωάννου, ένας ποιητής του πεζού λόγου

Η καινοτόμος παρουσία του στη μεταπολεμική ελληνική λογοτεχνική παραγωγή

6' 54" χρόνος ανάγνωσης

Ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) εμφανίστηκε στα νεοελληνικά γράμματα ως ποιητής με τη συλλογή έντεκα ποιημάτων «Ηλιοτρόπια» (1954), τίτλο άμεσα σχετιζόμενο με το κίτρινο άστρο των Εβραίων («Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων»), την τραγωδία των οποίων είχε ζήσει από πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη: «Ο Ιζος, μαζί με τους δικούς του που σπάραζαν, έφυγε ένα φριχτό πρωί ντυμένος και σοβαρός σα γαμπρός. Στο στήθος του σχεδόν καμάρωνε το κίτρινο άστρο. Ημουν μαζί του μέχρι που δρασκέλισε το κατώφλι της εξώπορτας. Εξω ούρλιαζε ένα μεγάφωνο: “Προσοχή! Προσοχή! Ολοι οι εβραίοι…” Τον άρπαξαν και τον έσυραν στη γραμμή» («Το κρεβάτι» στη συναγωγή πεζογραφημάτων «Η σαρκοφάγος», Κέδρος 1971, σ. 46).

Ιδιαίτερο προσωπικό ύφος

Μετά τα «Ηλιοτρόπια» ακολουθεί η ποιητική συλλογή του «Τα χίλια δέντρα» (1963), με τίτλο εμπνευσμένο από τη νεοελληνική ονομασία του δάσους Σέιχ-Σου στη Θεσσαλονίκη, και αμέσως μετά δημοσιεύεται η συλλογή πεζογραφημάτων του «Για ένα φιλότιμο» (1964) με την οποία ο Ιωάννου θα καθιερωθεί ως καινοτόμος μεταπολεμικός πεζογράφος για τη μορφική οικονομία των κειμένων του, για τη μνημείωση του ιδιωτικού εντός συγκεκριμένου ιστορικο-κοινωνικο-πολιτικού πλαισίου, την ωριμότητα, τη λιτότητα, την ακρίβεια και την αμεσότητα της καλλιτεχνικής του έκφρασης. Επίσης, για τις ευρηματικές του επινοήσεις ως προς τη λειτουργία του αφηγηματικού χρόνου και την ανάδειξη του ψυχισμού εκπροσώπων της εποχής στην οποία αναφέρεται, ανάγοντάς τον στην καθολική μοίρα του ανθρώπου, με αφηγήσεις γεγονότων και συγκινήσεων που, παρότι εγγράφονται στον ελλαδικό χώρο, αποκτούν σημασία παγκοσμίου ενδιαφέροντος εμπεριέχοντας στοχασμούς και συναισθήματα που επικεντρώνονται σε σημαντικά και καίρια γεγονότα ατομικών περιστατικών και συγχρόνως συνάπτονται με το γενικότερο ανθρώπινο αδιέξοδο: «Αποφεύγω τρομερά οι εμπνεύσεις μου να είναι βιβλιακές. Προσπαθώ η κατάθεσή μου να προέρχεται από την εποχή μου ή το πολύ πολύ από την εποχή την προηγούμενη από μένα, δηλαδή απ’ αυτά που μου παραδόθηκαν διά ζώσης. […] Μ’ ενδιαφέρει ο ψυχισμός των ανθρώπων της εποχής για την οποία μιλάω. […] Δεν παραποιώ τα πράγματα, αλλά μερικές φορές τα συνθέτω, τα ανασυνθέτω» («Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», συνέντευξη 24 Σεπτ. 1984, Κέδρος 1996, σ. 257).

Την περιοχή της τέχνης του την είχε προσδιορίσει από νωρίς (1959), όπως μας πληροφορεί ο ίδιος: «Από πολύ νεαρόν τα ρέοντα από επεισόδιο σε επεισόδιο συμβατικά πεζογραφήματα σού προκαλούσαν βαριά ανία. Το θεωρείς ως το πιο ανάξιο γράψιμο που υπάρχει, χαρακτηριστικό των συγγραφέων που βρίσκονται από το μέτριο και κάτω. Ενα πράγμα μόνο μπορεί να τα σώσει στα μάτια σου· να έχουν προσωπικό ύφος. […] Ηθελες να βρεις μια πολύπτυχη φόρμα, που να καλύπτει ταυτόχρονα και τη φαντασία σου και τις μνήμες σου και την επιστημοσύνη σου και την παρατηρητικότητά σου και τους συνειρμούς σου και την ποιητική σου και τη διάθεσή σου για εξομολόγηση και συντριβή ενώπιον των άλλων, αλλά και αυτούς τους άλλους ως σκηνικό, ως περιβάλλον, ως πρόσωπα, ως ομορφιές. Ηθελες φόρμα που να διευκολύνει τη σύζευξη των πάντων» («Εις εαυτόν» – «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Κέδρος 1984, σ. 223).

Το κατά πόσον το επέτυχε τεκμηριώνεται από την υποδοχή που είχε η συλλογή του αυτή από την κριτική ήδη από τον πρώτο χρόνο της κυκλοφορίας της. Είναι ενδεικτικό ότι ο Π. Μουλλάς επισημαίνει από το 1965 τον ποιητικό πυρήνα που «ενεργεί διαρθρώνοντας τη ραχοκοκαλιά» στα καινοφανή πεζογραφήματα του Ιωάννου: «Η προβληματική του στην πρόζα δεν διασπά καίρια τον ποιητικό του χώρο, αλλά τον πλουτίζει και τον ολοκληρώνει με τις δυνατότητες της ελεύθερης αφήγησης» (περ. «Εποχές», τχ. 26, Ιούνιος 1965, σ. 72-74). Ας μη λησμονούμε πως ποιητής με τον πεζό λόγο έχει χαρακτηρισθεί και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, πρόγονος για τον οποίο έχει αμέριστα εκφράσει τον θαυμασμό του ο μεταπολεμικός Θεσσαλονικιός πεζογράφος, υποστηρίζοντας τα ακόλουθα στο μελέτημά του «Για το ύφος του Παπαδιαμάντη», «συνίσταται σε ένα κείμενο με θεωρητική διάθεση, διανθιζόμενο όμως εδώ κι εκεί με ένα ποσοστό συμπυκνωμένων ιστοριών, εν σπέρματι, και εν ακαριαία αναπτύξει. […] Κάτι πολύ κοντά στην εξομολόγηση ενώπιον αμίλητου εξομολόγου» («Ο της φύσεως έρως», Κέδρος 1985, σ. 45). Οσα επισημαίνει βρίσκονται πολύ κοντά στον «νέο» πεζογραφικό τρόπο που ο ίδιος υιοθέτησε, τρόπο που προσιδιάζει στο διήγημα χωρίς όμως τα περιοριστικά τυπικά στοιχεία του διηγήματος.

Επίθετο σαν παρατσούκλι

Γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1927 στη Θεσσαλονίκη, πρώτο παιδί δύο προσφύγων: του Ιωάννη Σορολόπη από τη Ραιδεστό της Προποντίδας και της Αθανασίας Καραγιάννη από την Κεσσάνη της Ανατολικής Θράκης. Η προσφυγική καταγωγή της οικογένειας λάξευσε την ευαισθησία του και αποτυπώθηκε, διαμεσολαβημένα, σε πολλά από τα πεζογραφήματά του (ενδεικτικά: «Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς» – «Για ένα φιλότιμο», Κέδρος 1980, σ. 43-45. «Η μόνη κληρονομιά» από την ομώνυμη συλλογή, Κέδρος 1974, σ. 27-39).

Τραυματικά λειτούργησε, ωστόσο, κυρίως για τη σχολική του κοινωνικοποίηση, το οικογενειακό επώνυμο Σορολόπης: «Το παλιό μου επίθετο ήταν ένα αστείο παρατσούκλι. Και δεν ήταν ανάγκη να το πουν οι άλλοι, έπρεπε κάθε τόσο να το δηλώνω μονάχος μου. Μικρόν ορισμένοι με ξεμονάχιαζαν και μ’ έβαζαν να το επαναλαμβάνω κάνοντας πως δεν το καλάκουσαν. Πεθαίνανε κάθε φορά στα γέλια. Στο σχολείο πάλι, όσο ανέβαινα τις τάξεις, το πράγμα καταντούσε μαρτύριο» («Τα παρατσούκλια» – «Η σαρκοφάγος», Κέδρος 1971, σ.35-36). Τον Φεβρουάριο του 1955 αλλάζει το επώνυμό του σε Ιωάννου από το βαπτιστικό όνομα του πατέρα του (κατά το πρότυπο του Παπαδιαμάντη;).

Εχει ήδη περάσει από χριστιανικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης («Ο Χριστός αρχηγός μας…» – «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Κέδρος 1984, σ. 113-181). Και έχει αποχωρήσει από αυτές μέσα στον Εμφύλιο (1948), όπως αποτυπώνεται στο πεζογράφημα «Ο φόβος του ύψους» («Για ένα φιλότιμο», Κέδρος 1980, σ. 25-28). Αφορμή της αποχώρησης, σύμφωνα με το κείμενο, η δολοφονία του υπερμάχου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του εμπνεόμενου από τις διδαχές του χριστιανισμού, Μαχάτμα Γκάντι. Απώτερη αφετηρία της αμφισβήτησης, οι διεκδικήσεις της σάρκας που τότε τον πολιορκούσαν και οι λογισμοί οι σχετικοί με αυτούς, οι βρώμικοι λογισμοί, ένας ισχυρός «κεραυνός» για όσους υποπίπτουν σε αυτούς, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές κατηχήσεις. «Κατηχητικά και εφηβεία, λόγος του Θεού και ανακάλυψη της σεξουαλικότητας: μια άνιση μάχη!» (Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Γιώργος Ιωάννου, Ο Μπάτης», «Η Καθημερινή», 3 Αυγ. 2018).

«Υποδύομαι πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι»

Κεντροβαρικό βίωμα, το οποίο διαπερνά την πεζογραφία του, είναι επίσης ο θάνατος του μικρότερου αδελφού του, Θοδωράκη, την εποχή που εκδίδει το «Για ένα φιλότιμο». Η βιωματική αυτή εμπειρία αποδίδεται στην αμέσως επόμενη συλλογή του Ιωάννου, τη «Σαρκοφάγο» και ειδικότερα στο πεζογράφημα «Η χωματίλα» (σ. 99-102, όπου η κατακλείδα του δημοτικού τραγουδιού: «Φοβούμαι σε, αδερφάκι μου, και χωματιές μυρίζεις…), όπως και στο βαθύτατα συγκινητικό διήγημα «Η εγγραφή»: «Εκεί που λέει ονοματεπώνυμο, έβαλα το όνομα του αδερφού μου, αυτού που πριν από λίγον καιρό είχε πεθάνει. Παρακάτω, τον προβίβασα, όχι χωρίς συγκίνηση, απ’ την Πέμπτη στην έκτη γυμνασίου» (σ. 91).

Γιώργος Ιωάννου, ένας ποιητής του πεζού λόγου-1
17.6.1979. Επιστολή του Γ. Ιωάννου προς τον Αλέξανδρο Κοτζιά για ένα κείμενο που είχε στείλει στη σελίδα της φιλολογικής «Καθημερινής».

Ο ίδιος διευκρινίζει σχετικά με τη βιωματικότητα: «Το έργο μου αποτελείται […] από εντελώς βιωματικά στοιχεία που προέρχονται από τις εμπειρίες μου και τον εσωτερικό μου κόσμο. Ανακουφίζομαι γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο. Είναι για μένα κάτι σαν ψυχολογική ανάγκη. Ωστόσο τα περισσότερα από αυτά που γράφω, δεν είναι αυτοβιογραφικά και δεν συνέβησαν ακριβώς έτσι, όπως μεταφέρονται στο χαρτί. Αλλωστε στα πεζογραφήματά μου υποδύομαι και πολλά πρόσωπα που θα ήθελα να είμαι» 
(«Η Καθημερινή», 24 Ιουλ. 1977). 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν όσα υποστηρίζει, αποτιμώντας το έργο του Γιώργου Ιωάννου, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς: «Ουσιαστικά, όλα τα πεζογραφήματα του Ιωάννου [του ποιητή, του δοκιμιογράφου, του λαογράφου, του φιλολόγου, του μεταφραστή, του χρονογράφου, του σχολιαστή, του θεατρικού συγγραφέα] ακούγονται όπως η χαμηλόφωνη κουβέντα ενός γνωστού σου ή όπως η εξομολόγηση ενός “ανιάτως πάσχοντος”, που δεν του ταιριάζουν τα κλωθογυρίσματα, αλλά επείγεται ν’ αγγίξει παρευθύς την αιτία του κακού – τα έλκη του έσω και του έξω κόσμου. Μόνο που γρήγορα διαπιστώνεις ότι ο “εξομολογούμενος” κατέχει την τέχνη του φενακισμού. Στα κρίσιμα σημεία υπεκφεύγει απαρέγκλιτα. Και έτσι, όχι μόνο σε κρατάει σε απόσταση από τον μυχιαίτατο πυρήνα του, αλλά σε αφήνει και με τη γενικότερη απορία μήπως τα όσα σου είπε στο μεταξύ δεν αναφέρονται καθόλου στο άτομό του, παρά τα χρησιμοποίησε ως “τεχνάσματα’’ για να αφυπνίσει μέσα σου φοβίες, νευρώσεις, ιστορικές αναπολήσεις, σαδιστικές ορέξεις, θρησκευτικές αναζητήσεις, ειδωλολατρίες, μεταμέλειες, αγωνίες και ονειροπολήσεις που είναι μόνο δικές σου» («Αληθομανές Χαλκείον», Κέδρος 2004, σ. 132). Με το νέο πεζογραφικό ύφος που δημιούργησε ο Γιώργος Ιωάννου επηρέασε μια σειρά από αξιόλογους νεότερούς του πεζογράφους: Σάκη Παπαδημητρίου, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλο, Δημήτρη Νόλλα, Τόλη Καζαντζή, Τάσο Καλούτσα, Γιώργο Σκαμπαρδώνη. Αξιοποιώντας και την εκπαιδευτική του διαδρομή εκτός από το καλλιτεχνικό του τάλαντο, διαμόρφωσε επιγόνους. 
 
*Η κ. Μαρία Ρώτα είναι επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής  Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑΝΘΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT